Τσέχοφ, με μεταδραματικές διαθέσεις: «Προ-τάσεις» στο θέατρο «Αμαλία»

 



Περί μεταδραματικής γραφής
Πολύ μεταδραματικό αποδείχτηκε το φετινό πρόγραμμα του φεστιβάλ των "Προ-τάσεων" από την Πειραματική Σκηνή. Κάποιος που δεν γνωρίζει τα θεατρικά πράγματα της πόλης, θα νόμιζε, βλέποντας την αίθουσα του "Αμαλία" κάθε βράδυ γεμάτη, πως το θεατρόφιλο κοινό της Θεσσαλονίκης αγαπάει μαζικά το καλό και απαιτητικό θέαμα.
Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ναι, η αίθουσα ήταν γεμάτη, μόνο που κάθε μέρα ήμασταν περίπου οι ίδιοι και οι ίδιοι, μπες βγες.  Κάτι σαν μια μικρή κοινότητα. Και βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ, καταλαβαίνω απόλυτα εκείνους που λένε ότι δεν συγκινούνται από τέτοιου τύπου μετα-δράματα, γιατί απλούστατα δεν χάνονται στις μυθοπλασίες τους. Σωστή παρατήρηση. Το μεταδραματικό θέατρο δεν σε «ταξιδεύει», όπως το ευρύ κοινό εννοεί το θεατρικό ταξίδι, γιατί είναι μια συνειδητή απομάκρυνση από τους πολλαπλά δοκιμασμένους κανόνες του δραματικού θεάτρου. Πράγμα που φαίνεται άλλωστε και από το ίδιο το πρόσφυμα που συμπληρώνει τον ορισμό, "μετά", το οποίο δεν υποδηλώνει απλά ένα χρονολογικό "μετά το δράμα" ή  μια διαγραφή του δραματικού παρελθόντος, αλλά και μια μορφή ρήξης, μια κίνηση "πέρα από". Με άλλα λόγια, το μεταδραματικό, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί σχέσεις με το δραματικό,  παράλληλα αυτοπροβάλλεται και σαν μια ανάλυσή του, καθώς και μια ανάμνησή του. Τι εννοώ;
 Εάν δεχτούμε ότι ανάμεσα στα βασικά χαρακτηριστικά του δράματος είναι η κυριαρχία του διαλόγου, η διαπροσωπική επικοινωνία, ο αποκλεισμός οτιδήποτε ξένου προς τον δραματικό κόσμο (συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα και του θεατή --και οι δύο καταδικασμένοι στη σιωπή), και ο σεβασμός των τριών ενοτήτων (χώρου, χρόνου και δράσης), στο μεταδραματικό όλα αυτά ακυρώνονται και δίνουν τη θέση τους στην υλικότητα της επιτέλεσης. Οι θεατές μετατρέπονται, τρόπον τινά, σε μάρτυρες ενός γεγονότος και όχι παθητικούς δέκτες ενός προκατασκευασμένου θεάματος, ενός γεγονότος που δίνει την εντύπωση ότι όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα: το καθημερινό αντάμα με  το αισθητικό.
Ο μεταδραματικός Τσέχοφ
Το περίεργο με τον Τσέχοφ είναι ότι, ενώ δεν προσφέρεται εύκολα για θεαματικές αλλαγές, ολοένα και πληθαίνουν εκείνοι που αναζητούν τρόπους να ανακαλύψουν ξανά την προχωρημένη μοντερνικότητά του, να καταλάβουν ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που κάποτε τον έκαναν μπροστάρη της θεατρικής γραφής. Και εκτιμώ πως η εισβολή της μεταδραματικής ποιητικής, με τη γνωστή έμφασή της στην επιτελεστική προοπτική του λόγου, αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευεργετική.
Εκείνο που συναρπάζει όσους ασχολούνται πειραματικά με τον Τσέχοφ είναι πώς η λέξη λειτουργεί σαν μια αυτόνομη θεατρική κατηγορία και όχι σαν έκφραση ενός αυτόνομου χαρακτήρα. Σε μια μεταδραματική ανάγνωση των έργων του, εκείνο που καλούμαστε να παρακολουθήσουμε είναι πώς μέσα από τον άρθρωμένο λόγο αναδύεται ένα καινούριο υποκείμενο, μια διαφορετική δραματική περσόνα. Εάν δεν είμαστε έτοιμοι να  δεχτούμε αυτή τη σύμβαση, πολύ δύσκολα θα εκτιμήσουμε παραστάσεις όπως τον «Γλάρο», ας πούμε, που είδαμε  πέρυσι στην σκηνή του «Αμαλία», από την ομάδα  Pequod, και φέτος τον «Θείο Βάνια», των Grasshoppers, όπου οι σκηνοθέτες Ε. Λυγίζος και Δ. Καρατζάς άφησαν πλήρως εκτεθειμένο τον λόγο να κυριαρχήσει σε ένα γυμνό σκηνικό, που μοιράζονταν οι θεατές με τους ηθοποιούς (Ε. Λυγίζος, Θύμιος Κούκιος και  Ελίνα Ρίζου), οι οποίοι κάθονταν σε ένα πάγκο περιμένοντας, ο καθένας τη σειρά του, να επιτελέσει (και όχι να ζωντανέψει) κάποιον από τους εννέα ρόλους. Μας ανακοίνωναν  ποιος μιλά, έλεγαν τα λόγια τους και μετά επέστρεφαν στη θέση τους, σαν σε οντισιόν. Πουθενά το γνώριμο περιβάλλον των ψευδαισθήσεων, οι συγκρούσεις που δημιουργεί ο διάλογος και οι κλιμακώσεις που προκαλεί η καλά ρυθμισμένη ανέλιξη του μύθου. Η "πεζολογική" απόδοσή τους έδινε την εντύπωση πως πιο πολύ τους ένοιαζε να φτάσουν στην πηγή του νοήματος διαμέσου του ήχου των λέξεων, παρά διαμέσου των δεδομένων σχέσεων σημαίνοντος/σημαινόμενου (εδώ υποκύπτω στον πειρασμό να αναφερθώ εν τάχει στη «Φεύγουσα κόρη», με τη Ρηνιώ Κυριαζή, ως κορυφαίο παράδειγμα τέτοιου εγχειρήματος—και αυτή μερος των «Προ-τάσεων»).
Συμπέρασμα: Έφυγα με σχετικά καλές εντυπώσεις, που θα ήταν ακόμη καλύτερες εάν οι δύο σκηνοθέτες έβρισκαν τρόπους να περιορίσουν τη χρονική έκταση του εγχειρήματός τους. Θεωρώ πως τα ενενήντα λεπτά ήταν πάρα πολλά. Από ένα σημείο και μετά, όταν είχαν ξεκαθαρίσει τους στόχους και τις προθέσεις τους, δεν είχαν πού αλλού να πάνε και άρχισαν να επαναλαμβάνονται κουραστικά και αχρείαστα.
Η κορυφαία των «Προ-τάσεων»
Ως κορυφαία στιγμή των φετινών «Προ-τάσεων» θεωρώ την παράσταση «Τσέχοφ-Κνίπερ: η αλληλογραφία», από την ομάδα «Πόλις». Η σκηνοθεσία της Ελένης Γεωργοπούλου έδωσε μιαν ατμοσφαιρική, σχεδόν χορευτική ταυτότητα στα δρώμενα, με τις συνεχείς πιρουέτες της από τον αφηγηματικό λόγο προς τη (μετα)δραματική σύγκρουση. Η Αιμιλία Βάλβη, στον ρόλο της ηθοποιού Όλγα Κνίπερ, και ο Κωνσταντής Μιζάρας, στον ρόλο του συγγραφέα Τσέχοφ, ύφαναν ένα επιστολικό παιχνίδι έκτακτων ισορροπιών, χωρίς να χάσουν ούτε νότα. Σημαίνουσες σιωπές, γρηγορούσες διαδραστικές κεραίες, εκφραστική λιτότητα, καλπάζουσα φαντασία, ερωτική θερμοκρασία, εντυπωσιακή χημεία, αφοπλιστική ετοιμότητα στις μεταπτώσεις διαθέσεων, κινησιολογική άνεση, όλα στην υπηρεσία μας επιτέλεσης που δύσκολα της βρίσκεις ψεγάδι. Τι άλλο να πει ένας κριτικός για να δείξει πόσο πολύ του άρεσε!
Το σκηνικό της Κλαιρ Μπρέισγουελ, ευεργετική συναίρεση της φωτεινής και σκοτεινής διαδρομής της σχέσης των δύο αυτών ανθρώπων, μια σχέση που άρχισε το 1898 στην ανάγνωση του «Γλάρου» και στην πορεία εξελίχθηκε σε ερωτική, με κατάληξη το γάμο.
Συμπέρασμα:  Όσοι δεν ήσασταν εκεί, λυπάμαι, χάσατε. Ίσως κάπου αλλού.
13/5/2012
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου