Η λογική του τσελεμεντέ: Νεφέλες on the road από το Εθνικό Θέατρο



Δεν ξέρω τα εισπρακτικά νούμερα από τις διάφορες πιάτσες των περιοδεύοντων σχημάτων, αλλά αν κρίνω από την Επίδαυρο, το Θέατρο Δάσους και το Θέατρο Κήπου, πρέπει να πήγαν αρκετά καλά. Αναφέρομαι στις τέσσερις αριστοφανικές κωμωδίες που ανέβασαν φέτος τα δύο μεγάλα κρατικά μας θέατρα, το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε μια προσπάθεια να σχολιάσουν παράλληλα και την κρίση που μαστίζει τη χώρα. Τώρα, το κατά πόσο πέτυχαν --και εννοώ ποιοτικά-- είναι θέμα προς συζήτηση. Πάντως και οι «Νεφέλες» του Εθνικού δεν ήταν και ό,τι καλύτερο.

Δυο λόγια για το έργο
Κεντρικό πρόσωπο της σάτιρας του Αριστοφάνη είναι ένας αγράμματος γέροντας αγρότης, ο Στρεψιάδης, ο οποίος, απελπισμένος από την οικονομική του κατάσταση  και την άσωτη ζωή του γιου του Φειδιππίδη, καταφεύγει στο Φροντιστήριο του Σωκράτη για να σπουδάσει Ρητορική και Σοφιστική, ελπίζοντας πως έτσι θα μπορέσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο και να γλυτώσει τα χρέη του. Εκεί τα κάνει θάλασσα και για να σώσει την κατάσταση πείθει τον ανεπρόκοπο γιο του, να πάει στη θέση του. Επιλογή την οποία θα πληρώσει ακριβά.
Στόχος του Αριστοφάνη είναι οι σοφιστές, οι οποίοι τον 5ο αι. π.Χ. παρουσιάστηκαν ως «διαφωτιστές» και «σωτήρες»  της πόλης, διδάσκοντας στους νέους της εποχής τη ρητορική τέχνη.
Ο Αριστοφάνης θεωρούσε πως οι ιδέες τους οδηγούσαν τους νέους στην αμφισβήτηση των παλαιών αξιών και την αθηναϊκή δημοκρατία σε παρακμή. Αποτέλεσμα της αντίδρασής του, οι «Νεφέλες».
Η παράσταση
Ο Νίκος Μαστοράκης υπογράφει μια παράσταση καθαρά εμπορική, που κινείται επάνω σε ήδη γνωστά μοτίβα, με έντονο τον επιθεωρησιακό χαρακτήρα, πασπαλισμένο με κάποιες μεταμοντέρνες πινελιές όχι ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Οι καλές στιγμές σίγουρα δεν λείπουν. Για παράδειγμα  η διαμάχη δίκαιου και άδικου λόγου ήταν καθαρή και δυνατή. Εύστοχη η επιλογή της σκηνοθεσίας να αναδείξει μέσα από τους εμβόλιμους Πλατωνικούς διαλόγους την πραγματική προσωπικότητα του Σωκράτη, αποδεσμεύοντάς την κάπως από τις αρνητικές διαθέσεις της αριστοφανικής γραφής. Όμως, από έναν ταλαντούχο σκηνοθέτη όπως ο Μαστοράκης περιμέναμε  κάτι άλλο, πιο φρέσκο, πιο εκρηκτικό, πιο υποψιασμένο (αισθητικά και ιδεολογικά), πιο απρόβλεπτο, κάτι, τέλος πάντων, που να ιντριγκάρει το νου, να βοηθά τη μνήμη να το θυμάται όταν περάσει λίγος καιρός. Αυτό που είδαμε έσβησε από τη μνήμη μόλις έσβησαν και τα φώτα της σκηνής.

Συντελεστές
Γενικά, οι ηθοποιοί έκαναν αυτό που ζητούσε το πνεύμα της σκηνοθεσίας. Ο Γιάννης Μπέζος, με την εμπειρία και τη σκηνική του παρουσία, ήταν επικοινωνιακός. Ιδίως εκεί όπου τα λέει με το χαραμοφάη τον κανακάρη του, είχε μια αμεσότητα που όντως έκανε γκελ.
Ο Σωκράτης του Μυλωνά, με πλατινέ μαλλί, κολλητά τζην και τακούνια, ήρθε κι έδεσε με τον «μαθητή» του, τον Μπέζο.  Εδώ ίσως η σκηνοθεσία θα μπορούσε να περιορίσει τις ευκολίες της υπερβολής και να κρατήσει τα δρώμενα πιο συμμαζεμένα. Απέναντι από τον Μυλωνά, ο γιος Φειδιππίδης από τον Παπαδημητρίου, με μαλλί αφάνα, στολή μότοκρος, άλλοτε με ροζ πυτζαμάκι, άλλοτε  με κουστούμι γιάπη, είχε στιγμές έντονα γελαστικές και ευθύβολες, που έφτασαν στο κοινό και χειροκροτήθηκαν., αν και τις βρήκα αρκετά κλισαρισμένες και, από ένα σημείο και μετά, μάλλον βαρετές. Γενικά, η παρουσία του είχε κάτι από τον σύγχρονο νεοέλληνα και αυτό το έκανε σαφές η σκηνοθεσία. Όπως ήταν σαφής και η πρόθεσή της να αναδείξει μέσα από τη διαμάχη πατέρα/γιου το χάσμα (αλλά και τις ομοιότητες) των δύο γενεών,  παλαιότερης και νεότερης.
Βρήκα προβληματική την παρουσία του Χορού και το δέσιμό του με το υπόλοιπο έργο, όπως βρήκα απλά λειτουργικές (όχι ευφάνταστες) τις χορογραρφικές λύσεις του Ευαγγελινού, ενώ είχε ενδιαφέρον η μουσική του Γασπαράτου. Η κιτσάτη όψη των κοστουμιών μου τράβηξε την προσοχή. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη καλοί.
Γενική παρατήρηση
Ήταν μια παράσταση που έβγαλε γέλιο, που μάζεψε κόσμο, που χειροκροτήθηκε, χωρίς ωστόσο τίποτα το καινούριο ή αξιόλογο. Ό,τι περίπου γνωρίζαμε και περιμέναμε από μια αριστοφανική διασκευή, αυτό περίπου εισπράξαμε. Είναι προφανές πως δεν αρκούν οι αναγνώσεις που διεκπεραιώνουν χωρίς χονδροειδή λάθη την αριστοφανική κωμωδία. Έχουμε μπουχτίσει από τέτοια. Το ζήτημα είναι η εκ βάθους ανανέωση, ουσιαστική, ενημερωμένη, σύγχρονη και, πάνω από όλα, με διεθνείς φιλοδοξίες (αλήθεια, κανέναν δεν προβληματίζει αυτό το ενδεχόμενο;). Κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί όσο οι ενδιαφερόμενοι λειτουργούν μέσα στα ασφυκτικά χρονικά (και χωρικά) πλαίσια που τους επιβάλλει η λογική των φεστιβάλ και της θερινής περιοδείας. Όσο θα γίνεται αυτό, θα συνεχίσει το γαϊτανάκι των κουραστικών επαναλήψεων, όπου για λίγο  περνάς καλά και μετά πας να δεις την επόμενη παράσταση και μπερδεύεσαι, γιατί η επόμενη είναι όπως η προηγούμενη που ήταν όπως η προπροηγούμενη. Και πάει λέγοντας. Ο ένας «κοπιάρει» τον άλλο, με τη λογική του εμπορικού τσελεμεντέ, με αποτέλεσμα, κανένας να μην ξεχωρίζει. Η γεύση είναι η ίδια, με κάποιες ελάχιστες, έως και αδιάφορες, διαφοροποιήσεις.
Συμπέρασμα: Είναι ξεκάθαρο πως για ν’ αλλάξουν ουσιαστικά κάποια από τα συστατικά της συνταγής, ώστε να ξεπεραστούν οι ευκολίες και τα άνοστα καρικεύματα, απαιτείται χρόνος, υπομονή, επιμονή, έρευνα, συνεχής εργαστηριακή δοκιμασία και, όπου αυτό είναι δυνατό, διεθνής συνεργασία.  Ό,τι ακριβώς δεν επιτρέπει η λογική του Δελφινάριου.

19/8/2012