Ένα ταξίδι γεμάτο Ελλάδες: Από τις «Προ-τάσεις» στο θέατρο «Αμαλία

 


Το βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον πώς, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, οι θεατρικοί καλλιτέχνες στοχάζονται ξανά επάνω στη σημασία του τόπου. Θα μου πείτε πως οι χωρικές σχέσεις ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι, τουλάχιστον της θεατρικής, δημιουργίας.
 Ναι, μόνο που σήμερα, με όλη τη διασπορική λαίλαπα να σαρώνει τα πάντα, οι σχέσεις αυτές κάθε άλλο παρά δεδομένες ή ευανάγνωστες είναι. Πολλώ δε μάλλον, όταν ένας τόπος βιώνει τόσα αλλεπάλληλα τραύματα, όπως η σημερινή Ελλάδα. Μια Ελλάδα ρημαγμένη, ποδοπατημένη, λεηλατημένη, ταπεινομένη και απαισιόδοξη. Μια Ελλάδα για την οποία η έξωθεν καλή μαρτυρία ολοένα και σπανίζει. Γι’ αυτό και θεωρώ εύστοχη την απόφαση της Κυριακής Σπανού να ασχοληθεί με ένα τέτοιο θέμα στο «Dance me to the end of Greece». Και πρωτότυπο είναι και μας αφορά.
Η «άλλη» Ελλάδα
Εκμεταλλευόμενη έξυπνα τις νοηματικές προδιαγραφές του τίτλου της μπαλάντας του Λ. Κοέν «Dance me to the end of love”, σκόπιμα σκοτεινιάζει το ύφος της, προσθέτοντας στον τίτλο ένα απειλητικό (και ειρωνικό) «to the end of Greece», θέλοντας έτσι να εστιάσει την προσοχή μας στο επερχόμενο ή δυνάμει ή υποθετικό, πέστε το όπως θέλετε, τέλος της εθνικής αφήγησης. Βεβαίως, δεν δίνει απαντήσεις πώς ακριβώς εννοεί αυτό το τέλος. Και καλά κάνει. Δεν είναι η δουλειά της αυτή. Δουλειά της είναι να θέσει το ζήτημα, και να μας κάνει να ξαναδούμε την έννοια της Ελλάδας, της πατρίδας, το ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι αυτοί, πόσο σωστοί είμαστε εμείς και πόσο οι άλλοι.
Στη σκηνή του «Αμαλία» είδαμε το πρώτο μέρος ενός μεγαλύτερου, όπως μαθαίνουμε,  πρότζεκτ, που θα συνεχιστεί και θα εμπλουτιστεί και με άλλο υλικό και νέες σκηνικές συνθέσεις. Κάτι που το εύχομαι, γιατί, αν κρίνω εκ του αποτελέσματος του πρώτου, τη φρεσκάδα του, το εύρος και τις πολλές κρυμμένες δυνατότητές του, αξίζει τον κόπο.
Βρήκα πολύ πιο αποδοτική την ιδέα της σκηνοθέτιδος να μην ασχοληθεί με το πώς βλέπουμε εμείς τα εγχώρια πράγματα, αλλά πώς τα βλέπουν ή τα είδαν άλλοι, προσωπικότητες όπως ο Χένρι Μίλερ, ο Άντερσεν, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Σατομπριάν, και ο Φλωμπέρ, όλοι άνθρωποι των Γραμμάτων και Τεχνών που, κάποια στιγμή, επισκέφτηκαν τον τόπο μας, έγραψαν γι’ αυτόν ή έκλεψαν απ’ αυτόν (όπως η περίπτωση της κυρίας Έλγιν). Το υλικό είναι με τέτοιον τρόπο δομημένο, ώστε μέσα από τις αφηγήσεις να ζωντανεύουν απόψεις και εικόνες γύρω από τα συνθετικά στοιχεία ενός οικοσυστήματος που έχει λίγο απ’ όλα: τα μονοπάτια του, τα εξωτικά περάσματά του, τα μοναδικά αρχαία του μνημεία, τη θέα του, τις μυρωδιές και τους ήχους του. Με προσοχή και μπόλικο μεράκι η Σπανού κατάφερε να υφάνει για μας μια εξαιρετική πολιτιστική οικολογία, που λαμβάνει υπόψη της, σε συνάρτηση με το τοπίο, και την ιστορικότητα και γενικότερη αύρα του. Τοποθέτησε την ανάγνωσή της κάπου ανάμεσα στο αισθητικό και το πρακτικό, το συμβολικό και το καθημερινό, το φυσικό και το κατασκευασμένο, σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο χτες και το σήμερα, το εθνικό δράμα και την παροντικότητα της επιτέλεσής του. Της αναγνωρίζουμε ότι έτσι μας βοήθησε να ξαναδούμε κάποια πράγματα τα οποία, από μόνοι μας, τα προσπερνούμε είτε γιατί δεν τα προσέχουμε είτε γιατί τα θεωρούμε ως δεδομένα. Σε αντίθεση, πάντοτε, με έναν ξένο ο οποίος, ακριβώς επειδή δεν συμετέχει στις εθνικές μας επιτελέσεις, ακριβώς επειδή δεν ανήκει σο εθνικό «εμείς», είναι, δυνάμει τουλάχιστο, ένας πιο αντικειμενικός παρατηρητής.
Η περφόρμανς
Βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα μικροπροβλήματα που, κατά τη γνώμη μου,  είχε η δουλειά αυτή, όπως το συνολικό δέσιμό της (ήταν αρκετά χαλαρό), κάποια επί μέρους επεισόδια (τα βρήκα μάλλον ανέμπνευστα) και κάποιες σκηνοθετικές λύσεις (ζητούσαν περισσότερη και τολμηρότερη φαντασία), οι διαδρομές της μου ξύπνησαν μνήμες, μου θύμισαν ανθρώπους, μα πιο πολύ μ’ έκαναν να συγκρίνω πράγματα, εποχές, καταστάσεις. Κι εδώ έχω να επισημάνω το εξής: ακριβώς επειδή η περφόρμανς απευθύνεται κατευθείαν σ’ εμάς τους θεατές, θα βοηθούσε εάν υπήρχε μια πιο διαδραστική διάθεση. Αυτό θα μας έκανε πιο έντονα παρόντες στο τοπίο των δρωμένων. Αυτό το ταξίδι απαιτεί πιο ενεργούς θεατές, ώστε το όλο εγχείρημα να πάρει τη φυσιογνωμία μιας οικολογικής παρέμβασης, εντός της οποίας θα είμασταν οι φορείς της αλλαγής, οι  υπεύθυνοι στη δημιουργία μιας Ελλάδας πιο υγειούς και πιο καθαρής (το μήνυμα που στέλνει, άλλωστε, στο τέλος το ίδιο το έργο). Μένοντας απ’ έξω δεν είχαμε την ευκαιρία να μεταφέρουμε αυτό το φανταστικό ταξίδι και σε ένα επίπεδο ηθικών επιλογών.
Συντελεστές
Στην παράσταση της Θεσσαλονίκης οι Αντώνης Γκρίτσης, Φρόσω Ζαγοραίου, Θέμης Μητρόπουλος, Έλσα Μουρατίδου και Χάρης Φλέουρας έπαιξαν απλά και ικανοποιητικά τα ιστορικά προσωπεία τους. Οι μεταμορφώσεις τους μας ταξίδεψαν σε χρόνους και χώρους αβίαστα, με κομψότητα και καλό ρυθμό. Ένα ιστορικό «παίδεμα» που δεν ξεπερνά τα εβδομήντα λεπτά. Και δεν θέλω να ξεχάσω να πω ότι απόλαυσα τα μελοποιημένα ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα (κυρίως), από την όμορφη (τζαζίζουσα) φωνή της Έλσας Μουρατίδου. Σαν παλιό καλό ραδιόφωνο, μας κράτησαν συντροφιά σ΄αυτό το μακρινό ταξίδι στα δύσβατα μονοπάτια της μνήμης. Στο πιάνο ο Κώστας Βόμβολος.
Συμπέρασμα: Μια παράσταση που μας (προσ)καλεί να πάμε πίσω και ν΄ αρχίσουμε να βάζουμε ξανά θεμελιώδη ερωτήματα. Ταξίδι οντολογικό, εθνικό, και αισθητικό. Άλλη μια καλή στιγμή από τις φετινές ανήσυχες «Προ-τάσεις».
20/5/2012