Σημαντικά και ασήμαντα εν συντομία



Eίναι σπουδαίο πράγμα να μπορείς να αντιμετωπίσεις τους κλασικούς με μια σχετική «χαλαρότητα». Και εννοώ χωρίς αισθήματα ενοχής, χωρίς απολογίες και, γενικά, χωρίς τα γνωστά βαρίδια. Δε λέω, είναι καλός και αναγκαίος ο σεβασμός των μεγάλων κειμένων. Όταν όμως ακυρώνει τη ζωντάνια τους και καταδυναστεύει την ελευθερία ανάγνωσής τους, τότε κάθε άλλο παρά ευεργετικός είναι.
Όλα τα σπουδαία κείμενα είναι “σπουδαία”, γιατί ακριβώς μας προ(σ)καλούν να τα “παρερμηνεύσουμε”, δηλαδή να τα ξαναβάλουμε στο ιστορικό γίγνεσθαι μέσα από άλλες αναλογίες. Και αυτό ακριβώς έκανε ο Σκανδιναβός Στάφαν Χολμ στην παράσταση (πιο πολύ περφόρμανς) των «Βακχών» με το Εθνικό Θέατρο του Βελιγραδίου (Φεστιβάλ ΚΘΒΕ, Βασιλικό Θέατρο). Μας έδωσε μια άλλη ματιά, πιο αποστασιοποιημένη και λιγότερο “αγχωμένη”. Κάποιους ενδεχομένως να απογοήτευσε η προσέγγισή του.  Ίσως να περίμεναν έναν Διόνυσο όπως τον συνήθισαν: πιο Βαλκάνιο, πιο οικείο, συνοδευόμενο από ένα χορό πιο λαϊκότροπο, πιο φολκλόρ. Τίποτα από όλα αυτά. Ο Διόνυσος (Nedad Staimenovic) που είδαμε ήταν μια φιγούρα καθαρά βόρειων προδιαγραφών (ευρωπαϊκών και αμερικανικών). Παρέπεμπε σε ροκ σταρ των 60s και ο τετραμελής χορός των γυναικών του σε γκρούπις γνωστών συγκροτημάτων της εποχής (Μπητλς, Ρόλινγκ Στόουνς, Ντορς κ.λπ). Τρελές και παλαβές. Όλα για τον έρωτα και το ξεφάντωμα. Make love not war, ή κάπως έτσι.
Παίζοντας έξυπνα με τη μπρεχτική αισθητική, η σκηνοθεσία άφησε να επικρατήσει στο μεγαλύτερο μέρος μια cool ατμόσφαιρα ελευθερίας, που περιέλουζε υπούλως μια αίσθηση επερχόμενης καταστροφής. Σωστή σκέψη. Γιατί ο Διόνυσος μπορεί να δείχνει παιχνιδιάρης, δεν παύει όμως να είναι και φορέας ολέθρου. Ο ευριπίδειες «Βάκχες» είναι πολύ σαφείς επ’ αυτού. Ομοίως και η σύγχρονη ανάγνωσή τους  από τον Χολμ.
Συμπέρασμα: περφόρμανς «φεστιβαλικών» προδιαγραφών, με έξι μεστές ερμηνείες, σε ένα σκηνικό χώρο με μοναδικό έπιπλο ένα συρόμενο μακρόστενο πάγκο και ένα τεράστιο ταλαντευόμενο ηχείο (της Bente Lykke Meller). Προσφορά στα θεατρικά δρώμενα της πόλης. Κάτι που δεν ισχύει, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, για την αμέσως επόμενη παράσταση.
Είτε αλέ είτε ρετούρ, το ίδιο αποτέλεσμα
Λυπάμαι που το λέω, και μάλιστα για νέους ανθρώπους που μόλις τώρα αρχίζουν την προσπάθειά τους να επιβιώσουν σε ένα χώρο ήδη κορεσμένο και πολλαπλά χτυπημένο από τις οικονομικές εξελίξεις. Όμως, λίγη αυτογνωσία δεν βλάπτει. Πριν αποφασίσει κάποιος να δημοσιοποιήσει τον λόγο του οφείλει να ζυγίσει με περισσότερη αυστηρότητα τα αποτελέσματα των προσπαθειών του. Δοκιμές τύπου «Aller-Retour» (από την ομάδα Aller-Retour, στο Μικρό Φεστιβάλ της Ούγκα Κλάρα) δεν “σώζονται” με το να αυτοαποκαλούνται devised. Το επινοημένο θέατρο έχει τα αβαντάζ του, όμως πολύ εύκολα μπορεί να ξεστρατήσει και να οδηγήσει στην απόλυτη κενότητα, στην ανόητη χαριτωμενιά και στη γυμνασιακού τύπου πλακίτσα.
Και η περφόρμανς που είδαμε ήταν ένα κακόγουστο μιμόδραμα, χωρίς φαντασία, ρυθμό, συγκρότηση και, εντέλει, χωρίς λόγο ύπαρξης. Βαρέθηκα αφάνταστα τα τετριμμένα χωρατά, τη μπαναλιτέ των δρωμένων, τις κούφιες μούτες και πόζες και τις άστοχες υπερβολές των τεσσάρων χαρακτήρων της ιστορίας που ζουν εγκλωβισμένοι σε ένα δωμάτιο, όπου τρέχουν πάνω κάτω κάνοντας άπειρες δουλειές σε ρυθμούς ρομπότ. Σε καμιά στιγμή δεν συμμερίστηκα την αγωνία τους να «πετάξουν» κάπου αλλού, να ζήσουν την ελευθερία τους κατά πως γουστάρουν.
Θα τους πρότεινα, όπως και σε πολλούς άλλους του καταταλαιπωρημένου devised theatre, να δοκιμαστούν πρώτα με κάποια βατά κείμενα ώστε να μάθουν τον κανόνα και μετά να προχωρήσουν στην ανατροπή του. Τουλάχιστον έτσι κάνουν (ή εκτιμώ πως θα ‘πρεπε να κάνουν) οι καλοί πειραματιστές. Πώς ανατρέπεις κάτι που δεν γνωρίζεις σε βάθος; Από τη στιγμή που το devised είναι ένας εσωτερικός διάλογος με την ουσιαστική λειτουργία του θεατρικού συστήματος, απαιτεί βαθιά γνώση των κωδίκων. Είναι η θεατρική εκδοχή της ελεύθερης τζαζ. Ο Ντάριο Φο κάνει τέτοιο θέατρο. Οι DV8, oι Rimini, oι Forced Entertainment, οι Complicite, επίσης. Για να πούμε εν τάχει δυο τρία καλά και οικεία ονόματα.
Συμπέρασμα: αρνητικό.
Μαρία Κάλλας χωρίς τόνους και ημιτόνια
Με αρκετές επιφυλάξεις το τελευταίο μου σχόλιο για την ερμηνεία μιας κατά τ’ άλλα πολύ καλής ηθοποιού, της Εύας Κεχαγιά, στον ρόλο της Μ. Κάλλας (στο Θέατρο Σοφούλη). Ευθέως διατυπωμένο: δεν της χρεώνω τις επιφυλάξεις, παρόλο που το συγκεκριμένο βράδι δεν μ’ έπεισε απόλυτα. ‘Εδειχνε σφιγμένη, σε σημείο να μην αφήνει πράγματα να βγουν προς τα έξω. Την έχω δει σε πολύ καλύτερες στιγμές. Έχει τσαγανό, τάλαντο και σκηνικό ανάστημα. Εδώ το πρόβλημα φοβάμαι πως άρχιζε από αλλού και ήταν διπλό: εν πρώτοις ήταν το ίδιο το κείμενο («Μορέντο», 2009) και, κατά δεύτερο, η σκηνοθεσία, αμφότερα της Όλγας Λασκαράτου, η οποία μας ήρθε διαβασμένη μεν, όχι όμως εξίσου έτοιμη να (δια)χειριστεί τις πολυπλόκαμες απαιτήσεις που έχει ένα σανίδι. Το ότι όλα μπορούν να (ανα)παρασταθούν, δεν σημαίνει ότι και όλα μπορούν  να κατέβουν αλώβητα στην πλατεία, “εδώ και τώρα”. Για να γίνει κάτι τέτοιο, απαιτείται δουλειά πολύ ειδικών συνθηκών. Και νομίζω πως η Λασκαράτου εκεί δεν τα κατάφερε. Βρήκε πολλά να μας πει, δεν βρήκε όμως τους τόνους και τα ημιτόνια που θα έκαναν την πολυτάραχη ζωή αυτής της ντίβας ενδιαφέρον σκηνικό δρώμενο. Το κείμενό της είχε ανάγκη από καλύτερες κλιμακώσεις, από ένα πιο ευφυή και απρόβλεπτο χειρισμό του διαθέσιμου (και πλούσιου) υλικού, ώστε να αναδειχθούν πιο αποτελεσματικά (και στρογγυλεμένα) τα πάθη, η μοναξιά και τα αδιέξοδα μιας επώνυμης και ερωτευμένης σταρ.
Συμπέρασμα: ένα πορτρέτο ερευνητικά υποψιασμένο, όχι όμως και θεατρικά.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
7/11/2010