Αναζητώντας τον τραγικό ρυθμό: O Α. Ρέτσος στο θέατρο «Όρα»

 




Τον είπαν μοναχικό, εμμονικό, μονόχνωτο. Ό,τι περίπου κολλάνε σε άτομα που είναι δοσμένα, ψυχή τε και σώματι, σε κάτι. Κάποτε έλεγαν τα ίδια για τον «τελειομανή» Λευτέρη Βογιατζή. Τα ‘χουμε ακούσει και για τον Τερζόπουλο, το Βραχωρίτη, τον Αβδελιώδη, και νεότερους όπως ο Παρασκευόπουλος, τότε που είχε τις «Νέες Μορφές», τον Κακάλα, γενικά άτομα με αισθητικά και εργαστηριακά «κολλήματα». Ας τα λένε. Προσωπικά, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που επιμένουν, που ψάχνουν μέχρι σκασμού να βρουν κάτι ή να φτάσουν κάπου, κι ας μην με βρίσκει πάντα σύμφωνο η κατεύθυνση των εμμονών τους ή το αποτέλεσμα.
Μου αρκεί που προσπαθούν με τέτοιο πείσμα και τέτοια πίστη. Αυτό δείχνει ότι μπήκαν στην αγορά του θεάτρου όχι σαν ψιλικατζήδες ή νεροκουβαλητές απόψεων αλλονών που τους προέκυψαν καθ’ οδόν και τις  πουλάνε για δικές τους, αλλά μπήκαν γιατί έχουν άποψη, γιατί θέλουν να προβάλουν το προσωπικό τους όραμα και να το υποστηρίξουν, πουλάει δεν πουλάει.
 Μ’ αρέσουν αυτοί οι τύποι καλλιτεχνών, γιατί αυτό που φαίνεται να μετρά είναι η ολοκλήρωση μιας προσωπικής διαδρομής. Γι’ αυτό και σκάβουν διαρκώς αναζητώντας νέα πράγματα και νέες δυνατότητες. Τέλος, μ’ αρέσουν γιατί --ας μη γελιόμαστε-- με κάτι τέτοιους «τρελούς» και δοσμένους πάει μπροστά το θέατρο. Έχει ανάγκη από τέτοιες εργαστηριακές κυψέλες, γιατί από κει μέσα θα βγει κάτι μελετημένο και ψαγμένο που θα βοηθήσει για να γίνει το βήμα παρακάτω.
Λόγια στον αέρα
Μιλώ με αφορμή τον Άρη Ρέτσο, που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη (στο θέατρο «Όρα») για λίγες μόνο παραστάσεις, με την τελευταία του δουλειά, τη σόλο περφόρμανς Έπεα πτερόεντα. Ήμασταν καμιά τριανταριά θεατές. Τόσους, άλλωστε, χωράει και η αίθουσα. Ο σωστός αριθμός για ένα θέαμα που αγγίζει τα όρια της μυσταγωγίας, ένα θέαμα φτιαγμένο από την ύλη των ήχων που απελευθερώνουν τα αποσπάσματα τραγωδιών --διαλογικών και χορικών μερών από Αγαμέμνονα, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Αίαντα. Ένα συνονθύλευμα μυθικών ιστοριών με επίκεντρο τα δεινά που μονίμως συντροφεύουν την ανθρώπινη πορεία προς το επέκεινα.


Όπως συμβαίνει σε όλες τις περφόρμανς του Ρέτσου, έτσι κι εδώ η σκηνή ήταν άδεια από αντικείμενα. Μόνο κάποια ελάχιστα, απολύτως απαραίτητα. Ο Ρέτσος, ντυμένος εντελώς απλά, φορώντας μια μάσκα ουδέτερη, κάθεται και αρχίζει να παίζει με το ένα από τα δύο μουσικά όργανα που βρίσκονται παραδίπλα.  Μπροστά του δεσπόζει ένα μικρόφωνο, απόλυτα ταιριαστό, κατά τη γνώμη μου, με την περίσταση και το ύφος της. Το μικρόφωνο κάνει την ίδια δουλειά που κάνει και η κάμερα, όταν δίνει τα κοντινά πλάνα. Μόνο που εδώ το κοντινό έχει να κάνει με τη φωνή. Και το έχουμε ανάγκη. Μεγεθύνοντας τον όγκο της μας αποκαλύπτονται πολλές από τις κρυμμένες πτυχώσεις της. Και πρέπει να μας αποκαλυφθούν, γιατί η όλη περφόρμανς είναι ένα μουσικό παραλήρημα, που διεμβολίζουν τόνοι και ημιτόνια. Χρώματα και αποχρώσεις απελευθερώνονται μέσα από τις κυματοειδείς κινήσεις που κάνουν οι ήχοι όπως διαμορφώνονται στο στόμα του υποκριτή.
Στον τοίχο, ακριβώς στην πλάτη του ηθοποιού, μια διαφάνεια μας βοηθά να διαβάσουμε αυτά που ακούμε. Το έχουμε ανάγκη, γιατί όπως αρθρώνεται ο λόγος δίνει την εντύπωση πως υπηρετεί κάτι άλλο πέρα από τα σημαινομενά του. Επιλογή θεμιτή, αλλά παράλληλα και δίκοπο μαχαίρι. Κάπου ο ηθοποιός κερδίζει κάπου χάνει και εννοώ στη μεταφορά του νοήματος. Εν προκειμένω, ακόμη κι αν κάποιος ήταν οικείος με τα αποσπάσματα που ακούστηκαν, ήταν δύσκολο να παρακολουθήσει την εκφορά τους. Ήταν προφανές πως το ζητούμενο, εκ μέρους του καλλιτέχνη, ήταν η επικοινωνία μέσα από την ακουστική. Έτσι:  αλλού με οξύτητα, αλλού επιφυλακτικός, κουρασμένος και αποκαμωμένος  (βλ. Αγαμέμνων), αλλού πιο φευγάτος και οιστρηλατημένος (Κλυταιμνήστρα), αλλού μοιρολογώντας με λόγο παραληρηματικό (Ηλέκτρα),  αλλού ματαιοπονώντας (Κήρυκας), ο λόγος του Ρέτσου-υποκριτή προσπαθούσε να είναι διαρκώς σε μία ευθεία με τον ομηρικό τίτλο της περφόρμανς «έπεα πτερόεντα=φτερωτά λόγια», λόγια που τα παίρνει ο άνεμος, λόγια που δεν χρειάζονται αποδείξεις, λόγια που διαχέονται προς όλες τις κατευθύνσεις, φωνές που ταξιδεύουν και σε ταξιδεύουν, όπως ο αέρας, τα κύματα,  παντού και πουθενά, φωνές που γεμίζουν τον χώρο, που όμως παραμένει πεισματικά πάντα άδειος. 


Επικοινωνία
Ο Ρέτσος γενικά έχει την τάση, όταν προσεγγίζει την τραγωδία, να τα επενδύει όλα στην ακουστική δύναμη και σύνθεση των λόγων. Και καλά κάνει. Το θέμα είναι αν εισπράττονται εξίσου ευεργετικά και από το θεατή. Γιατί το θέατρο είναι πρωτίστως ζωντανή επικοινωνία και όχι διατριβή στη μετρική. Ή, κι αν είναι μια διατριβή στη μετρική, επικοινωνεί; Ορίστε το ζητούμενο.
Η απάντηση ασφαλώς είναι θέμα προσωπικό. Μιλώντας για μένα, πρέπει να πω ότι, παρ’ όλο που γνώριζα τα αποσπάσματα, από ένα σημείο και μετά κουράστηκα προσπαθώντας να ταξιδεύω με τους ήχους. Προσθέτω εδώ και τις επιφυλάξεις μου ως προς την εκδοχή της προσωδίας που προτείνει ο καλλιτέχνης. Δεν έχω να αντιπροτείνω κάτι, αλλά εάν, όπως είπα, στο θεατρο το βασικό ζητούμενο είναι η επικοινωνία σκηνής/πλατείας, για μένα η παράσταση λειτούργησε σαν πλοηγός μακρινού ταξιδιού για περίπου μισή ώρα, μετά την έχασα, αισθάνθηκα πως είχε ανάγκη από κάποιον εμπλουτισμό , ώστε να με κρατήσει στη θέση του συνταξιδιώτη. Δεν έγινε.


Συμπέρασμα: Μια εμπειρία εκτός πεπατημένης, ένα σκηνικό εγχείρημα ενός δοσμένου και παθιασμένου καλλιτέχνη. Το αν συγκινεί ή όχι εξαρτάται από το τι περιμένει ο καθένας να ζήσει πηγαίνοντας στο θέατρο. Σίγουρα, εδώ δεν θα ζήσει κάτι ευπώλητο. Όμως αξίζει να το ζήσει.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
15/06/2014