Μια Ελένη για κάθε εποχή: Στο θέατρο Κήπου μια επίφοβη θυσία





Θυσία ή φόνος;
Η «Ιφιγένια εν Αυλίδι» εξακολουθεί να είναι ένα από τα δημοφιλέστερα κλασικά έργα. Και δικαιολογημένα, αφού έχει να κάνει με ένα φλέγον διαχρονικό θέμα, την έννοια της θυσίας: γιατί να θυσιαστεί κάποιος και, ακόμη πιο πολύ, ποιος εκμεταλλεύεται αυτή τη θυσία; Στην περίπτωση του Αγαμέμνονα, ας πούμε, έχουμε να κάνουμε με μια  πράξη αναπόφευκτη ή με εκμετάλλευση που ισοδυναμεί με φόνο; Θα μπορούσε ο αρχηγός των Ελλήνων να αποφύγει την «εντολή» της Αρτέμιδος; Το ότι η εντολή έρχεται εκ των άνω, τον απαλλάσσει από το ηθικό βάρος της επιλογής;

 Δυσεπίλυτα ζητήματα, γι’ αυτό και ο δαιμόνιος Ευριπίδης σοφά επιβάλλει τη θεϊκή παρουσία εξαρχής. Από τη μια αφήνει τα δρώμενα να εξελιχθούν πλησίον του ιερού άλσους της θεάς στην Αυλίδα και, από την άλλη, περιβάλλει την ίδια με ένα πέπλο μυστηρίου, που την κάνει να φαντάζει σαν μια παρασκηνιακή δύναμη που, μολονότι κινεί τα νήματα, ποτέ δεν αποκαλύπτει το πρόσωπό της (όπως κάθε εξουσία που σέβεται τον εαυτό της). Μέσα από αυτό το πρίσμα, κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι την επιταγή της τη μεταβιβάζει κάποιος άλλος, ο δουλικός Κάλχας, μέσω του χρησμού του. Απ’ αυτόν μαθαίνουμε ότι ο θυμός της θα εξευμενιστεί μόνο με τη θυσία της Ιφιγένειας.
Στην πορεία, η μορφή της θεάς επανέρχεται στο προσκήνιο με τον ίδιο μυστικό τρόπο για κάθε ήρωα ξεχωριστά, εξαναγκάζοντάς τους να κινηθούν σύμφωνα με τις βουλές της. Πρώτος και καλύτερος ο φιλόδοξος Αγαμέμνονας, ο οποίος, που μετά από κάποιους δισταγμούς, αποδέχεται  τη λύση της θυσίας. Είναι και ο  Μενέλαος που χρησιμοποιεί τον χρησμό  για να εξαναγκάσει τον αδελφό του να τον αποδεχτεί (αφού είναι το μοναδικό του μέσο για την επανάκτηση της γυναίκας του). Ο χρησμός, επίσης, αναγκάζει τον Αχιλλέα να αποδεχτεί τη δύναμη της θεάς (παραβλέποντας το θιγμένο εγωισμό του) και να επιμεληθεί τα της θυσίας. Όσο για την Ιφιγένεια, οδεύει προς το θάνατο,  αποδεχόμενη τη θεία παρέμβαση ως ανώτερη των επιθυμιών της (ξεχνώντας αυτό που έλεγε πιο πριν, ότι «Είναι τρελός όποιος ποθεί το θάνατο».

Η παράσταση
Η παράσταση που είδαμε στο ασφυκτικά γεμάτο «Θέατρο Κήπου» από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας και την 5η Εποχή, είχε καλές προθέσεις, αλλά μόνο προθέσεις. Και εξηγούμαι. Συμφωνώ με την ιδέα ότι κάθε εποχή ζητά θυσίες, και ότι το ζήτημα είναι το ερώτημα «θυσίες για ποια Ελένη;» Δηλαδή, ποιος αθώος θα καλείται κάθε φορά να πληρώνει το τίμημα; Απ’ αυτή την άποψη βρήκα εν δυνάμει ενδιαφέροντα τον τρόπο που η σκηνοθεσία του Θ. Μουμουλίδη συνέλαβε τον Χορό των γυναικών. Διαλύοντας το ενιαίο του πρόσωπο, ήταν προφανές πως στόχευε στον πολλαπλασιασμό των (παρ)ερμηνευτών της ιστορίας. Εύστοχη, επίσης, και η επιλογή να «εξαφανίσει» τις γυναίκες του Χορού, περνώντας τες  στα παρασκήνια των δρωμένων, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει την απουσία τους από το «γράψιμο» της ιστορίας. Απλοί θεατές αλλά και μόνιμα θύματα. Όπως η Ιφιγένεια, η οποία αντιλαμβάνεται πώς γράφεται η ιστορία μόνο όταν καλείται να τη συντηρήσει με τη θυσία της. Τότε αποκτά γνώση, που συνοδεύεται και με την απώλεια της αθωότητας. Όπως, τέλος, συμφωνώ με το όλο σκεπτικό επιλογής του εν λόγω έργου. Και τώρα διεξάγεται ένας Τρωικός Πόλεμος. Όπως τότε οι αόρατοι θεοί επέβαλλαν τη βούλησή τους, έτσι και τώρα, αόρατες εξουσίες επιβάλλουν τη δική τους. Οι θεοί του Ολύμπου ακούνε πλέον στο όνομα «θεοί των αγορών». Είναι αυτοί που έχουν μετατρέψει τον άνθρωπο σ’ ένα απλό γρανάζι μιας  καλοστημένης χθόνιας μηχανής.
Συντελεστές
Σε τι διαφωνώ; Προφανώς με την ίδια τη σκηνική υλοποίηση των (φιλολογικών) προθέσεων της σκηνοθεσίας. Γιατί αυτό που είδαμε στο «Θέατρο Κήπου» ήταν μια νυσταλέα παράσταση-αχταρμάς, από την οποία  έλειπαν τα βασικά και, πρωτίστως,  η καλή χημεία και η ενέργεια. Δεν υπήρχε κάποιο εστιακό κέντρο όπου θα συνέκλινε η ορμή των δρωμένων. Ο καθένας το χαβά του, λες και δεν συντελούσαν. Λες και πρώτη φορά συναντιόντουσαν. Η Κ. Καραμπέτη, ξένη με τον χαρακτήρα που κλήθηκε να υπερασπιστεί, διόλου επικοινωνιακή, μπήκε ως βαριεστημένη Κλυταιμνήστρα και αποχώρησε ως σκιά της. Αλλού αυτή κι αλλού το προσωπείο της. Από τις χειρότερες σκηνικές της εμφανίσεις. Πολύ λίγος και ο Στέλιος Μάϊνας στο ρόλο του Αγαμέμνονα. Δεν ζωντάνεψε το πρόσωπο της αδίσταχτης εξουσίας, του ατόμου που μπορεί να κάνει τα πάντα για την καρέκλα. Κι αυτός, μπήκε, βγήκε και ξεχάστηκε. Περιορισμένη και η εμβέλεια του, γενικά φιλότιμου, Μηνά Χατζησάββα (Πρεσβύτης). Δεν είχε να δώσει κάτι. Έκανε μια βουτιά στο ρόλο, και βγήκε στα γρήγορα χωρίς να βραχεί. Ο Αχιλλέας του Γιάννη Στάνκογλου είχε μια καθαρότητα στο λόγο του, πέραν τούτου ουδέν. Η αθωότητα της Ιφιγένειας (της Ιωάννας Παππά) παραήταν προσποιητή. Αλλά και η απώλειά της δεν συνοδεύτηκε από ανάλογα συναισθήματα. Ο Μενέλαος του Άγγελου Μπούρα αδιάφορος στη διεκπεραιωτική του αποστολή. Η διαχείριση του Χορού (Ρίτα Αντωνοπούλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Γιάννα Παπαγεωργίου, Λένα Παπαληγούρα, Αρετή Πασχάλη) ως ιδέα, όπως είπα, καλή, όμως ως σκηνική εκτέλεση χωρίς επικοινωνιακή θερμοκρασία και πειθώ. Κρίμα!
Απορία: γιατί αλήθεια θυσιάστηκε η Ιφιγένεια γι’ αυτή την περιοδεύουσα παράσταση; Επιλογή, αναγκαιότητα ή απλώς προέκυψε;