Από ένα σφαγείο εποχής: Στους «Κοιτώνες» του Κόδρα




Αν και γράφτηκε πριν από 23 χρόνια, στις απαρχές της ιντιφάντα, εξακολουθεί να γοητεύει καλλιτέχνες και θεατρόφιλους, όχι μόνο γιατί πραγματεύεται ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα, αλλά και γιατί αγγίζει πολλά και ποικίλα άλλα ζητήματα που μας αφορούν γενικώς, όπως δεσμοί αίματος, προδοσία, πίστη, αδελφική αγάπη κ.λπ., ζητήματα τοπικά και παγκόσμια, επίκαιρα όσο και διαχρονικά.
Αναφέρομαι στο έργο του Ισραηλινού Ι. Χατσόρ «Σφαγείο» (ως «Μασκοφόρος» τιτλοφορείται στο πρωτότυπο), που προκάλεσε ουκ ολίγες συζητήσεις στην πατρίδα του, και το οποίο παρουσίασε ο Τάσος Ράτζος και η ομάδα του «Μικρός Βορράς» στους Κοιτώνες του Κόδρα.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, την ιδέα της σύγκρουσης των τριών Παλαιστίνιων αδερφών την πήρε από την αρχαία τραγωδία, συγκεκριμένα, από τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια να μετριάσει τις ενδεχόμενες αντιδράσεις των συμπατριωτών του,  είχε ξεκαθαρίσει εξαρχής ότι δεν είναι ούτε υπέρ ούτε εναντίον κανενός. Καταπιάστηκε μ’ ένα τόσο αμφιλεγόμενο  θέμα,  είναι γιατί τον ενδιέφερε να προσεγγίσει τον αγώνα των τριών αδερφών πέρα από το εθνικό του περίβλημα, ώστε να δείξει πώς μια ανθρώπινη προσπάθεια μπορεί να ισοπεδωθεί από δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες. Γι’ αυτό και ζητά από τους θεατές να ζήσουν το έργο του χωρίς προκαταλήψεις, που σημαίνει να δουν την φιμωμένη όψη της ζωής, εκείνης που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη και είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. 


Η ιστορία
«Το σφαγείο» είναι ένα σκηνικό πόνημα με όλα τα χαρακτηριστικά του ψυχολογικού δράματος. Η ιστορία αρχίζει όπως περίπου και η αρχαία τραγωδία: in medias res (στη μέση των πραγμάτων). Που σημαίνει ότι η εξέλιξη (και τύχη) των δρωμένων είναι ήδη προδιαγεγραμμένη, αφού έχουν προηγηθεί τα βασικά περιστατικά που πυροδοτούν τη δράση και τις ποικίλες αντιδράσεις που τώρα βλέπουμε.
Η σχέση των τριών αδερφών χτίζεται σιγά σιγά και από ένα σημείο και μετά τη βλέπουμε να διαλύεται, καθώς παρεισφρέουν υποψίες, ψίθυροι, αλληλοκατηγορίες, φοβίες. Χώρος δράσης, το κρεοπωλείο του μικρότερου αδερφού, στη Δυτική όχθη. Εκεί τον επισκέπτεται ο αδερφός του, ο Ναίμ, ο οποίος αναλαμβάνει να περιγράψει τι γίνεται έξω στο χωριό, όπου οι αντάρτες, θέλοντας να δείξουν τι περιμένει όλους εκείνους που συνεργάστηκαν με τους Ισραηλινούς, καταστρέφουν τα πάντα. Η αποστολή του είναι πολύ συγκεκριμενη: να μάθει την αλήθεια και εάν μπορεί να σώσει τη ζωή του άλλου αδερφού, του Νταούντ, ο οποίος, εντελώς τυχαία επισκέπτεται το κρεοπωλείο, χωρίς να γνωρίζει τι τον περιμένει. Με τους τρεις αδερφούς συγκεντρωμένους στον ίδιο χώρο, αρχίζει ένα  εξοντωτικό γαϊτανάκι συγκρούσεων, που οδηγεί στην τραγωδία της γνώσης (και της αναγνώρισης) . Και βεβαίως αυτό πονάει.


Σκηνοθεσία
Σίγουρα δεν είναι εύκολο πράγμα να παλεύεις να τιθασεύσεις  τους δαίμονες της ανθρώπινης ψυχής. Ο κίνδυνος ολισθήματος είναι διαρκής. Πάντως, σε γενικές γραμμές ο Τάσος Ράτζος, από τη θέση του σκηνοθέτη, χωρίς να κάνει κάτι το πρωτότυπο, κατάφερε και κράτησε τα δρώμενα καλά εστιασμένα. Βρήκε ρυθμό και πορεύτηκε προς την έξοδο με προσοχή, χωρίς μουτζούρες. Εάν ήταν κάτι που έλειπε «Από το σφαγείο» του (αυτό τον τίτλο πάντως δεν τον κατάλαβα), ήταν ορισμένοι κρίκοι στην αλυσίδα των δράσεων και αντιδράσεων. Στην προσπάθειά του να πυκνώσει και να επιταχύνει τις πιέσεις που εμφανίζουν οι σχέσεις των πρωταγωνιστών, δεν τόνισε όσο θα ‘πρεπε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες που αφορούν την ύφανση αυτού του ψυχοσυναισθηματικού πλέγματος, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν, κατά τόπους, χάσματα οι σχέσεις των πρωταγωνιστών. Εκτιμώ πως πρώτα έπρεπε να φανεί πιο καθαρά η εικόνα της ενωμένης οικογένειας και μετά η σταδιακή αποσύνθεσή της, ώστε να αισθανθούμε και  την κλιμακούμενη ένταση και το ακριβοδίκαιο (;) της τιμωρίας.


Υποκριτική
Όσο για τους ηθοποιούς, οι συνεχείς βυθίσεις του έργου, τα αλλεπάλληλα ψυχογραφήματα, οι αλλαγές διαθέσεων δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν τη ζωή στο σανίδι εύκολη. Απαιτούν «ετοιμοπόλεμα» κορμιά, ήτοι ηθοποιούς με γεμάτο και εύπλαστο υποκριτικό οπλοστάσιο. Οι Χρήστος Γκουτσίδης, Αλέξανδρος Νικολαϊδης και Νίκος Τσολερίδης πρόταξαν τον ενθουσιασμό τους, το δόσιμο και την πίστη τους στη σκηνοθετική γραμμή και πορεύτηκαν όσο καλύτερα μπορούσαν, όμως ήταν προφανής η δυσκολία που είχαν να μπουν στο εσώτατο στρώμα των ρόλων τους, να διερευνήσουν διακλαδώσεις, τόνους και ημιτόνια, δηλαδή τις λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις που κάνουν και τη βασική διαφορά ανάμεσα σ’ ένα σκέτο δράμα και ένα ψυχόδραμα. Παρέμειναν σ’ ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Κι εκεί ήταν αξιοπρεπείς.
Ρεαλιστική σκηνογραφία
Χωρίς να θέλω να το παίξω σκηνοθέτης ή σκηνογράφος, πιστεύω ότι σ’ ένα τέτοιο έργο, ταιριάζει απόλυτα ένα σκηνογραφικό σχεδίασμα αποπνικτικό. Αίματα, εντόσθια, δυσοσμία παντού. Κρεοπωλείο, γαρ. Ας φανεί. Ας το αισθανθούμε. Ας το μυρίσουμε. Και το θεατράκι στο Κόδρα προσφέρεται γι’ αυτό το κάτι παραπάνω για να γίνει η υπέρβαση, να αφεθούν όλα στην απόλυτη υλικότητά τους. Να μπουν σώματα και αντικείμενα σε θέση πρωταγωνιστή.
Η Μαγδαλινή Σίγα  στάθηκε πιο πολύ στις συμβολικές διαστάσεις του χώρου που σκηνογράφησε, όμως εκτιμώ πως θα κέρδιζε πόντους εάν το κρεοπωλείο της αποκτούσε μια πιο έντονη μετωνυμική φυσιογνωμία, δηλαδή παροντικότητα. Όπως μας το παρέδωσε, ήταν απλώς το συμβολικό φόντο (λευκό/κόκκινο) ενός ψυχολογικού δράματος, ενώ θα μπορούσε να συμπρωταγωνιστήσει, «εδώ και τώρα».  
Συμπέρασμα: παράσταση έντιμη στην απλότητα της. Θα μπορούσε και καλύτερα, σπρώχνοντας τις λύσεις και λίγο παραπέρα.
12/05/2013