Μετά το κράτος η αυτοκρατορία

 
-->



Στο κείμενο (Αυτοκρατορία) που κατέθεσε στο ΚΘΒΕ ο Γιώργος Βέλτσος για να γίνει παράσταση, και στο παραστασιακό γεγονός που υπέγραψε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και που φιλοξενήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής 2, όλα εκτυλίσσονται στα όρια: θεάτρου, ιδεολογίας, τάξης και κατανόησης.


Θεωρώ πολύ έξυπνο τον Μιχαήλ Μαρμαρινό για να δεχτώ ότι ο χώρος απλώς του προέκυψε ελέω συνεργασίας ΚΘΒΕ και Μεγάρου. Πιστεύω πως επιδίωξε να τον κατοικήσει, ώστε να λειτουργήσει ως η υπεραφήγησή του, το έμβλημα και της δικής του «ήττας». Γιατί, μπορεί σ’ αυτό το απαστράπτον τέμενος της υψηλής τέχνης και γενικώς της κατεστημένης “αυτοκρατορίας”, όλα να φαντάζουν ανατρεπτικά, κατά βάση όμως διαλαλούν την υποταγή τους σε μια υπό διαμόρφωση τάξη πραγμάτων και μάλιστα χωρίς περιθώρια. Και ξέρουμε ότι, χωρίς περιθώρια, δεν υπάρχει σύγκρουση. Η σύγκρουση απαιτεί μία θέση εκτός. Ποιος, όμως, βρίσκεται εκτός; Ουδείς, αρχής γενομένης με το κείμενο του συγγραφέα που πορεύεται επάνω στα σώματα “άλλων” κειμένων, διατυμπανίζοντας τη μη αυθεντικότητά του, τη φυλάκισή του στην αυτοκρατορία λόγων που έχουν ειπωθεί και πράξεων που έχουν ήδη τελεστεί. Όπως πορεύονται και οι δάνειες εισηγήσεις των ηθοποιών που συνθέτουν ένα μεγάλο μέρος του υβριδικού event.
Ό,τι συμβαίνει στο φουαγιέ του κατάλευκου Μεγάρου, είναι μια “προσομοίωση” πράξης. Τίποτα δεν παίζεται, γιατί το παιχνίδι έχει ήδη παιχτεί και αναπαρασταθεί αλλού και προ πολλού. Οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν το έργο της ανακύκλωσης των τετελεσμένων. Ακόμη και η φωνή τους έχει αφαιρεθεί (από το μικρόφωνο). Το σώμα τους, ένα σώμα-ανδρείκελο, έχει κι αυτό προ πολλού πεθάνει, παραδομένο στην επέλαση των αυτοκρατοριών. Και ο θεατής, ομοίως. Απλώς δεν το καταλαβαίνει. Όχι ακόμη.
Με δυο λόγια: στο ΜΜ2 δεν υπάρχει αντίπαλος. Το δράμα δεν είναι συγκρουσιακό. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει διάλογος, παρά μόνο μονολογούντα πρόσωπα σε ένα διαρκές παρόν, ένα παρόν, που επαναλαμβάνει το παρελθόν του. Από το Δαβίδ μέχρι τον Σνόουντεν. Όλα μια αντεστραμμένη κατά Ιωάννη Αποκάλυψη, όπου ανακοινώνεται το τέλος που διαρκώς αναβάλλεται. 


Το event
Οπότε αρχίζω την κριτική μου αποδεχόμενος απόλυτα την επιλογή του Μαρμαρινού να “φυλακίσει” το εγχείρημά του στα όρια ενός απόλυτα αντιθεατρικού χώρου, όπου όλα τα αριστοτελικά συστατικά που κάποτε στεγάζονταν κάτω από τη λέξη “θέατρο”, έχουν δώσει της θέση τους σε μια αισθητική αντιμιμητική, αφηγηματική, υβριδική, πιο cool και πιο παροντική. Τίποτα δεν καλλιεργεί την ψευδαίσθηση κάποιου άλλου τόπου, κι ας μιλούν όλα για άλλους τόπους.
Μπαίνοντας στον επιτελεστικό χώρο βλέπουμε ένα πεσμένο ημίγυμνο άγαλμα στο πάτωμα και ένα ημίγυμνο ζωντανό σώμα να αγναντεύει το Θερμαϊκό. Τι να βλέπει άραγε; Μήπως στο βάθος των αιώνων; Στο τέλος, επιστρέφοντας από το «κοκτέιλ πάρτι» στο άνω διάζωμα του φουαγιέ, στη θέση  του παρατηρητή είναι τώρα το πεσμένο άγαλμα της ημίγυμνης κόρης. Η ιστορία, μήπως; Ή ο άνθρωπος που πέρασε στην ιστορία; Σε κάθε περίπτωση, ο Μαρμαρινός προφανώς θέλει να ανοίξει, παντί τρόπω, το χωροχρονικό διάφραγμα της περφόραμνς. Θέλει να ταράξει τα στεγανά του «υψηλού» χώρου που το φιλοξενεί, ώστε η δράση και το βλέμμα του θεατή να διαχυθούν και προς τα έξω.  Και καλά κάνει. Ωστόσο διερωτώμαι: αυτή η «κόντρα» κίνηση σημαίνει αυτόματα και την ανατροπή του ίδιου του ιδεολογήματος του κλειστού χώρου; Νομίζω πως όχι. Ο χώρος παραμένει σταθερός και βασανιστικά "πολιορκητικός", ακόμη κι όταν κατά τύχη μπορεί να "παραβιαστεί" από κάποιους περίεργους περαστικούς. Κι αυτοί, άθελά τους, μπαίνουν στο κάδρο ως ψηφίδα συμπληρωματική κι όχι ανατρεπτική, ενισχύοντας το ατελές της επιτελεστικής αυτοκρατορίας. 


Μεταδραματική ποιητική
Ο Μαρμαρινός δίδαξε την Aυτοκρατορία  μεταδραματικά. Αφαίρεσε κάθε ψυχολογισμό και ζήτησε (αυτό τουλάχιστο είδα) ένα παίξιμο καθαρό, χωρίς εντάσεις, χωρίς συγκρούσεις. Style as a matter of fact. Μετωπικό και αποστασιοποιημένο. Σαν να έλεγε (φαντάζομαι) στις πρόβες: πείτε τα λόγια σας, αρθρώστε την ιστορία. Και σκέφτομαι: πόσο αμέτοχοι μπορεί να είμαστε στην άρθρωσή της; Κατά πως φαίνεται, πολύ. Γιατί η ιστορία γράφει και χωρίς εμάς. Εμείς, οι αναλώσιμοι φορείς των γραφημάτων της, καλούμαστε να εκτελέσουμε το ήδη τελεσθέν. Συμμετέχουμε σε μια παρωδία του αυθεντικού. Εξ ου και η κίνηση. Μετά η ακινησία. Και ξανά από την αρχή. Η ιστορία πάντα βρίσκει κάποιους άλλους για να προχωρήσει. Και σωστά ο Μαρμαρινός κίνησε την περφόρμανς σε πολλά επίπεδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σπάει η μία γωνία πρόσληψης και να πολλαπλασιάζονται τα επίπεδα σήμανσης και κατ’ επέκταση η διάθεση κριτικής ανάγνωσης εκ μέρους του δέκτη.
Βέβαια, να πούμε εδώ ότι, η κακή ακουστική του χώρου έκανε την κατανόηση του, ούτως ή άλλως, κερματισμένου αφηγηματικού καμβά, ακόμη πιο δύσκολη, ιδίως για όλους εκείνους του θεατές που δεν προνόησαν να πάνε «διαβασμένοι». Όπως δύσκολη ήταν και η παρακολούθηση των βιντεοπροβολών, δεδομένου ότι το άπλετο φως του ήλιου δεν επέτρεπε να ενσωματωθούν στο όλον. Όμως, αυτό το ίδιο φως είναι που μας επιφύλαξε ένα ωραίο φινάλε. Τη στιγμή που έδυε ο ήλιος και η φύση απελευθέρωνε όλη τη ζεστασιά της, διαλαλώντας παράλληλα και την αυθεντικότητά της, μέσα στην αίθουσα όλα ήταν cool, χρησιμοποιημένα, προ-κατασκευασμένα. Η εικόνα της ιστορίας απέναντι στη φύση. Η ανθρώπινη κατασκευή απέναντι στη θεϊκή. Έκτακτο.


Συμπέρασμα: Συνταξίδεψα με ενθουσιασμό και πολλή σκέψη στα σοκάκια των (μυθ)ιστοριών του κόσμου. Χάρηκα τους νέους ηθοποιούς, που έπαιξαν απόλυτα καθαρά, με εντυπωσιακή ακρίβεια και εξαιρετικό σωματικό έλεγχο, δικαιώνοντας πέρα ως πέρα την επιλογή τους από έναν προικισμένο σκηνοθέτη που επιμένει να δοκιμάζει γόνιμα την ανθεκτικότητα και την αυθεντικότητα των ορίων.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
15/02/2015