Ο πάτος ενός θεσμού



Τη Δευτέρα που μας πέρασε δόθηκαν τα βραβεία της ούτω αποκαλούμενης ακόμη Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Την ονομάζω έτσι, γιατί πραγματικά είναι να απορεί κανείς πώς ακόμη απονέμει βραβεία θεάτρου, τη στιγμή που όλοι σχεδόν οι μάχιμοι και δοκιμασμένοι θεατρικοί κριτικοί, εκείνοι που ξημεροβραδιάζονται στα θέατρα, εκείνοι που διατηρούν τις πιο δημοφιλείς θεατρικές στήλες, έχουν εδώ και δύο χρόνια αποχωρήσει (ενδεικτικά: Καλτάκη, Τσατσούλης, Ιωαννίδης, Μουντράκη, Προύσαλη, Πετάση, Μπλάτσου, Πεφάνης, η αφεντιά μου, μεταξύ άλλων).
Και δεν έχουν αποχωρήσει από βίτσιο ή σνομπισμό, αλλά από ένα αίσθημα αγανάκτησης, με αφορμή τις μεθοδεύσεις του μουσικοκριτικού Λουκάκου, ο οποίος, παρά την αποδεδειγμένα ανεπαρκέστατη θεατρική του κατάρτιση, επιμένει να διαχειρίζεται την τύχη μιας Ένωσης, η οποία, ενώ θα μπορούσε να κάνει σπουδαία πράγματα (τοπικώς και διεθνώς), έχει οδηγηθεί στην απόλυτη απαξίωση, με πιο πρόσφατο δείγμα γραφής τα φετινά βραβεία, όπου είδαμε να καταλύεται κάθε έννοια μέτρου, ποιότητας, επαρκούς ενημέρωσης και αξιοκρατίας. Μην πάτε μακριά, διαβάστε μόνο την αιτιολόγηση της επιτροπής βράβευσης του «τραγωδού» Ρουβά και θα καταλάβετε τι εννοώ με πάτο κριτικής σκέψης.
Το μικρομάγαζο της Ένωσης
Από μια άποψη θα έλεγα πως τέτοιες επιλογές και κριτικές εκτιμήσεις μόνο έκπληξη δεν θα ‘πρεπε να προκαλούν. Δείτε τη θεατρική σύνθεση της Ένωσης και θα καταλάβετε τι εννοώ. Από τη στιγμή που οι πάντες, ή περίπου, μπορούν πλέον να περάσουν το κατώφλι της, δηλώνοντας ότι γράφουν κάπου (σε facebook, twitters, blogs κ.λπ) είναι απόλυτα φυσιολογικά αυτά που συμβαίνουν.
Θα μου πείτε, τι κάνει ο πρόεδρος της Ένωσης; Πώς την προστατεύει από την κατρακύλα; Μα δεν προστατεύει την Ένωση, τον εαυτό του προστατεύει. Κάνει αυτά που θεωρεί ότι θα συνεχίσουν να του εξασφαλίζουν την πολυπόθητη καρέκλα. Έχω ωστόσο μια απορία. Επειδή διαρκώς επικαλείται το νόμο και την τάξη, τον απασχόλησε ποτέ το άρθρο του πολυαγαπημένου του καταστατικού που λέει ότι τα άτομα που γίνονται μέλη πρέπει να διαθέτουν «στήλιν κριτικής εις εφημερίδα ή περιοδικόν, κατά προτίμησιν ευρείας κυκλοφορίας»; Θα μου πείτε πως οι καιροί άλλαξαν και κάποια στιγμή πρέπει να αλλάξει κι αυτό. Πρώτος θα συμφωνήσω. Όμως, δεν αλλάζουμε ό,τι μας συμφέρει. Τι γίνεται με το αραχνιασμένο εκείνο άρθρο που επιτρέπει σε έναν πρόεδρο να παραμείνει μια ..... ολόκληρη ζωή στη θέση του, ακόμη κι όταν δεν έχει να επιδείξει αξιόλογο έργο (όπως ο νυν); 


Τώρα το τι κάνουν επ’ αυτού τα εναπομείναντα θεατρικά και λοιπά  μέλη της Ένωσης μου είναι άγνωστο. Εκείνο που διερωτώμαι είναι πώς δέχτηκαν να εκπροσωπηθούν στη συνάντηση της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Θεάτρου στο Πεκίνο από δύο άτομα που ουδεμία σχέση έχουν με το αντικείμενο της συνάντησης; Διαφορετικά αν είχαν σχέση δεν θα έλεγε ο εις εξ αυτών, ο πρόεδρος, το αμίμητο, ότι στο Πεκίνο σηματοδοτήθηκε ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της κριτικής. Μα καλά, πού ζει ο άνθρωπος; Οι κριτικοί (θεάτρου, παρακαλώ) έκαναν στο Πεκίνο ακριβώς αυτό που κάνουν εδώ και χρόνια στα συνέδριά τους. Δεν άλλαξε κάτι που να κάνει τη συνάντηση του Πεκίνου να ξεχωρίζει ως προς τις βασικές θέσεις της Ένωσης και των μελών της.
Πάντως το σίγουρο είναι ότι η παρουσία μου εκεί, με την ιδιότητα τόσο του ομιλητή όσο και του αρχισυντάκτη του περιοδικού της Διεθνούς Ένωσης, δεν φαίνεται να τον χαροποίησε ιδιαίτερα, γι’ αυτό εξαρχής έπιασε δουλειά ώστε να ενημερώσει πως ουδεμία σχέση έχω πλέον με την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Αφερίμ.
Ανάκτηση κύρους
Ως έχουν τα πράγματα για να ανακτήσει ο χώρος το χαμένο του κύρος δύο είναι οι λύσεις: ή δημιουργούνται δύο ανεξάρτητες διευθύνσεις (μουσικών και θεατρικών κριτικών), κάτω από τη στέγη της ήδη υπάρχουσας Ένωσης ή δημιουργείται (άμεσα) μια νέα ένωση αμειγώς θεατρική. Ας τελειώνουμε με αυτό τον εξευτελισμό του χώρου. Ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν. 


Η ηθοποιός Χρυσούλα Διαβάτη ήταν ξεκάθαρη όταν παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής για τα βραβεία. Δεν μάσησε τα λόγια της. Μίλησε για αναβάθμιση του θεσμού μέσα από την άρνησή της να παραλάβει την τιμητική διάκριση (!). Έκανε αυτό που θα ‘πρεπε να κάνει ο κάθε καλλιτέχνης, κι όχι μόνο στη διαδικασία της βράβευσης.
Ας μη γελιόμαστε, ο απλός κόσμος δεν πολυσκοτίζεται. Τζερτζελές να γίνεται. Την όποια αναβάθμιση μόνο οι ίδιοι οι καλλιτέχνες μπορούν να πετύχουν. Εάν πρώτοι αυτοί πάψουν να δίνουν σημασία στους περαστικούς που τους λιβανίζουν ή σε θεσμούς που κακοποιούνται και στηρίξουν εκείνους που πιστεύουν ότι έχουν κάτι σοβαρό να πουν που τους αφορά και ενδεχομένως τους βελτιώνει (χωρίς κατ΄ ανάγκη να τους επαινεί), τότε τιμητικές εκδηλώσεις σαν κι αυτή που συζητούμε θα επανακτήσουν μέρος από το χαμένο τους έδαφος. Δηλαδή, το ζητούμενο εδώ είναι να μπει η ποιότητα πάνω από το ταμείο και, εν προκειμένω, τα βραβεία (γιατί κι αυτά ταμείο κάνουν). 


Και διερωτώμαι: είχε ανάγκη ο Ρουβάς αυτή την καταντημένη διάκριση; Γιατί εάν πραγματικά είχε άποψη τόσο για το θέατρο όσο και για την παρούσα κατάσταση του θεσμού που του απένειμε το βραβείο, θα ‘πρεπε να το είχε αρνηθεί. Τότε ναι, θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση. Θα μας έπειθε ότι η σύντομη θητεία του στο αρχαίο θέατρο όντως του καλλιέργησε την ψυχή (όπως ο ίδιος διατείνεται)  και την κρίση. Όπως συμπεριφέρθηκε και με αυτά που είπε έδειξε ότι το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η βράβευση. Και δυστυχώς δεν είναι ο μόνος.
Ως έχουν τα πράγματα μετριούνται στα δάχτυλα οι καλλιτέχνες εκείνοι που πραγματικά νοιάζονται από ποιον προέρχονται τα βραβεία και οι κριτικές. Πάνω από όλα μετρά η προβολή και το τι θα μπει στο βιογραφικό. Η Διαβάτη πάντως έδειξε πώς διαβαίνουν το δύσκολο δρόμο. 

Ψηλά και στο βάθος το όνομα του Καρόλου Κουν. Μπροστά και πιο κάτω σύγχρονοι υπερασπιστές των αξιών του. Στο βάθος και ακόμη πιο κάτω η υπογραφή του Δήμου Αθηναίων. Όλα με την επίσημη βούλα της Πολιτείας.
Και ο αντίλογος
Από την άλλη, όμως, να πω ευθέως πως διόλου δεν μου άρεσαν τα σχόλιά της περί αστυνόμευσης, τα οποία παρ’ ολίγον να τινάξουν στον αέρα τις καλές εντυπώσεις που δημιούργησε η δυναμική και ουσιαστική παρέμβασή της στα πράγματα. Τι τα ‘θελε! Είναι αρκετά χρόνια στο χώρο για να γνωρίζει ότι η Τέχνη ακμάζει χωρίς διευθυντήρια. Τέχνη και μαστίγιο δεν πάνε μαζί. Ποιος είναι άραγε εκείνος ο «πεφωτισμένος δεσπότης» που θα αναλάβει να ορίσει τα όρια του ύψους και του βάθους; Μόνο η ίδια η τέχνη, μέσα από την πορεία της, τα πάνω και τα κάτω της, μπορεί να επαναπροσδιορίσει τα όρια και το κοινό της. Γι’ αυτό μίλησα πιο πάνω και για ευθύνη καλλιτεχνών. Οι επιλογές τους, ο τρόπος που ασκούν την τέχνη τους, και γενικά οι κινήσεις τους στο χώρο που διακονούν έχουν άμεση σχέση και με τη θεατρική παιδεία του θεατή και με την ποιότητα της  κριτικής που εισπράττουν και των βραβείων που τους απονέμονται.
Και ένα τελευταίο. Δεν χρειάζεται κυρία Διαβάτη να αυτοπροβάλλεται κανείς ως σπουδαίος ή σημαντικός. Αυτό είναι δουλειά άλλων να το κάνουν.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
14/12/2014

Σημ. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη εκδοχή του κειμένου, όπου έχω επαναφέρει και τα σχόλια εκείνα που είχα στην αρχή αφαιρέσει, γιατί όλα μαζί ξεπερνούσαν κατά πολύ το όριο των λέξεων της θεατρικής στήλης (850). Επίσης, εδώ χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές φωτογραφίες.