Περί φαντασιώσεων




Τo σημερινό σχόλιο έχει ως αφορμή τη φιέστα με τα λαδοτύρια και το σπληνάντερο που στήθηκε στην «πτωχογειτονιά» της Βουκουρεστίου, με αφορμή τους γάμους της Κρυστάλλως και του Λιάκου, πρωταγωνιστών στο δημοφιλές δραματικό ειδύλλιο Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας του Δημήτρη Κορομηλά, που έκανε πρεμιέρα το 1894 στην Οδησσό και έκτοτε μετρά 15.000 παραστάσεις.

Εντυπωσιακή όσο και άκρως προβληματική δημοφιλία, που την κάνουν ακόμη πιο προβληματική τα ίδια τα σχόλια των σημερινών συντελεστών. Η Πρωτόπαπα, μια αποδεδειγμένα ικανή ηθοποιός, εκμυστηρεύεται πως τη διαπέρασε ένα «μαγικό ρεύμα» μόλις διάβασε (για πρώτη φορά) το έργο. Της έδειξε, λέει, πού ανήκει. Της θύμισε την «ψίχα των προγόνων μας». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ζούλιας, ο σκηνοθέτης. Έσκυψε, λέει, να πιει καθαρό γάργαρο νερό από τη βρύση της «βοσκοπούλας» για να ξεδιψάσει από μια καθημερινότητα κλιμακούμενης κρίσης. Κι αυτός είδε την ανάγκη επιστροφής στις αγνές αξίες ης ελληνικής γης, σ’ αυτά που χάσαμε. Μπράβο.
Απορώ και εξίσταμαι
Φυσικά ο καθένας έχει δικαίωμα να πρεσβεύει ό,τι θέλει. Όμως, είναι και δικό μας δικαίωμα να υποστηρίζουμε ότι αυτά που προβάλλονται από τους καλλιτέχνες σαν ένας «χαμένος παράδεισος» ήταν ένα νόθο κατασκεύασμα των διαμορφωτών της εικόνας ενός νέου και πολλαπλώς δοκιμαζόμενου κράτους που είχε άμεση ανάγκη από φαντασιακά στηρίγματα, ακόμη και του τύπου της Βοσκοπούλας και του αγαπητικού της, ώστε να κάνει κατά τι πιο όμορφη την τότε κυριολεκτικά αβίωτη πραγματικότητα.


Και πραγματικά απορώ και εξίσταμαι πώς είναι δυνατό, εν έτει 2014, καλλιτέχνες να «χτυπιούνται» και να μοιρολογούν γιατί χάθηκε ο ωραίος κόσμος της Βοσκοπούλας και τι θα κάνουμε χωρίς αυτόν. Εάν ήταν να βρούμε την εθνική μας ταυτότητα μέσα από τέτοια έργα, καήκαμε. Θα το θεωρούσα ως προσφορά εάν ο σκηνοθέτης του Αγαπητικού σήκωνε τον καθρέφτη του θεάτρου ώστε να φανούν τα παραμύθια που φλόμωναν τον κόσμο τότε, όπως μας φλομώνουν με ανάλογα παραμύθια και τώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι καλοδεχούμενο και το κοκορέτσι και η Κρυστάλλω, και ο Λιάκος, και  η Στάθαινα κι ο Μήτρος και όλο το καλό και κακό συναπάντημα.
Γι’ αυτό βλέπω με αρκετή καχυποψία πολλές από τις προσπάθειες που γίνονται τώρα τελευταία με την αναβίωση/επαναφορά έργων αυτής της αισθητικής και ιδεολογικής κοπής, δηλαδή  έργων φορτωμένων με παραπλανητικές και ωραιοποιημένες καταστάσεις. Διαβάζω συνεντεύξεις όπου μας λένε ότι στόχος είναι να ξαναζωντανέψουν  την παράδοση. Δεν διαφωνώ. Όχι όμως έτσι. Γιατί όπως παρουσιάζονται, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσκοτίζουν ακόμη πιο πολύ και την παράδοση και τις σχέσεις της με το τώρα. Από τις πιο πρόσφατες απόπειρες δεν εξαιρώ ούτε την πολυσυζητημένη Γκόλφω του Εθνικού, που τόσο θερμά χειροκρότησε ο κόσμος. Εξαιρώ μόνο την Γκόλφω του Σίμου Κακάλα που πραγματικά προσπάθησε να συνομιλήσει με το κιτς του κειμένου του Περεσιάδη, έχοντας καλά στοχευμένους αποδομητικούς όρους. Και πέτυχε διάνα.


Κιτς και καταναλωτής
Σχολιάζοντας το κιτς σε προηγούμενη επιφυλλίδα είπα πει ότι είναι συνώνυμο της φτήνιας. Σε κάποιες γλώσσες σημαίνει μαζεύω σκουπίδια από το δρόμο. Στα ρώσικα σημαίνει άξεστη επίδειξη. Διαλέγετε και παίρνετε.
Σε κάθε περίπτωση μια από τις «αποστολές» του είναι να κάνει τη ζωή των ανθρώπων πιο εύκολη. Δεν είναι για προβληματισμό, στοχασμό και προβληματικές βυθίσεις. Κυκλοφορεί για να καταναλώνεται. Και η τέχνη που παράγεται για να καταναλωθεί και μόνο, εκ των πραγμάτων, σχεδόν αναπόφευκτα, ακουμπά στο κιτς.
Ειδικά με την περίπτωση της τσικνισμένης «Βοσκοπούλας», θα δεχόμουν το event όπως δόθηκε και ακόμη εκεί που δόθηκε (στο Παλλάς: ιδανικός τόπος για βουκολικούς έρωτες!!!—μην τρελαθούμε τελείως), εάν οι υπεύθυνοι απέφευγαν τις βαρύγδουπες δηλώσεις περί ποιότητας και αγνότητας και άλλα τινά και κενά περιεχομένου και έλεγαν ορθά κοφτά ότι όλα γίνονται για την εμπορική προβολή της επένδυσης της νέας θεατρικής εταιρείας. Καθαρά πράγματα. Κι όχι κατακριτέα. Έχουμε την περίπτωση του Γουόρχολ, κορυφαίου θιασώτη του κιτς, ο οποίος εξαρχής ξεκαθάρισε ποιους έχει στο μυαλό του: τους πλούσιους, ώστε να γίνει κι αυτός σαν κι αυτούς. Κι έγινε πουλώντας τους «σκουπίδια».


Ζήτω το κιτς
Γενικά οι διαχειριστές κιτσάτων θεαμάτων αποφεύγουν να μας πουν ευθέως ότι απώτερος στόχος των  μεθοδεύσεών τους είναι το κέρδος. Έτσι για να μην τους κράξουν βγάζουν στη βιτρίνα το παραμύθι της όποιας παράδοσης, και από πίσω αφήνουν να ρέει άφθονο κιτς, γιατί γνωρίζουν πως χωρίς κιτς θα βουλιάξουν στο ταμείο. Γνωρίζουν ότι το κιτς είναι το καθημερινό μας ψωμί. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Ο κόσμος γουστάρει φτήνια και σκουπίδια. Εδώ έφτασε όλη η χώρα να παρακολουθεί μετά μανίας τον απόλυτο ορισμό του κιτς, τα θλιβερά (πιο θλιβερά δεν γίνεται) τουρκικά σίριαλ. Ο κοσμάκης δεν κάθεται να σκεφτεί ότι κιτσάτα θεάματα σαν κι αυτά δεν είναι διόλου αθώα. Ότι φτιάχνουν μοντέλα ανάγνωσης και αναπαράστασης, τα οποία ο παθητικός θεατής εύκολα κάνει δικά του. Και δεν είναι τυχαίο που όλα αυτά ακμάζουν σε στιγμές κρίσης και στέρησης.
 Και διερωτώμαι: εδώ που φτάσαμε μπορούμε να ζήσουμε χωρίς κιτς ή χωρίς τη ρητορική του κιτς; Για παράδειγμα, αν πάψουν οι βασικοί φορείς του ιδεολογικού κιτς, οι πολιτικοί, να μας λένε ότι βγαίνουμε από την  κρίση θα μας κάνουν καλό; Αντέχεται η αλήθεια όταν δεν είναι ζαχαρωμένη;
Συμπέρασμα: Το κιτς ενώνει τους ανθρώπους. Τους κάνει να αισθάνονται ίσοι. Το κιτς εκφράζει την απόλυτη δημοκρατία του πάτου. Και οι σούβλες στη Βουκουρεστίου, ανάμεσα στα ακριβά μαγαζιά και τις απαστράπτουσες ενοικιαζόμενες λιμουζίνες, πέτυχαν αυτό ακριβώς: μέσα στην ομίχλη ευωδιαστής τσίκνας ένωσαν πεινασμένους και χορτάτους, επώνυμους και ανώνυμους. Μα το πιο σημαντικό, θύμισαν, έστω και κακόγουστα, στη φθίνουσα (υψηλο)μεσαία τάξη την εποχή του ευδαιμονισμού και ηδονισμού της.

Σημ. Αυτή είναι η τελευταία επιφυλλίδα που έστειλα στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία πριν κλείσει οριστικά. Δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Την πρόλαβαν τα γεγονότα.


12/12/2014