Το τσίρκο «Η Ελλάς»: Στο «Θέατρο Δάσους» το ΚΘΒΕ




Μια παράσταση σταθμός
«Το μεγάλο μας τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη, έργο-σταθμός για τα ελληνικά θεατρικά δρώμενα, ανέβηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1973 στο θέατρο "Αθήναιον", με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη, τον Κώστα Καζάκο, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο αλλά και τον Νίκο Ξυλούρη να ερμηνεύει ζωντανά τα τραγούδια του Στ. Ξαρχάκου. Ένα έργο- πανόραμα της εθνικής μας ιστορίας, που αρχίζει από την αρχαία εποχή, περνά από το Βυζάντιο, στην Τουρκοκρατία, τον Όθωνα και τους υπόλοιπους κυβερνήτες, για να φτάσει ως τη Μικρασιατική καταστροφή, τον πόλεμο του '40 και την κατοχή.

 Όσοι το είδαν τότε μιλούν για μια καυστική παρέμβαση στα δεδομένα της εποχής. Για όλους εκείνους τους πρώτους θεατές το έργο δεν ήταν μια απλή κωμωδία, αλλά ένα έργο διαμαρτυρία που έλεγε επί σκηνής όσα δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν οι ίδιοι, ένα έργο που περνούσε λογής λογής μηνύματα που είχαν να κάνουν με την εθνική μας περιπέτεια, τη διχόνοια, τη φαυλότητα, τη φιλαυτία, αλλά και με το συλλογικό σθένος όταν οι καιροί το επιβάλλουν.

Η περιπέτεια συνεχίζεται
Περίπου σαράντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμά του, ο Σωτήρης Χατζάκης, το εντάσσει στο θερινό ρεπερτόριο του ΚΘΒΕ, θέλοντας έτσι να δείξει ότι η ιστορική  περιπέτεια συνεχίζεται. Μάλιστα, κάνει πρόταση στον πρώτο διδάξαντα, τον Κώστα Καζάκο, να το αναλάβει. Αυτός αρνείται και έτσι στο τιμόνι κάθεται ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού, ο οποίος στοχεύει εξαρχής στη σφυρηλάτηση μιας πολυεπίπεδης εθνικής τοιχογραφίας, από υλικά που ξέρει καλά, υλικά παρμένα από τα λαϊκά πανηγύρια, τα μπουλούκια, από τη ζωή στην ύπαιθρο, τις παραλογές, αλλά και από κινηματογράφο (εν προκειμένω Φελίνι). Κοιτάζει ώστε κάθε ιστορικός σταθμός να μεταφέρει το δικό του αισθητικό στίγμα, όπως και τη δική του πανηγυριώτικη ανεμελιά και λίγο τη (μπαχτινική) υπερβολή που ταιριάζει σε τέτοια θεάματα. Και όλα αυτά χωρίς φλυαρίες, φρου-φρου και αρώματα. Σκηνοθεσία καθαρή, λιτή, έντιμη, που ίσως πετύχαινε ακόμη πιο πολλά πράγματα αν μεριμνούσε από την αρχή να φύγουν για τα «αποδυτήρια» ορισμένα επεισόδια που δεν περπατούσαν. Για παράδειγμα, η σκηνή με τον Ανδρόνικο (Αρμένης) ήταν άσφαιρη. Το ίδιο και ορισμένα βαρύγδουπα και ηρωικά τσιτάτα, τα οποία φάνταζαν, ένεκα τόνου και ύφους, εκτός πνεύματος σύγχρονης εποχής.
Ο περισσότερος κόσμος πάντως δεν φάνηκε να δυσφορεί μ’ αυτά. Τουλάχιστον αυτό έδειξε το τελικό χειροκρότημα. Ήταν θερμό. Εγώ ομολογώ πως δεν αισθάνθηκα μέρος αυτή της γενικότερης λαϊκής αποδοχής. Ναι, μου άρεσε η σκηνοθετική δουλειά, όμως με κούρασε το ίδιο το έργο. Το βρήκα ξεπερασμένο αισθητικά, υφολογικά, γλωσσικά και, τολμώ να πω, ιδεολογικά
Οι ρυτίδες του έργου
Με κανένα τρόπο δεν υποβιβάζω την ιστορική του βαρύτητα, καθώς και την προχωρημένη του γραφή (με τα δεδομένα της τότε εποχής, πάντοτε). Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε ήταν μέσα στην καρδιά των γεγονότων. Όλα αυτά που είδε ο κόσμος το 1973 ταίριαζαν απόλυτα και στις προσδοκίες του και στην ιδεολογία και στην αισθητική του. Σήμερα το έθνος μπορεί να βιώνει νέες περιπέτειες (που μοιάζουν εν πολλοίς με τις αλλοτινές), όμως απαιτούν μια εντελώς άλλη καλλιτεχνική και επικοινωνιακή διαχείριση. Το σημερινό τσίρκο παίζεται με εντελώς άλλους όρους και άλλους αποδέκτες που καμιά σχέση δεν έχουν με την Ελλάδα των συνταγματαρχών, πολλώ δε μάλλον την Ελλάδα της Κατοχής, του Εμφυλίου κ.λπ. Τότε ο κόσμος ζητωκραύγαζε σε κάθε υπονοούμενο, γιατί σκεφτόταν τη δική του έλλειψη ελευθερίας. Ο Καμπανέλλης έγραψε ένα έργο για να πολιτικολογήσει. Ήταν ένα προπέτασμα καπνού. Πήρε την ιστορία και τη λιάνισε, την κατέβασε από το βάθρο των ιερών και οσίων, την έκανε προσιτή και κατανοητή, ώστε να βοηθήσει τον θεατή/πολίτη ν’ αποκτήσει ιστορική συνείδηση. Γι’ αυτό και η παράσταση τότε είχε παιχτεί με τους κώδικες της παλιάς λαϊκής επιθεώρησης ώστε να υπάρχει αμεσότητα σκηνής/πλατείας. Επιλογή που, όπως ξέρουμε, προαπαιτεί ηθοποιούς με τους οποίους να ταυτίζεται το κοινό. Και αυτοί οι ηθοποιοί υπήρχαν. Τόσο η Καρέζη όσο και ο Παπαγιαννόπουλος, ήταν από τους ηθοποιούς εκείνους με τους οποίους ο κόσμος επικοινωνούσε, πράγμα που μετέτρεπε το έργο από αισθητική εμπειρία σε πολιτικό γεγονός. Και εδώ έρχομαι να αιτιολογήσω γιατί δεν με συγκίνησε η παράσταση που είδα στο κατάμεστο Θέατρο του Δάσους.
Αναγνωρίζω ότι οι δυο καλοί ηθοποιοί, ο Νούσιας (Ρωμιός) και η Ασλάνογλου (Ρωμιάκι), που εμφανίζονται πρώτοι στη σκηνή και αναγγέλλουν και σχολιάζουν (αλά Μπρεχτ)  τα καθέκαστα, το πάλεψαν, ίδρωσαν και πάσχισαν για το καλύτερο, όμως αισθάνομαι πως η ενέργειά τους σταματούσε στα όρια του χώρου δράσης, δεν κατέβαινε προς τα κάτω, δεν γινότανε και «δική μας». Σχόλια που περίπου περιγράφουν τη σκηνική παρουσία και των άλλων είκοσι περίπου ηθοποιών που κλήθηκαν να υποστηρίξουν ρόλους σε αυτό το επικό καλειδοσκόπιο της Ελλάδας (ανάμεσά τους και οι έμπειροι Αρμένης, Γούναρης, Νίνης, Παλάντζα, κ.ά.). Υπήρχε ειλικρίνεια και δόσιμο στο παίξιμό τους. Ο λόγος τους έλεγε αλήθειες, δεν υπήρχε όμως (διαδραστική) ενέργεια στα επικοινωνιακά τους μονοπάτια, ώστε να τις κάνει διαπεραστικές.
Τα σκηνικά της Έρσης Δρίνη απλώς στήθηκαν στο πνεύμα μιας λαϊκής παράστασης. Εξαίσια η φωνή του Ζαχαρία Καρούνη, χωρίς όμως τις ιδιαίτερες συγκινήσεις που προκαλούσε η φωνή του Ξυλούρη στην αίθουσα του Αθήναιον με τους ΕΣΑτζήδες παρόντες. Λογικό.
Συμπέρασμα: μια καλοστημένη παράσταση ενός μεγαλόπνοου έργου που θεωρώ πως χρόνος του αφαίρεσε πολλά από τα επικοινωνιακά του όπλα. 

15/7/2012
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου