Περιπέτειες σωμάτων: Στο θέατρο "Αυλαία" και το «Τ».






Το Μένγκελε του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα θεατρικό κέντημα περασμένο ψιλοβελονιά, μια ταπετσαρία συναισθημάτων, πολύχρωμων όσο και αντιφατικών, μια αποθήκη της μνήμης που για να επικοινωνήσει απαιτεί καλή στόχευση και καθαρούς χειρισμούς. Ο Τριαρίδης πορεύθηκε με καθαρό μυαλό και επαρκή προετοιμασία. 

Για να μπορεί να ελίσσεται πιο άνετα ανάμεσα στις συμπληγάδες του θέματός του, κατέφυγε, εκτιμώ σωστά, στην τεχνική και τη λογική του θεάτρου εν θεάτρω, συσκοτίζοντας σκόπιμα τις διαχωριστικές γραμμές, για να βοηθήσει να φανούν εναργέστερα τα δυσεπίλυτα ερωτηματικά που θέτει η συνάντηση των δύο προσώπων. Όσο απλώνεται χωροχρονικά η δράση, η απόσταση από το Μένγκελε του Άουσβιτς και το Μένγκελε του τρένου γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη. Το ίδιο και με την Εσθήρ του στρατοπέδου και την Εσθήρ την υποφήφια διδάκτορα. Η πολυεπίπεδη δόμηση του έργου τα αφήνει όλα ανοικτά στο ενδεχόμενο της ευεργετικής παρανάγνωσης. Θέμα συζήτησης, δοκιμασίας και στοιχήματος ο μεγάλος έρωτας, ο οποίος κάποιους προορίζει, εκ θέσεως, ως θύματά του και άλλους ως θύτες. Το «Αν είσαι, είμαι» είναι ένα ψέμα. Κάποιος πάντα κάθεται στο τιμόνι. Ο Μένγκελε στην αρχή είναι αυτός που δημιουργεί και αποδημιουργεί.  Μέχρι που η Εσθήρ παίρνει στα χέρια της τους όρους του παιχνιδιού, με αποτέλεσμα στο τέλος να εμφανιστούν και οι δύο εφ’ όρου ζωής εγκλωβισμένοι στα όρια ενός παιχνιδιού που άρχισε σαν ψέμα και κάποια στιγμή ξέφυγε.


Σκηνοθεσία
Η σκηνοθεσία του Κ. Φιλίππογλου (όπως την είδαμε στο θέατρο "Αυλαία") άφησε το σκηνικό παιχνίδι να εξελιχθεί στα όρια ενός ρευστού σκηνικού ρεαλισμού. Σαφής, ειλικρινής, καλά οργανωμένος όσο και ευανάγνωστος στις επιλογές του, αναζήτησε την ψυχή της δράσης χωρίς σκηνοθετισμούς και φλυαρίες. Από την άλλη αισθάνομαι πως ένα τέτοιο έργο από τη φύση του ζητά μια κάπως πιο σύνθετη σκηνική γλώσσα για να λειτουργήσει, διαφορετικά μένουν απέξω κάποιες από τις βασικές του ουσίες, όλο εκείνο το εσωτερικό καζάνι που  βράζει και είναι έτοιμο να εκραγεί. Η Αλικάκη, ηθοποιός με δοκιμασμένες δυνατότητες, κατέθεσε μόχθο, αγάπη και έγνοια. Και το είδαμε. Όμως, αισθάνομαι πως δεν κατάφερε να μας κρατήσει μαζί της, ένθερμους συνταξιδιώτες, ως το τέλος. Δεν κόψαμε το νήμα μαζί. Από ένα σημείο και μετά, άρχισαν να θαμπώνουν κάπως τα ζητούμενα της συνάντησής της με το βασανιστή της. Ίσως και να ' φταιγε η χημεία με το σκηνικό της σύντροφο, το Λάζαρο Γεωργακόπουλο. Αισθάνθηκα πως κάτι έλειπε από τις συνευρέσεις τους και ιδίως από τη μεριά του Γεωργακόπουλου. Μπορεί και να είναι μόνο η προσωπική μου εκτίμηση, αλλά γενικά στις παραστάσεις όπου πρωταγωνιστεί δεν εισπράττω εύκολα αυτά που κάνει. Ίσως γιατί, έχω την αίσθηση, πως δεν τα κάνει για μας, αλλά κυρίως  γι'  αυτόν. Περιστρέφεται μονίμως γύρω από τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να σμικρύνει κατά πολύ το επικοινωνιακό εύρος της προσπάθειάς του
Το ευέλικτο σκηνικό της Μπρούμα και οι σχολιαστικοί φωτισμοί της Μάσχα, δημιούργησαν ένα περιβάλλον που μπορεί να μην μας συνεπήρε με την ευρηματικότητά του, όμως ήταν αρκετά γενναιόδωρο απέναντι στις προσπάθειες των δύο πρωταγωνιστών όσο  και απέναντι στο βαρύ φορτίο της γραφής του Τριαρίδη.


Περί παρενδυσίας 
Το νεαρό απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου Δημήτρη Φουρλή τον είδα για πρώτη φορά να παίζει στο Έγκλημα και τιμωρία, σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή (Θέατρο Όρα). Τον είδα να παλεύει φορτωμένος ένα ρόλο σκέτο βαρίδι. Και όπως είχα την ευκαιρία να γράψω τότε, τα πήγε μια χαρά. Έδειξε καλά στοιχεία. Τώρα είχα την ευκαιρία να τον ξαναδώ (στο θέατρο "Τ") σε ένα ρόλο, επίσης ζόρικο, αυτό της τραβεστί Μπέττυ (Ελισάβετ Βακαλίδου, Μπέττυ: Ο καπετάνιος της ψυχής μου) που έγινε γνωστή ανά το πανελλήνιο τη δεκαετία του 1970, όταν αναμείχθηκε μεταξύ άλλων, και με το κίνημα των τρανσέξουαλ. 
Ήταν η προσωπική του επιλογή στο μάθημα της Υποκριτικής. Επιλογή εκ φύσεως ζόρικη, γιατί δεν είναι μόνο το βάρος του μονολόγου που λυγίζει άμαθες και νεανικές πλάτες, αλλά και το βάρος της παρενδυσίας, δηλαδή της έμφυλης υπέρβασης, που άρχισε όταν η Μπέττυ επέλεξε, στα 15 της χρόνια, να φύγει από το χωριό και την οικογένειά της και να κατέβει στην Αθήνα, όπου  θα περάσει από όλες τις φάσεις που περνούν τύποι του περιθωρίου, όπως αυτή. Έρωτες, κράξιμο, συλλήψεις, πεζοδρόμιο, ναρκωτικά, απόρριψη.
Ενσαρκώνοντας την ετερότητα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να καταλήξει κάποιος στην παρωδία, στο γραφικό, στο στερεότυπο και στο εμπορικά εύκολο, κοινώς πιασάρικο, εξαφανίζοντας έτσι κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας αλλά και ανθρωπισμού. Η ετερότητα έχει τη δική της οντολογία, τις δικές της αιτιάσεις (ανεξάρτητα αν κάποιος διαφωνεί ή όχι) και αυτά πρέπει να γίνουν σεβαστά. Και νομίζω πως η ερμηνεία του νεαρού Φουρλή, στο σύνολό της, ενσάρκωσε με φροντίδα και μέτρο, το πολυσχιδές αυτό προσωπείο. Στην αρχή, θα έλεγα στο πρώτο εικοσάλεπτο της προσπάθειάς του, αισθάνθηκα πως δεν πατούσε γερά. Υπήρχε περίσσευμα άγχους. Στην αγωνία του να κερδίσει αμέσως το κοινό συμπίεζε τα πράγματα, αντί να τ’ αφήσει να του υποδείξουν το δρόμο. Από ένα σημείο και μετά, όταν άρχισε να εισπράττει τα πρώτα θετικά βάιπς από την πλατεία, όταν είδε πως λειτουργούν οι σχέσεις, χαλάρωσε, μπήκε στο ρόλο, πήρε το πάνω χέρι και οδήγησε την περφόρμανς εκεί που ήθελε, υπογραμμίζοντας  σωστά και εικονίζοντας πειστικά το σπαρακτικό πορτρέτο αυτής της περιθωριακής φιγούρας.
Το ξαναλέω: έχει ταλέντο. Ας προχωρήσει ταπεινά και με σκληρή δουλειά ώστε τα καλά στοιχεία που διαθέτει να τον οδηγήσουν στις σωστές επιλογές. Η φωνή της μάνας που ακούγεται είναι της Φιλαρέτης Κομνηνού. Η διασκευή/σκηνοθεσία του Θ. Θεοχάρογλου απλή και συμμαζεμένη επικοινώνησε.


Υστερόγραφο. Διάβασα κάπου ότι για την ερμηνεία του πήρε κάποιο διαδικτυακό βραβείο νέου προσώπου από το κοινό. Και απορώ: ποιο είναι αυτό το κοινό; Είναι όπως το κοινό του πρώτου διδάξαντος, του Αθηνοράματος, ας πούμε; Είναι κοινός τόπος να πούμε πως  όσο πιο πολλά βραβεία δίνονται τόσο μικρότερη αξία έχουν. Είναι το ίδιο με τις κριτικές θεάτρου. Ελέω  social media όλοι γράφουν πια κριτική, με αποτέλεσμα να χάσει η κριτική κάθε αξία και κυρίως δυνατότητα παρέμβασης. Αυτή είναι και η έννοια της «νέας δημοκρατίας» του διαδικτύου: η εξομοίωση προς τα κάτω.  Και για να μην παρεξηγηθώ, το σχόλιο προφανώς και δεν αφορά τον ίδιο τον καλλιτέχνη που βραβεύτηκε (βλ. τα θετικά σχόλια παραπάνω), αλλά γενικά  την τάση που διαμορφώνεται διαδικτυακά στο όνομα μιας τάχα "λαϊκής" ετυμηγορίας. Επιμένω και υπογραμμίζω την επικινδυνότητα της τάσης, γιατί πολύ εύκολα  μπορεί να παρασύρει τους πάντες, εννοείται προς τα κάτω.

Σημ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε ειδικά για την εβδομαδιαία στήλη μου που φιλοξενείται στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, όμως οι συνεχείς απεργίες οδήγησαν στη ματαίωση κυκλοφορίας πολλών κυριακάτικων εκδόσεων, με αποτέλεσμα να μη δημοσιευτεί ποτέ εκεί.


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου