Τα «νεφρά» είναι καλά, εμείς δεν είμαστε καλά



Να πω εξαρχής ότι γενικά δεν μου αρέσει ο ρεαλισμός στο θέατρο, όχι μόνο γιατί το θέατρο από τη φύση του δεν μπορεί να είναι ρεαλιστικό, αλλά και γιατί θέλω το θέατρο να προκαλεί και όχι να επιβεβαιώνει τα όρια της κατανόησης που έχω για τον κόσμο. Κάτι που ένας αναγνωρίσιμος ρεαλισμός δεν μπορεί να κάνει, γιατί εάν το έκανε δεν θα ήταν ούτε οικείος αλλά και ενδεχομένως ούτε ρεαλισμός. Εξ ου και οι πολλές επιφυλάξεις μου. 

Στάση που προφανώς δεν είναι πάντα δεδομένη και απόλυτη. Υπάρχουν έργα που συγκινούν με τον τρόπο τους και το θέμα τους, χωρίς κατ’ ανάγκη να σε κάνουν σοφότερο ή να προκαλούν την θεατρική σου επάρκεια. Και ένα από αυτά είναι του Μπάμπη Τσικλιρόπουλου Ωχ τα νεφρά μου (Μικρή σκηνή της Μονής Λαζαριστών, ΚΘΒΕ). Θέμα του, η ανδρική φιλία. Όπως λέμε: Αμλετ/Οράτιος, Ρόζενκραντζ/Γκίλντερνστερν, ΄Αμποτ/Κοστέλλο, Όσκαρ/Φέλιξ (από το Παράξενο Ζευγάρι του Νιλ Σάιμον), Βλάντιμιρ/Έστραγκόν (Περιμένοντας τον Γκοντό, του Μπέκετ), Χόφμαν/Βόιτ (στην ταινία Καουμπόι του μεσονυκτίου). Όσο για το θέμα εμπορίας ανθρωπίνων οργάνων που δοκιμάζει τη φιλία, πρόχειρα θυμάμαι το βραβευμένο Harvest, της Ινδής Μαντζούλα Παντμαναμπλάμ που είδαμε στο Θέατρο Τέχνης.
Όλα αυτά, βέβαια, δεν τα αναφέρω για να αφαιρέσω από την αξία του έργου του Τσικληρόπουλου, αλλά για να προκαλέσω ενδεχομένως πιθανές συγκρίσεις. Άλλωστε όλοι από κάπου εμπνεόμαστε ή κάτι μιμούμαστε. Η παρθονεγένεση στην τέχνη είναι για τους αφελείς ή τους αδιάβαστους.


Το έργο
Ήρωες της ιστορίας είναι δύο φίλοι, με τα ενδεικτικά ονόματα Μητσάρας και Μπούλης. Τους πρωτοσυναντούμε στην τρώγλη τους, εκεί όπου έχουν την πολυτέλεια να ονειρεύονται ένα ταξίδι σε μια παραλία με χουρμαδιές. Είναι η δική τους Ιθάκη, την οποία εκμεταλλεύεται ο αδίστακτος έμπορος ανθρωπίνων οργάνων («Νεφράς», όνομα και πράμα), ώστε να τους δελεάσει στην αρχή και κατόπιν να τους απειλήσει να δεχτούν την προσφορά του: δυο νεφρά=ένα ταξίδι.
Ο Τσικληρόπουλος, χωρίς να γίνεται κραυγαλέος για να εκμαιεύσει συναισθήματα, επιτυγχάνει με καλά μελετημένες δόσεις χιούμορ και πόνου, να υφάνει πειστικά και με κομψότητα το δράμα των δύο φίλων. Ο διάλογος γρήγορος, σπινθηροβόλος, έξυπνος και σωστά ρυθμισμένος απελευθερώνει συναισθήματα, σκέψεις, αγωνίες και όνειρα. Αν και κινείται στις παρυφές του μελό, τελικά το αποφεύγει, προτάσσοντας ως λύση την «ήττα» του Μητσάρα, ο οποίος εμφανίζεται προς το τέλος του έργου περιχαρής και εμμέσως πλην σαφώς μας ανακοινώνει ότι υπέκυψε στο δέλεαρ της προσφοράς του εμπόρου και πούλησε τον ένα του νεφρό ώστε να πραγματοποιήσει το ταξίδι με το φίλο του σε μέρη εξωτικά.
Με αυτήν την «αντιμελοδραματική» επιλογή ο Τσικλιρόπουλος φέρνει την αναμέτρηση στα μέτρα των δύο ανδρών. Επιλέγοντας την ήττα του αδυνάτου θυμίζει  ποιος κάνει κουμάντο σ΄ αυτήν τη ζωή. Εύστοχη επιλογή. Από τη στιγμή που αποφάσισε να γράψει μια ιστορία με όρους ρεαλιστικούς, όφειλε να δει και την έκβαση του αγώνα ρεαλιστικά, χωρίς καταπραϋντικά.. Τα περί λαϊκής δικαιοσύνης, ηθικής και ήθους ευτυχώς έμειναν εκτός, γιατί με κάτι τέτοια φτάνει κανείς στην εύκολη και παραπλανητική συνθηματολογία.


Παράσταση
Αυτά ως προς το έργο. Σε ό,τι αφορά την παράσταση είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο συγκροτημένη σκηνοθεσία του Γιώργου Κιουρτσίδη. Χωρίς να λαίκίζει, να φλυαρεί και να κραυγάζει, είδε πού βρίσκεται το ζουμί και ζούμαρε. Καθάρισε τις ράγες των δρωμένων, ώστε να βγουν αβίαστα οι ρυθμοί, η ατμόσφαιρα, η ουσία της φιλίας και οι εικόνες της αγωνίας αλλά και της αξιοπρέπειας των χαρακτήρων, και πορεύθηκε προς την έξοδο χωρίς τριγμούς και άστοχες περιδινήσεις. Θεωρώ πως κέρδισε τις εντυπώσεις από το γεγονός ότι δεν προσπάθησε να κάνει τίποτε περισσότερο από ό,τι του επέτρεπε το έργο.
Ερμηνείες
Η παράσταση ευτύχησε να έχει στο καστ της έναν σπουδαίο λαϊκό πρωταγωνιστή, τον Τάσο Πεζιρκιανίδη. Ειλικρινά είχα καιρό να τον δω να παίζει με τέτοια φυσικότητα, αβίαστα, χαλαρά και ανθρώπινα. Ούτε μούτες ούτε πόζες, ούτε λαϊκότροπα λιλιά, έπιασε το ρόλο από τα κέρατα και τον έκανε να λάμψει. Κάθε κίνησή του μετρημένη με το αζιμούθιο. Έπαιξε έξοχα τη λεπτομέρεια κ έτσι έβγαλε όλες τις κρυμμένες πτυχές του ρόλου, και τις κωμικές, και τις γκροτέσκες και τις τραγικές. Με δυο λόγια, έπλασε χαρακτήρα κι όχι τύπο.


Δίπλα του, σε μια πολύ καλή στιγμή, ο «έξω καρδιά» «Μητσάρας» του Σπύρου Σαραφιανού, συνοδοιπόρος με καλό γκελ και ετοιμοπόλεμος στις αναπάντεχες κούρβες της χαμοζωής, συγκίνησε και προβλημάτισε γόνιμα. Αρκούντως (και δεόντως) αντιπαθητικός ο «Νεφράς» του Γιάννη Χαρίση. Το υπόγειο παίξιμό του, με το μόνιμα σαρδόνιο μειδίαμα, σ’ έσπρωχνε ν’ ανέβεις στη σκηνή και να τον πλακώσεις στις σφαλιάρες. Σωστός. Και η Ειρήνη Μουρελάτου, συμπαθητικό πορνίδιο, έβγαλε ελεγχόμενη μαγκιά αντάμα με έναν υφέρποντα ανθρωπισμό, δικαιώνοντας τη λαϊκή ρήση που λέει ότι και οι πουτάνες έχουν ψυχή, ή κάπως έτσι. Και κάτι ακόμη: Έκανε το κοινωνικό της καθήκον που μπορεί να μην ανέδειξε τον άντρακλα μέσα από τον Μπούλη, αλλά αποσυμπίεσε τις φοβίες του και τον επανέφερε στον κόσμο χωρίς τραύματα.
Το σκηνικό της Χαράς Τσουβαλά, με τα ετοιμόρροπα έπιπλα και τα πάκα από χαρτόκουτα, επέβαλε ατμόσφαιρα σε μία ευθεία με το γενικότερο πνεύμα σκηνοθεσίας και διδασκαλίας ρόλων.
Συμπέρασμα: μια έντιμη παράσταση η οποία, χωρίς καινοτομίες, βρήκε το στόχο της, δηλαδή εμάς. Με απλούς όρους θεατρικής κριτικής: πηγαίνετε να τη δείτε, αξίζει τα λεφτά που θα δώσετε.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
29/03/2015