Το χειροκρότημα





Πάντα αφουγκράζομαι το χειροκρότημα του κοινού. Και ομολογώ πως δεν είναι λίγες οι φορές που αισθάνομαι, από τη θέση του κριτικού, να με καταπιέζει, γιατί ακριβώς δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια διαφωνίας. Όσο πιο έντονα χειροκροτεί το κοινό, τόσο πιο πολύ ενισχύει την εικόνα της ομοιογένειας (σε βάρος της διαφοράς) και, εν συνεχεία, τη θέση ενός έργου ή μιας παράστασης (ή μιας αισθητικής ή ιδεολογίας) στην ιστορία (και στο ταμείο).

 Σχέσεις σκηνής/πλατείας
Βεβαίως, οι σχέσεις σκηνής/πλατείας δεν ήταν πάντοτε οι ίδιες ή τόσο αρμονικές όπως είναι σήμερα. Το κοινό γίνεται μέρος της οικολογίας της παράστασης λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε περίπου παρατηρείται και μια σταδιακή υποχώρηση της ποικιλότητας των αντιδράσεων. Ούτε ντομάτες ούτε απειλητικές κραυγές. Το κοινό αρχίζει να συμπεριφέρεται πιο κόσμια, πιο «μοντέρνα», ακόμη κι όταν η παράσταση είναι άθλια. Το χειροκρότημα γίνεται το απόλυτο μέσο έκφρασης των συναισθημάτων του. Και καθώς το κοινό μετεξελίσσεται σταδιακά από θαμώνας σε ευκαιριακό πελάτη (αγοραστή), βλέπουμε να εδραιώνεται και η «επαγγελματοποίηση» της θέασης, υπό την έννοια ότι ακολουθούνται και εδώ οι κανόνες της αγοράς.


Ο εμπλεκόμενος καλλιτέχνης (ηθοποιός ή σκηνοθέτης), από τη στιγμή που βαπτίζεται επαγγελματίας, αναγορεύεται και σε «ιδιοκτήτη» της όποιας ποιότητας (και αλήθειας) του έργου. Αυτός ξέρει πλέον τι είναι καλό και τι όχι. Αυτός ξέρει τι θέλει να πει ο συγγραφέας και πώς αρμόζει να βγει αυτό στη σκηνή. Στην αντίπερα όχθη είναι όλοι οι άλλοι, οι πελάτες όπως είπαμε, εκείνοι που περιμένουν να μάθουν (να μορφωθούν) από τον ειδικό.
Κάπως έτσι ο ρόλος του κοινού σταδιακά συρρικνώνεται και μαζί συρρικνώνεται και η δημοκρατική δυναμική του θεάτρου. Η επαγγελματοποίηση του χώρου βάζει το κοινό σε δεύτερη μοίρα, σχεδόν υπηρετική. Μάλιστα, με τη μεθοδευμένη είσοδο του θεάτρου  στον χάρτη της ευρύτερης αγοράς (όπως είναι η τουριστική και η φεστιβαλική), βλέπουμε να απορροφάται το είδος από το λάιφ σταϊλ μιας επιτελεστικής κοινωνίας, όπου η απόλαυση που προκαλεί η εμπειρία της θεατρικής εξόδου μεταφράζεται πρωτίστως σε απόλαυση της παραγωγής (όπως, κατ’ αναλογία, προκαλεί μια ωραία πιατέλα με κρεατικά ή μια νυχτερινή έξοδος σε κάποιο μπαρ κ.ο.κ.).


Περί αγαθών
Σ’ αυτό το νέο οικοσύστημα κατανάλωσης, το κοινό σκοπίμως (και υπούλως) εμφανίζεται να είναι τάχα το κλειδί της επιτυχίας. Οι αρμόδιοι θέλουν πάση θυσία να δίνεται η εντύπωση πως το κοινό ξανακερδίζει τη δύναμη που είχε κάποτε ως «ρυθμιστής» των τεχνών. Άλλωστε, σε μια διαδικασία παροχής υπηρεσιών, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.
Είναι εκείνος που (υποτίθεται) καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού. Στην πραγματικότητα, όμως, η δύναμη του κοινού είναι κι εδώ, όπως και σε άλλους πολιτιστικούς χώρους, μια ψευδαίσθηση που την τροφοδοτεί μια πλασματική ποικιλότητα η οποία, κατά βάση, το στεγνώνει από τη ζωτική ενέργεια της εμπειρίας που καταναλώνεται. Τι θέλω να πω; Απλούστατα, οι μηχανισμοί του θεάματος, αφού πρώτα έμαθαν στους θεατές να αντιμετωπίζουν το θέατρο ως αγαθό, εντέχνως μετέτρεψαν και τους ίδιους σε αγαθό της ευρύτερης αγοράς. Ο όγκος του χειροκροτήματός τους, υπογραμμίζει και την απόσταση που χωρίζει την παράστασή (τους) από το κοινωνικό, πολιτικό και οικολογικό της περιβάλλον.
Το ότι το γιουχάισμα είναι πιο σπάνιο, δεν οφείλεται στην ποιότητα του προσφερόμενου προϊόντος (γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να γιουχάρουμε οκτώ στις δέκα φορές), αλλά γιατί απλούστατα υποδηλώνει και μια μορφή προσωπικής «ήττας», που μεταφράζεται σε πεταμένα λεφτά (η αξία του εισιτηρίου). Το να αλαλάζεις όρθιος είναι σαν να δίνεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου και για τα λεφτά που ξόδεψες. Πέτυχες διάνα. Το να γιουχάρεις είναι σαν να αυτομουντζώνεσαι, γιατί θεωρείς ότι πιάστηκες κορόιδο.

Η αποδυναμωμένη κοινότητα
Η ειρωνεία σ’ όλα αυτά είναι ότι, καθώς η θεατρική εμπειρία εμπλουτίζεται, το πραγματικό μέτρο εκτίμησης της ποιότητάς της (η δυνατότητα εμπλοκής του κοινού με άλλα μέσα) φτωχαίνει. Δεν υπαινίσσομαι, φυσικά, ότι όλα είναι στραβά στις σχέσεις ανάμεσα στο θέαμα (το προϊόν προς πώληση) και το κοινό. Ας μην γελιόμαστε, όμως.  Όσο το θέατρο συντηρείται από «ειδικούς» πελάτες, δεν μπορεί να έχει αντιστάσεις προερχόμενες από την πλατεία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η πολυδιαφημισμένη δύναμη του κοινού είναι μόνο στον κόσμο της φαντασίας. Μόνο κάτι ριζοσπαστικό και αναπάντεχο θα μπορούσε να σπάσει αυτή τη γραμμή εφησυχαστικής και καλά προγραμματισμένης επικοινωνίας.
Από ‘δώ και πέρα
Οι καιροί που ζούμε χρειάζονται ένα θέατρο που δεν φοβάται να φλερτάρει με μορφές δημιουργικής «αταξίας», εφόσον μια τέτοια αταξία δίνει τη δυνατότητα στο κοινό να  κερδίσει πίσω μέρος της δύναμής του. Το θέατρο του νέου αιώνα, και μάλιστα ενός αιώνα που άρχισε φορτωμένος τα βαρίδια μιας βαθιάς κρίσης, έχει ανάγκη από ένα πιο ποικίλο, υποψιασμένο, απρόβλεπτο και επικίνδυνο κοινό, που ξέρει τι ζητά και τι ανάγκες έχει. Ένα τέτοιο κοινό μπορεί να αποδειχτεί μια θετική δύναμη για την αναζωογόνηση της θεατρικής οικολογίας.
Και αισθάνομαι πως οι δοκιμές και οι δοκιμασίες κάποιων νέων και πειραματικών ομάδων (μεταξύ άλλων) που βλέπουμε σε χώρους εκτός πεπατημένης (όπως στο Βοτανικό, σε μπαρ, αυλές, δρόμους, εστιατόρια, λεωφορεία κ.λπ), έστω και χωρίς (ακόμη) τα ανάλογα εύσημα ποιότητας οι περισσότερες, οδηγούν σιγά σιγά προς τα κει: σε μια επανεξέταση των σχέσεων θεατή και θεάματος και, πρωτίστως, σε μια επανεξέταση των αντοχών του βασικού αξιώματος της θεατρικής ψυχαγωγίας που λέει ότι μπροστά στην τέχνη όλοι σιωπούμε, ακούμε και μετά το συζητούμε ήρεμα και πολιτισμένα.
3/02/2013



Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου