Περί προδοσίας: Πίντερ στο ΚΘΒΕ και Λεμουάν στο Black Box

 




H παράσταση του έργου του Πίντερ Προδοσία (Υπερώο, ΚΘΒΕ), δεν πρόλαβε να μαθευτεί και ένα ατύχημα οδήγησε στην ακύρωσή της. Πρόλαβα να τη δω, και η άποψή μου είναι ότι η σκηνοθέτιδα Γλυκερία Καλαϊτζή μπήκε καλά διαβασμένη να αντιμετωπίσει τις ιδιαιτερότητες του πιντερικού λόγου, όλες εκείνες τις μυστηριώδεις παύσεις, τα ατελείωτα ερωτηματικά και τα ρυθμικά σκαμπανεβάσματα των δρωμένων του. Έδειξε ότι ήξερε εξαρχής τι ήθελε. Ήθελε έναν Πίντερ όσο γίνεται πιο προσιτό και αναγνωρίσιμο. Ορθή σκέψη.
Γιατί ο Πίντερ ανήκει κάπου ανάμεσα στη θεατρική πρωτοπορία και στο θέατρο του κατεστημένου. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι Μπέκετ. Σίγουρα κι αυτός αναζητεί την αλήθεια και την πραγματικότητα όπως ο Ιρλανδός συνάδελφός του, αλλά μέσα από δρομολόλία σαφώς πιο οικεία. Ποτέ δεν σκέφτηκε να αγκαλιάσει το μινιμαλισμό του μεγάλου Ιρλανδού.
Το έργο
 Στην “Προδοσία απόλυτος πρωταγωνιστής είναι ο Χρόνος και το παιχνίδι που παίζει στον καθένα ξεχωριστά. Στην αρχή ο θεατής έχει την εντύπωση πως όλα τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί, όμως, καθώς η δράση απλώνεται και απελευθερώνει τα μυστικά της, πυκνώνουν και οι απορίες. Ο λόγος δείχνει ανήμπορος να εκλογικεύσει καταστάσεις (εξ ου και οι συχνές σιωπές). Ο λόγος προδίδει τους ανθρώπους και οι άνθρωποι προδίδουν με τις πράξεις τους. Πουθενά η σύγκλιση. Παντού το κενό της επικοινωνίας.


Η παράσταση
Για την υλοποίησή αυτού του θαμπού μικρόκοσμου, η Καλαϊτζή στράφηκε σε τρεις συνεργάτες που, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, εκτιμώ πως μάλλον δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για το σκηνοθετικό της κόνσεπτ. Κάπου η χημεία στράβωσε. Αλλού τραβούσε ο ένας και αλλού κοιτούσε ο άλλος. Από άλλη υποκριτική φαρέτρα αντλούσε ο ένας και από άλλη ο άλλος. Πιο “απρόθυμος” να συντελέσει μου φάνηκε ο Άγης Εμμανουήλ. Πρόδιδε πιο πολύ μια διεκπεραιωτική παρά ερμηνευτική διάθεση. Δεν μ’ έπεισε ούτε με αυτά που έλεγε ούτε και με αυτά που έκανε. Ο Γεωργάκης στην αρχή έδειξε να διαχειρίζεται σχετικά άνετα το φλεγματικό ταμπεραμέντο του χαρακτήρα., στην πορεία όμως παγιδεύτηκε σε μια μονοκόμματη ερμηνεία που δεν του άφησε περιθώρια εξέλιξης. Πιο καλή και οικεία φιγούρα, και εκτιμώ ευθυγραμμισμένη με τη σκηνοθετική ανάγνωση, η Ειρήνη Μουρελάτου. Συνειδητοποίησε τη θέση της στα νεφελώδη πιντερικά δρώμενα και κατάφερε να κρατήσει το μέτρο ανάμεσα στους δύο άντρες, χωρίς να εκβιάζει τα πράγματα. Μια τυπική πιντερική θηλυκή φιγούρα, όπως η Μεγκ, η Σάρα, η Ρουθ. Δυνατή και συνάμα ερωτική και δοτική.


Σκηνογραφικά η πρόταση της Κιρκινέ δημιούργησε χώρο να απλωθεί η απεραντοσύνη του χρόνου, όμως δεν κατάλαβα τη λειτουργία της βιντεοπροβολής. Δεν την είδα να μπαίνει σχολιαστικά στη δράση, με αποτέλεσμα να πέφτουν οι φωτογραφίες στο κενό.
Προδωμένη Μήδεια 
Είδα στο Black Box τη Μήδεια, ένα μανιασμένο ποίημα του Ζαν Ρενέ Λεμουάν, του Αϊτινού συγγραφέα που έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Ζαϊρ, τα εφηβικά στο Βέλγιο και τώρα πια στο Παρίσι , όπου διαπρέπει και ως ηθοποιός και θιασάρχης (έχει δημιουργήσει την ομάδα Ερζουλί). Η Μήδεια είναι το δεύτερο έργο του με ελληνική θεματική. Το 2012 είχε γράψει ένα άλλο εμπνευσμένο από το μύθο της Ιφιγένειας (Iphigenie in memoriam—το οποίο βραβεύτηκε από την Γαλλική Ακαδημία με το  Emile Augier).


Το έργο
 Κέντρο βάρους της Μήδειας ο απόλυτος έρωτας. Από κει αρχίζει και το οδοιπορικό της ηρωίδας, η οποία ψάχνει στα ερείπια της ζωής της να βρει εκείνο που ονειρεύτηκε, εκείνο για το οποίο πρόδωσε και θυσίασε αγαπημένα της πρόσωπα. Η Μήδεια είναι πάντα το ξένο, το επικίνδυνο, γι’ αυτό θα παραμείνει διαρκώς ακάλυπτη. Μόνη κάλυψη είναι ο ίδιος ο εαυτός της. Μέχρι να φτάσει στην αυτογνωσία θα περάσει από τις συμπληγάδες της υποταγής. Θέλει να γίνει ή πρέπει να γίνει όπως και οι υπόλοιποι, οι οικοδεσπότες της. Πρέπει να αποβάλει τα σημάδια της ετερότητάς της, να πετάξει τα περίεργα δακτυλίδια στη μύτη, να ισιώσει τα περίεργα μαλλιά της. Και τα κάνει όλα αυτά. Εις μάτην, όμως. Η ετερότητά της θα ορίζει και τη θέση της στα πράγματα. Σκοτώνει εν γνώσει της ότι κάνει τεράστιο κακό. Δεν ζητά να τη συγχωρέσει κανείς. Αναλαμβάνει το βάρος της πράξης της. Μένει ολομόναχη, αφού πρώτα δοκιμάσει την αντοχή των ορίων.
Η παράσταση
Ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης κατασκεύασε ένα σκηνικό που έμοιαζε με λαβύρινθο, ώστε να υπογραμμίσει την κοινωνική και προσωπική παγίδευση της ηρωίδας. Παράλληλα, φωτίζοντας έντονα τους διάφορους διαδρόμους έδειχνε τι υπομένει κάθε δημοσιότητα ή κάποιος περίεργος ή ανεπιθύμητος ξένος. Καλά όλα αυτά ως σύλληψη, άλλα όχι κατάλληλα για τη συγκεκριμένη ηθοποιό.
Η Δήμητρα Ματσούκα κάποτε πρέπει να μάθει ότι η ωραιοπάθεια στο σανίδι ασχημαίνει τους ρόλους. Το πάνω κάτω στις ράμπες, με τα φωτάκια δεξιά και αριστερά, δεν λέγεται παίξιμο αλλά κακόγουστη πασαρέλα. Της προτείνω ενθέρμως να μείνει προσηλωμένη στην αισθηματική κομεντί, στιλ Ξυπόλυτη στο πάρκο, και γενικά στο ανάλαφρο μπουλβάρ. Κάπου θα πρέπει να ακούσει τι της λέει η ηρωίδα που υποδύεται: «κάποτε πρέπει να λυτρωθώ από το βάρος να αρέσω». Αν δεν τσαλακωθείς δεν παίζεις μεγάλους ρόλους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την  αλήθεια.
Ο σκηνοθέτης της, άνθρωπος του θεάτρου και με καλό βιογραφικό, ο Λευτέρης Γιοβανίδης, έπρεπε να τη σπρώξει να γνωρίσει κάποια άλλα όρια, τα όρια μιας άλλης ομορφιάς. Δεν το ‘κανε, με αποτέλεσμα να την αφήσει να πηγαινοέρχεται άσκοπα στη σκηνή, χωρίς να αγγίζει κανέναν και πρωτίστως το ρόλο.
Συμπέρασμα: η Μήδεια δεν φοριέται, παίζεται.

Αγγελιοφόρος της Κυριακής
1/02/1015


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου