Ψωνίζω άρα υπάρχω (στο Βασιλικό)



Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1972, ξάφνιασε, και εννοώ όλους εκείνους που είχαν ταυτίσει τον Βρετανό Άλαν Έικμπορν με την αδιάφορη φαρσοκωμωδία. Και δεν τους αδικώ, γιατί περίπου αυτή ήταν η πορεία του μέχρι τότε: εμπορική και ανάλαφρη. Με το Συνέβη και του χρόνου κάνει μια ξαφνική στροφή: μπαίνει στον χώρο ενός πιο μικτού είδους, όπου η δοσολογία γέλιου και στοχασμού αλλάζει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μας παραδίδει και κάποιο αριστούργημα. Πάντως σίγουρα δεν προσβάλλει τη νοημοσύνη μας.


Η δράση εστιάζει στα 70s, εποχή γνωστή και ως «ο σκουπιδοντενεκές των 60s», που ήρθε ν’ αντικαταστήσει τους χίπις με τους γιάπις, τη μαριχουάνα με το φρίσμπι και το ώτο στοπ με το 4χ4. Πρωταγωνιστές τρία μεσοαστικά ζευγάρια που συναντώνται σε τρεις διαδοχικές εορταστικές συνάξεις παραμονή Χριστουγέννων. Στην πρώτη εικόνα δεσπόζει ο οικοδεσπότης Σίντνεϊ που θέλει ντε και καλά να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους του, την ίδια στιγμή που η γυναίκα του Τζέιν τρέχει πέρα δώθε καθαρίζοντας ό,τι βρει μπροστά της.
Ένα χρόνο μετά οικοδεσπότες είναι ο Τζέφρι και η Εύα. Μόνο που δεν είναι καλά προετοιμασμένοι να υποδεχτούν τους καλεσμένους τους, γιατί ο Τζέφρι μόλις της ανακοίνωσε ότι την εγκαταλείπει. Αυτή στην απελπισία της προσπαθεί να αυτοκτονήσει, τη στιγμή που κανείς τριγύρω της δεν παίρνει χαμπάρι.
Τέλος, στο βικτωριανό σπίτι των Ρόναλντ και Μάριον, δεν υπάρχουν σχέδια για πάρτι φέτος. Τα οικονομικά τους είναι χάλια και η Μάριον μεθυσμένη στην κρεβατοκάμαρα προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Μέχρι που καταφθάνουν τα άλλα δύο ζευγάρια, για να ολοκληρωθεί το καρέ μέσα σε μια ατμόσφαιρα απόλυτα μελαγχολική, σε σημείο να λες ότι κάπου εδώ μπαίνει και λίγος Τσέχοφ, έστω και από το παράθυρο του παγωμένου διαμερίσματος. 


Περί σκηνοθεσίας
O Έικμπορν έχει μια πολύ συγκεκριμένη άποψη γύρω από τον τρόπο που θέλει να παίζονται τα έργα του και δη το συγκεκριμένο. Εκτιμά ότι το λάθος πολλών σκηνοθετών είναι ότι, επειδή ακριβώς έχουν να κάνουν με φάρσα, θεωρούν πως πρέπει να τρέχουν με χίλια. Το παν είναι ο ρυθμός, λέει. Και εφόσον είναι σωστός, ο θεατής θα δει το παράλογο και θα γελάσει. Ενώ αντίθετα, όταν ο ηθοποιός παίζει στο στυλ «κοιτάξτέ με, δεν έχω πλάκα;», τότε χάθηκε το παιχνίδι. Και εδώ δεν έχει άδικο. Δεν είναι τυχαίο που οι καλύτερες φάρσες παίζονται από άτομα που δεν έχουν ιδέα τι πάει να πει φάρσα. Το θέμα είναι ο κάθε ηθοποιός να αντιληφθεί τη λογική του ρόλου που υποδύεται, οπότε αμέσως μπορεί να βγάλει και το γέλιο και το στοχασμό. Και νομίζω πως η σκηνοθεσία του Γιάννη Παρασκευόπουλου, για λογαριασμό του ΚΘΒΕ (Βασιλικό Θέατρο), τα είχε όλα καλά σμιλεμένα. Έπαιξε έξοχα με τους ορατούς αλλά και τους υποβόσκοντες ρυθμούς των δρωμένων, χωρίς να καπελώνει τις όποιες ιδέες έκρυβαν. Προσυπογράφω τη «γεωμετρημένη» λεκτική ρυθμικότητα, το κοφτό στυλ εκφοράς. Ήταν μια επιλογή απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη σχεδόν ρομποτοειδή κίνηση του σώματος (καλή η διδασκαλία της κίνησης από τον Γεράρδο) που έβγαζε στο προσκήνιο την εικόνα ενός παγιδευμένου ανθρώπινου όγκου που υπάρχει μόνο όταν ψωνίζει.

Ερμηνείες
Δίνω εύσημα στη σκηνοθεσία και για την ισορροπημένη διανομή. Ο Βουρδαμής ήταν συνεχώς μέσα στο ρόλο, παίζοντας λεκτικό πινγκ πονγκ με τη γυναίκα του. Η Βασιλείου ζωντάνεψε με σκέρτσο την εικόνα του υστερικού θηλυκού, χωρίς να χάνει από το χιούμορ της και από την αίσθηση του μέτρου και της ομάδας. Η Μπαλαούρα αρχίζει κάπως χαλαρά και προβλέψιμα, όμως τα δίνει όλα εκεί όπου εγκαταλείπει το λόγο και παίζει με το σώμα. Έκτακτη αυτοκτονική φιγούρα, πλημμυρική στην αλαλία της. Ο Χατζησάββας κάνει το γυναικά Τζέφρεϊ να μοιάζει σχεδόν άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ο ταλαντούχος Στυλιανού σκιτσάρει έναν κατά βάση καλοσυνάτο τύπο, που δεν ξεχνά να παίζει κι όταν δεν μιλά. Η Οθωναίου χωρίς να αυτοθαυμάζεται δίνει γοητευτική υπόσταση στη Μάριον.

Με δυο λόγια: Όλοι περπάτησαν με προσοχή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό χωρίς μιμικές μπαούτες, λαρυγγισμούς και καμποτινίστικους κλοουνερισμούς. Φάρσα με μεταδραματικά γκέμια. Τα σκηνικά της Παπαδοπούλου μέσα στο πνεύμα της σκηνοθεσίας, ομοίως και τα παρδαλά 70s κοστούμια που χρωμάτιζαν τη δράση.
Κατακλείδα: Μια παράσταση με άποψη και συνέπεια, αντάξια ενός μεγάλου Κρατικού θεάτρου. Για τη λογοτεχνική αξία του έργου διατηρώ, όπως είπα, τις επιφυλάξεις μου. Και δεν είναι λίγες.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Παράλλαξη, στις 16/01/2015. http://parallaximag.gr/parallax-view/plateia-theatroy-psonizo-ara-yparho-sto-vasiliko