Από τη βουκολική Γκόλφω στη γκόθικ: Στο Principal του Μύλου ο έρωτας του Τάσου





Πέρασαν περίπου εννέα χρόνια από τότε που ο Σίμος Κακάλας και η ομάδα του «Χώρος» παρουσίασαν την  “Γκόλφω” του  Σπυρίδωνα Περεσιάδη στο φουαγιέ του Κρατικού Θεάτρου, και η φαντασία τους συνεχίζει να καλπάζει. Δεν τους έφτανε η πρώτη μεταμοντέρνα εκδοχή, τώρα εμφανίζονται με μια μετα-ουμανιστική γκόθικ που είναι όλα τα λεφτά.
Ποιος περίμενε ένα νόθο και ποιοτικά μετριότατο δραματικό ειδύλλιο θα διέγραφε αυτή την τρελή πορεία στις μέρες μας. Κι όμως, όταν υπάρχει τόλμη και καθαρή άποψη πολλά μπορούν να συμβούν. Ακόμη και μ’ αυτό το πεντάπραχτο βουκολικό ειδύλλιο, που πρωτοπαρουσιάστηκε θεατρικά στην Ακράτα, τον τόπο διαμονής του συγγραφέα το 1893 και το οποίο, πολύ σύντομα, παραστάθηκε στις Αθηναϊκές σκηνές, στην υπόλοιπη ελληνική επαρχία αλλά και σε πόλεις του εξωτερικού με έντονο ελληνικό στοιχείο (Σμύρνη, Οδησσό, Παρίσι), σε σημείο να γίνει το «σωσίβιο» των μικρών θιάσων, υπό την έννοια ότι κάθε φορά που συναντούσαν οικονομικές δυσκολίες κατέφευγαν σ’ αυτό για να επιβιώσουν.


Εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, η «Γκόλφω» εξακολουθεί να είναι μια καλή πηγή εσόδων. Τουλάχιστον αυτό δείχνει η προσέλευση του κόσμου. Μόνο που τώρα ο κόσμος δεν πηγαίνει να κλάψει με το δράμα του Τάσου και της Γκόλφως ή να χαρεί τον κακοφορεμένο ηθογραφικό νατουραλισμό του, τις μελοδραματικές αρλούμπες  και τα ραντεβουδάκια σε λιβάδια και πηγάδια, αλλά να χαρεί τα «παραναγνωστικά» γυμνάσματα του Κακάλα και των συνεργατών του.
Η νέα εκδοχή
Η νέα  εκδοχή αρχίζει στην είσοδο του πολυχώρου του «Μύλου» στις εννιά το βράδυ της 26ης Ιανουαρίου, όταν, από το πουθενά, εμφανίζεται μία δεόντως αποκρουστική λιμουζίνα-νεκροφόρα, προσφορά του γνωστού οίκου τελετών «Μπαμπούλας» (το όνομα δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ή «απόδρασης»), από την οποία αποβιβάζονται τα ζόμπι του Τάσου και της Γκόλφως. Ντυμένα και βαμμένα  comme il faut,  με όλα τα απαιτούμενα αξεσουάρ του ρόλου, κατευθύνονται στην αίθουσα Principal, για να (ξανα)παίξουν το μοιραίο έρωτα και το θάνατό τους, μέχρι την επόμενη (εκ)ταφή τους, μέσα από κάποιο καινούριο και ευφάνταστο remix, redo, recycle, remake, ή directors cut, όπως αναφέρεται στην πιο πρόσφατη εκδοχή, η οποία συνοδεύεται και από το πρώτο βιβλίο μάνγκα με ελληνική θεματογραφία (βασισμένο στην ιστορία του έργου).


 Σκηνοθεσία
Ο Κακάλας έχει αποδειχτεί ένας καλός σκηνοθέτης-auteur, που αρέσκεται να παίζει με τις δυνατότητες του πρωτότυπου έργου. Κυρίως του αρέσει να δοκιμάζει τις αντοχές παραδοσιακών έργων (το «Λιωμένο βούτυρο» είναι η μοναδική εξαίρεση), χωρίς να γίνεται αυτιστικός, εσωστρεφής ή νάρκισσος. Οι προβολείς του είναι πάντα καλά εστιασμένοι και καθαροί. Όπως τώρα.


Πήρε (σε συνεργασία με τη Ξένια Αηδονοπούλου) τους κώδικες ενός κιτρινισμένου από τον χρόνο ειδυλλίου τους ανακάτωσε, τους τραμπάλισε, τους  ζάλισε, μέχρι να του δώσουν τη φόρμα και την επικοινωνιακή δυναμική που αυτός επιζητούσε. Και το πέτυχε, χρησιμοποιώντας πολύ εύστοχα τη γιαπωνέζικη μάσκα (τα εύσημα στη Μάρθα Φωκά). Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η χρήση των βιντεοπροβολών (έκτακτη η δουλειά του Μπάμπη Βενετόπουλου), όπως επίσης και η λοξή και συχνά περιπαιχτική ματιά στον κόσμο και τις συμβάσεις του βουκολικού δράματος, το φλερτ με τον βωβό κινηματογράφο και το θέατρο σκιών, η σκόπιμη πόζα, το πάγωμα της κίνησης, η επιτηδευμένη εκφορά του λόγου, το μετωπικό παίξιμο, το χορογραφημένο και ευφάνταστο μπες βγες στους ρόλους. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα αλλιώτικο σκηνικό περιβάλλον πιο χαμηλών θερμοκρασιών, που επέβαλε μια θέαση πιο cool, πιο αποστασιοποιημένη.
Συντελεστές
Χάρμα ιδέσθαι η δαιμόνια Έλενα Μαυρίδου στο διπλό της ρόλο (Ζήσης και  Γκόλφω). Εξίσου απολαυστική και η Δήμητρα Κούζα ως Γιάννος και ως Σταυρούλα, όπως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο πετσί του Τάσου και του Κίτσου. Η καλή χημεία μεταξύ τους, η καλοδουλεμένη τεχνική τους και η μεταμορφωτική τους άνεση, βοήθησαν ώστε να κατεβεί και διαχυθεί στην τεράστια αίθουσα (και παντελώς αντιθεατρική) του Principal το «μετα-ουμανιστικό» ειδύλλιο της Γκόλφως και του Τάσου, με τη συνοδεία των εύστοχων μουσικών επιλογών του Γιώργου Μαυρίδη και των φωτισμών του Περικλή Μαθέλλη.



Για ενενήντα περίπου λεπτά χαρήκαμε ένα παχνίδι μεταμορφώσεων, που ανάβλυζε κατευθείαν από τον πυρήνα της οντολογίας του θεάτρου, εκεί όπου τα σημεία και η επικοινωνία  αποκτούν νόημα και λόγο ύπαρξης.

Η μοναδικότητα του «Χώρου»
Παρακολουθώ την ομάδα αυτή από τα πρώτα βήματά της και έχω να πω το εξής: είναι από τις ελάχιστες που έχουν να προτείνουν κάτι πολύ ιδιαίτερο, κάτι δικό τους και πρωτίστως «εργαστηριακό». Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, όμως οι περισσότερες ακουμπούν στα γρήγορα επάνω σε ήδη γνωστές σκηνικές προτάσεις που κυκλοφορούν πρωτίστως στο φεστιβαλικό σιρκουί, και τις εφαρμόζουν, συχνά στα τυφλά, απλά και μόνο για να δείξουν ότι είναι ενημερωμένες. Πέραν τούτου, λίγα πράγματα. Ούτε η αναμενόμενη συνέχεια ούτε η συνέπεια.


Αυτό που διαφοροποιεί παραστάσεις όπως η «Ερωφίλη», οι εκδοχές της «Γκόλφω», το «Λιωμένο βούτυρο» κ.λπ., είναι ότι όλες αποτελούν «εργαστηριακό» γεγονός κι όχι απλά παράστασεις μεταδραματικών, μεταμοντέρνων, ή πείτε το πώς αλλιώς θέλετε, προδιαγραφών που απλώς προέκυψαν. Κάθε παράστασή είναι μια καλά μελετημένη και καλά δοκιμασμένη πρόταση. Ούτε βιασύνη ούτε τσαπατσουλιά ούτε αρπαχτή. Σε όλες υπάρχει σοβαρότητα, φρεσκάδα, άποψη και προοπτική. Εξ ου και οι  πολύ καλές εντυπώσεις.
10/02/2013
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου