Βρετανικός ρεαλισμός ουσίας



Θέλω να κάνω μια δυο γενικές παρατηρήσεις που αφορούν το πολύπαθο δραματικό κείμενο σήμερα. Η πρώτη λέει ότι, τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, η αγγλόφωνη δραματουργία είναι ίσως η καλύτερη στον κόσμο. Και τούτο για δυο πολύ βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπέκυψε στο δέλεαρ της υπεροχής του σκηνοθέτη (βλ. Γερμανία). Εξακολουθεί να είναι ένα θέατρο κειμενοκεντρικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί, ως τον ακρογωνιαίο λίθο του θεατρικού γίγνεσθαι, πρώτα το συγγραφέα. Δεύτερος κατά σειρά έρχεται ο ηθοποιός και τελευταίος και καταϊδρωμένος ο σκηνοθέτης.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει (κατά τη γνώμη μου πάντα) με την καλή οργάνωση των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής, θεσμός που έχει βοηθήσει ώστε να μάθουν οι επίδοξοι συγγραφείς να διαχειρίζονται τα υλικά κατασκευής ενός δραματικού έργου. Από κει και πέρα το κατά πόσο το αποτέλεσμα είναι καλό ή κακό εξαρτάται από τη φαντασία και τις ικανότητες του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Και η Λούσι Πρεμπλ, η Αγγλίδα των μέχρι στιγμής μόλις τριών έργων, φαίνεται πως έχει ταλέντο και της περισσεύει. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, δείχνει βαθειά υποψιασμένη και μάλιστα γύρω από θέματα πολύ σύνθετα. Να θυμίσω ότι στο δεύτερο κιόλας έργο της, το «Enron» (2009), εστίασε στον τρόπο που λειτουργούν οι μεγάλες επιχειρήσεις και πώς εξαπατούν τον κόσμο. Τώρα, στο «Effect: τομογραφία του έρωτα», στο στόχαστρο βάζει τις φαρμακοβιομηχανίες και πώς εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων για θεραπεία.
Το έργο
Πρωταγωνιστές του δραματικού στόρι είναι δύο νέοι, ο Τρίσταν και η Κόνι, που δέχονται να συμμετάσχουν, επί πληρωμή, σε διάφορα πειράματα που γίνονται με θέμα την κατάθλιψη. Στην πορεία ερωτεύονται και μέσα από την εξέλιξη της σχέσης τους η Πρεμπλ βρίσκει την ευκαιρία να επαναφέρει, με ένα δικό της τρόπο, τα αναπάντητα ερωτήματα του Άμλετ γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη:
Τι είναι εκείνο που μας κάνει αυτό που είμαστε; Τα συναισθήματα που ελέγχονται από τα χημικά είναι λιγότερο αληθινά και έγκυρα; Δηλαδή, παύουν να είναι προσωπική έκφραση; Εάν τα χημικά προκαλούν απώλεια μνήμης, τι μένει από τον αυθεντικό εαυτό μας; Τελικά: Είμαστε το σύνολο των λειτουργιών των ζωτικών μας οργάνων ή μήπως το μυαλό κουβαλά κάτι παραπάνω, κάτι πολύ δικό του, που διαμορφώνει και την προσωπική μας ταυτότητα;


Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι το τέλειο έργο. Εάν κάποιος αναζητήσει τρωτά σημεία για να το ελέγξει, σίγουρα θα βρει. Για παράδειγμα, θεωρώ υπερτονισμένο το ηθικοδιδακτικό του ύφος. Κάπου γίνεται αρκετά «φωνακλάδικο». Επίσης, είναι κάποια πράγματα που καλούμαστε να δεχτούμε ως αυτονόητα, ενώ είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, όπως το γεγονός ότι η Λόρνα, η ψυχίατρος της κλινικής που παρατηρεί την εξέλιξη των πειραμάτων στη συμπεριφορά των δύο νεαρών, μαθαίνει προς το τέλος ότι και σ’ αυτήν χορηγούν εντέχνως οι υπεύθυνοι της κλινικής αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Εδώ έχουμε μια ανατροπή της πλοκής που πιο πολύ αφορά την ενίσχυση της αδρεναλίνης του δράματος παρά την ενίσχυση της αληθοφάνειας ή την προώθηση του στόρι.
Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά είναι απλά παρανυχίδες. Η ουσία λέει ότι το έργο θέτει ενώπιόν μας καυτά ζητήματα και μπράβο σε αυτό το νεαρό κορίτσι που είχε το θάρρος και την καθαρότητα μυαλού να ασχοληθεί. Αλλά μπράβο και στη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη (για λογαριασμό του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών). Δικαιούται τα εύσημά της. Έβγαλε στην επιφάνεια τον ωμό ρεαλισμό του δράματος και συγκίνησε.


Η παράσταση
Σε ένα χώρο με πολύ καλά ενσωματωμένη την τεχνολογία, (πολλά συγχαρητήρια για το εξαιρετικό βίντεο που επιμελήθηκε ο Στάθης Μήτσιος), ο Αρβανιτάκης χωρίς εντυπωσιασμούς, παραπλανητικά ευρήματα, αχρείαστα εφέ, σπασμωδικές λύσεις και λιλιά, αναζήτησε με υπομονή και προσοχή τον πυρήνα από όπου εκκινούν οι ιδέες του έργου, και με βάση αυτό έστησε σκηνές, βρήκε ρυθμούς, επέβαλε ηχοχρώματα και δίδαξε υπαρξιακές ενδοσκοπήσεις και ρόλους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα θέαμα πέρα για πέρα ευεργετικό, που στήριξαν με νύχια και με δόντια και οι τέσσερις ηθοποιοί.


Η Καλλιόπη Παναγιωτίδου, ως Κόνι, παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας της, βρήκε τις σωστές κλίμακες και κινήθηκε ανάλογα και μας κέρδισε. Η ερμηνεία της εξέπεμπε μια λάμψη και ο έρωτάς της για τον Τρίσταν πρόδιδε πραγματική έγνοια, όπως και κατά τόπους οργή και απογοήτευση. Δίπλα της, ο Μάνος Στεφανάκης, επίσης καλός ως ο πιο εύθραυστος Τρίσταν, ο λίγο πλακατζής και “άτακτος”, συνέβαλε στο να λειτουργήσει καλά η χημεία ανάμεσά τους. Ο «γιατρός» του Αντώνη Καρυστινού είχε ένα καλό μείγμα σιγουριάς και ενοχής, αποτέλεσμα της πίστης του ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι μια πανάκεια. Όσο για την «ψυχίατρο» Άννα Μάσχα, ψυχρή επαγγελματίας στην αρχή, μονίμως με μια μάσκα, σταδιακά απαλλάσσεται απ’ αυτήν, αποκαλύπτοντας ένα πλάσμα εύθραυστο και πληγωμένο. Απομονώνω για σεμινάριο το έντονο τετ α τετ της με το γιατρό. Εκεί βγήκε όλο το νευρώδες πάλεμα σπαρασσόμενων συναισθημάτων. Υπέροχη. Και όλοι μαζί εξαιρετικοί. Έβγαλαν δράμα και προκάλεσαν συγκίνηση μέσα σε ένα περιβάλλον κατάθλιψης και κλινικής αποστείρωσης. Έδειξαν ότι δεν πρωταγωνιστούν μόνο σε ένα έργο ιδεών αλλά και σ’ ένα έργο παλλόμενων συναισθημάτων.
Συμπέρασμα: βγαίνοντας από το θέατρο ένιωσα ανακούφιση. Αισθάνθηκα ότι δεν πήγε χαμένος ο χρόνος μου (όπως συμβαίνει συχνά). Το προτείνω χωρίς δεύτερη σκέψη. Σπεύσατε (sic), γιατί την Κυριακή κατεβαίνει.
Απρογραμμάτιστο υστερόγραφο

Ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών Θοδωρής Αμπαζής
Δεν έχει σχέση με την παράσταση αλλά με το διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ που έφερε την παράσταση εδώ στη Θεσσαλονίκη, τον Θοδωρή Αμπαζή. Λίγα λεπτά πριν στείλω το κείμενο στο περιοδικό, έμαθα (και έπεσα από τα σύννεφα) ότι ο Δήμαρχος Πατρών σκοπεύει να επαναπροκηρύξει τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή. Δεν ξέρω τις λεπτομέρειες για να κάνω σοβαρό αντίλογο. Εκείνο που ξέρω, και μου αρκεί, είναι ότι όταν έχεις στα χέρια σου έναν άνθρωπο που κυριολεκτικά απογείωσε το δημοτικό θέατρο της πόλης δεν ψάχνεσαι αλλού. Τι να πω!! Ή μάλλον, τι έχει να μας πει ο κύριος δήμαρχος; Θα μας υποχρεώσει.

Πρώτη δημοσίευση: Παράλλαξη 20/03/2015