Αντιγόνης αγώνα άγονος



Το να ξαναγράψει κανείς ή να σκηνοθετήσει ένα μύθο που όλοι γνωρίζουν είναι έργο επίπονο και άκρως ολισθηρό. Και τούτο γιατί η οικειότητα του δέκτη αυξάνει τις απαιτήσεις και κατά συνέπεια την πίεση που ασκείται στον όποιο φιλόδοξο «μετα-γραφέα». Αυτό συχνά οδηγεί σε εκδοχές του τύπου «μία από τα ίδια», που στόχο έχουν να πέσουν στα μαλακά, ικανοποιώντας τις ήδη δεδομένες προσδοκίες του «μέσου» θεατή. Άλλοτε έχουμε εκδοχές που στόχο έχουν να αναστατώσουν τις προσδοκίες του θεατή και, στη χειρότερη περίπτωση, σε εκδοχές που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί είδαν τα φώτα της ράμπας.

Η αναφορά μου, στο παρόν σημείωμα, είναι στο μύθο της Αντιγόνης, ο δημοφιλέστερος, μαζί με της Ηλέκτρας και των Τρωάδων, από τους ελληνικούς μύθους. Εκατονταετίες τώρα καλλιτέχνες και φιλόσοφοι παλεύουν να λύσουν τον γρίφο της απόφασης της νεαρής Αντιγόνης να συγκρουστεί με την αλεπού της πολιτικής, τον Κρέοντα, και μάλιστα εν γνώσει της ότι θα πεθάνει.
Ο γρίφος
Χέγκελ, Άρνολντ. Βιρτζίνια Γουλφ, Νίτσε, Χάιντεγκερ, Λακάν, Ντεριντά, Σιμόν Βέιλ, Τζούντιθ Μπάτλερ είναι κάποιοι ελάχιστοι από τους μελετητές/καλλιτέχνες που αφιέρωσαν χρόνο να ερμηνεύσουν την «κοινωνική ανυπακοή» (civil disobedience) της Αντιγόνης —ο όρος ανήκει στο σπουδαίο Αμερικανό ποιητή Γουώλτ Γουίτμαν (Walt Whitman), ο οποίος τον χρησιμοποίησε το 1846 ώστε να προβάλει τη σοφόκλεια ηρωίδα ως το πρώτο μέγα παράδειγμα «ετερότητας» (προφανώς σε αντιδιαστολή με το «όμοιο» των άλλων πολιτών).
Κάποιοι από τους μελετητές θα σταθούν πιο πολύ στα θρησκευτικά της πιστεύω . Κάποιοι θα μιλήσουν για τη δύναμη των οικογενειακών θεσμών και της παράδοσης. Κάποιοι άλλοι θα εστιάσουν στη νεανική της ορμή, άλλοι ακόμη και στην ηλικιακή της αφέλεια. Ουκ έστιν τέλος. Δεν έχει και τόση σημασία.
Σημασία έχει το γεγονός ότι ο μύθος του αγώνα της Αντιγόνης τις περισσότερες φορές επανακάμπτει σε συνάρτηση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Έτσι: Εποχές χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις τείνουν να τον αγνοούν. Εποχές με εντάσεις τον επαναφέρουν. Για παράδειγμα, ο Άθολ Φούγκαρντ τον χρησιμοποιεί για να στηλιτεύσει τη ρατσιστική εξουσία του απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική.  Οι καλλιτέχνες που βίωσαν τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρέφονται σ’ αυτόν ώστε να αναδείξουν μια Αντιγόνη-μούσα, σύμβολο αντίστασης και ελευθερίας.


Η διαμάχη των κριτικών
Τώρα, σε ό,τι αφορά τον Ανουίγ, έγραψε τη δική του εκδοχή της «Αντιγόνης» το 1944, δηλαδή, σε στιγμές έντασης, λίγο πριν από την απελευθέρωση του Παρισιού από τη ναζιστική κατοχή. Αμέσως μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του έργου στο Atelier Theatre ξέσπασε έντονη διαμάχη, στην αρχή ανάμεσα σε δύο μεγάλες παριζιάνικες εφημερίδες, και εν συνεχεία ανάμεσα στους κριτικούς όλων των εφημερίδων (περίπου τριάντα) ως προς το νόημα του διασκευασμένου μύθου, κάτι όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο για τα έργα του Ανουίγ γενικά, τα οποία, ας σημειωθεί, δεν έχαιραν και ιδιαίτερης εκτίμησης, τουλάχιστο ανάμεσα στους σοβαρούς Γάλλους θεατρικούς κριτικούς, καθώς τα θεωρούσαν δείγματα ανάλαφρης διασκέδασης.
Οι φίλα προσκείμενοι προς την Αντίσταση θα μιλήσουν για ένα έργο εμβληματικό του αγώνα των Γάλλων πατριωτών για απελευθέρωση της πατρίδας. Οι φίλα προσκείμενοι προς την κυβέρνηση του Βισύ, που, ειρήσθω εν παρόδω, σχηματίστηκε από το στρατάρχη και ήρωα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Φιλίπ Πεταίν, θα σταθούν πιο πολύ στον τρόπο που ασκείται η εξουσία απέναντι σε μια «ταραξία».
Σε κάθε περίπτωση, το τρελό στην όλη ιστορία είναι ότι δύο εντελώς διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα θα χειροκροτήσουν, για εντελώς διαφορετικούς λόγους, την ίδια παράσταση, γεγονός που θα ενισχύσει την εμπορικότητα της παράστασης, κάτι που δεν θα συμβεί αλλού, στην Αμερική, λόγου χάρη, όπου θεατές και κριτικοί μάλλον αδιαφορούν, με αποτέλεσμα η παράσταση να περάσει στα ψιλά των εφημερίδων (και του ταμείου).
Το έργο
Η προσωπική μου άποψη λέει ότι μεγάλο μέρος της τότε επιτυχίας  του έργου δεν οφείλεται στις αρετές της γραφής του αλλά στο γεγονός ότι, την εποχή εκείνη, η υιοθέτηση ελληνικών μύθων ήταν μέρος μιας πολύ μεγάλης και εμπύρετης συζήτησης που είχε να κάνει με την έξοδο του δυτικού πολιτισμού από τα ερείπια του πολέμου. Προοδευτικοί και συντηρητικοί, πατριώτες και δοσίλογοι συμμετείχαν στη συζήτηση που περίπου κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: στην ανεκτίμητη προσφορά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο οικοδόμημα που λέγεται «Ευρώπη».
Ειδικά για την περίπτωση Ανουίγ, καλό είναι να θυμόμαστε ότι δεν μιλάμε για κάποιον ιδεολόγο επαναστάτη, καινοτόμο ή ριψοκίνδυνο διανοούμενο. Μιλάμε για ένα βουλεβαρδιέρη συγγραφέα, λάιτ και συχνά επιφανειακό στη διαχείριση των ιδεών του. Και η «Αντιγόνη» του, στο δικό μου τουλάχιστο μυαλό, είναι ένα πόνημα προδιαγραφών αστικού μελοδράματος, πασπαλισμένο με αύρα εύπεπτης τραγωδίας κατάλληλο για όλη την οικογένεια. Ένα πόνημα που θέλει τους πάντες ευχαριστημένους. Πράγμα, άλλωστε, που εξηγεί γιατί, σε αντίθεση με το πρωτότυπο, δίνει αρκετό χώρο και στον Κρέοντα να υποστηρίξει τον πραγματισμό του.
Ο Κρέων
Στην κατά Ανουίγ «Αντιγόνη», ο Κρέων δεν είναι μόνο ο γνωστός μας από άλλες διασκευές κακός ηγέτης. Είναι ένας πρωταγωνιστής με άποψη. Ένας επαγγελματίας της πολιτικής. Έχει αναλάβει μια δουλειά και θέλει να την κάνει καλά ανεξάρτητα από το όποιο (ανθρώπινο) τίμημα.
Βεβαίως, ο συγγραφέας θέλει να μας κάνει να νιώσουμε άσχημα με αυτά που κάνει και σκέφτεται. Αλλά παράλληλα μας θέλει να νιώσουμε άσχημα και με το τι η τραγωδία του έχει κάνει ή του επιφυλάσσει. Είναι σαν να μας λέει ότι και οι δύο πρωταγωνιστές του δράματος έχουν ευθύνη απέναντι σε αυτό που πιστεύουν και υποστηρίζουν: οι ηθικές αρχές ενάντια στις ανάγκες του πραγματισμού και της έννομης τάξης. Γρίφος.


Η παράσταση
Στο διά ταύτα. Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις μου ως προς την αξία του έργου (που όσο περνάει ο καιρός όλο και πολλαπλασιάζονται) πήγα με μεγαλούτσικο καλάθι στο Θέατρο Κήπου, γιατί ακριβώς το σκηνοθετούσε η Ελένη Ευθυμίου, ένα νέο κορίτσι για το οποίο έχω επανειλημμένα εκφραστεί με τα καλύτερα λόγια. Είχα την κρυφή ελπίδα πως θα έβλεπα κάτι διαφορετικό, κάτι πιο απρόβλεπτο, πιο καινοτόμο και φρέσκο. Δυστυχώς απογοητεύτηκα. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς, αυτή η ταλαντούχα νέα, κατέληξε σε αυτήν την αδιάφορη και χωρίς διόλου κοιτάσματα σκηνοθετική ανάγνωση, η οποία μάλιστα παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Εν αρχή η εικόνα
Η αρχή ήταν μια υποσχόμενη εικόνα-σχόλιο. Η σκηνογράφος Φαμέλη διαρρύθμισε τον τόπο δράσης ώστε να μοιάζει με αίθουσα γηροκομείου (θα μπορούσε όμως να είναι και νοσοκομείου— δεν το ξεκαθάρισε).
Στον ίδιο χώρο αρκετοί ανεμιστήρες ήταν τοποθετημένοι στη μια άκρη της σκηνής, οι οποίοι υποθέτω ότι μπήκαν εκεί για να προσφέρουν συμβολικά μια τεχνητή ανάσα ζωής και δροσιάς στην εικόνα εγκλεισμού και φθοράς. Και λέω υποθέτω, γιατί δεν έγινε σαφής ο ρόλος τους στη ροή των γεγονότων. Όπως και ο ρόλος της (αστικής;;) τηλεόρασης που δέσποζε στο βάθος της σκηνής, εκεί όπου ήταν το κουβούκλιου του φρουρού.  
Αντιλαμβάνομαι από όλα αυτά ότι η σκηνοθέτιδα ήθελε να μας μιλήσει με όρους αλληγορικούς για τα συμπτώματα της αρρωστημένη εξουσίας, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον εγκλεισμό της Αντιγόνης σε αυτό το πάσχον αστικό περιβάλλον. Ενδιαφέρουσα σκέψη. Όμως, όπως έδειξε η συνέχεια, αναποτελεσματική στην εκτέλεση. Και εξηγούμαι.
Η φυλακή της μυθιστορίας
Η Αντιγόνη δεν αδυνατεί να ξεφύγει από την πολιορκητική εξουσία του Κρέοντα αλλά πρωτίστως από την ίδια τη μυθιστορία της (είναι ήδη προ-ορισμένη: αλλού, άλλοτε και παντού). Έχει ήδη πεθάνει και απλώς, σαν δαιμόνια θεατρίνα που είναι, επαναλαμβάνει τον θάνατό της. Όπως κατ’ ανάλογο τρόπο και ο Κρέοντας: επαναλαμβάνει την άσκηση της εξουσίας του. Ad infinitum.
Ότι είναι να γίνει έχει ήδη γίνει. Έχει τελεστεί. Ό,τι απομένει είναι η επανάληψη του τελεσθέντος. Κάθε βράδυ. Τα ίδια λόγια. Η ίδια επιτέλεση. Εδώ και τώρα. Ο Χορός άλλωστε το κάνει σαφές.
 Και η  σκηνοθεσία εκτιμώ πως άφησε εκτός εκείνο που θα έπρεπε να λειτουργήσει ως οργανωτική αρχή: το θέμα της παροντικότητας του δράματος της Αντιγόνης που εκφράζεται μέσα από την τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω, με τη μορφή πρόβας που επαναλαμβάνει το γεγονός.
Υπόθεση εργασίας
Για να προλάβω παρεξηγήσεις. Δεν το παίζω σκηνοθέτης. Όπως συνηθίζω να λέω, κάθε παράσταση κρίνεται με βάση αυτό που είναι και όχι με αυτό που θέλει ο κάθε θεατής ή κριτικός να είναι. Κι αν κάνω κάποιες σκέψεις παραπάνω είναι γιατί αυτό που είδα δεν με ικανοποίησε.
Στην προσπάθειά μου, λοιπόν, να καταλάβω τι στράβωσε κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εάν η σκηνοθεσία επένδυε περισσότερο στο μεταδραματικό στοιχείο, θα της προσέδιδε μια άλλη διάσταση, μια άλλη ζωντάνια, μια άλλη κινητικότητα, μια άλλη επικοινωνιακή δυναμική και ένα άλλο εύρος.
Θεωρώ πως η σκηνοθεσία άφησε ανεκμετάλλευτο το καλύτερό της εύρημα, το μονόλογο του Χορού από το Φαίδωνα Καστρή. Δεν κατάλαβα γιατί δεν είχε συνέχεια αυτό το παιγνιώδες άνοιγμα και αντ’ αυτού παραδόθηκε στις φιλολογικές φλυαρίες του Ανουίγ που διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς ενέργεια και ενδιαφέρον.
Η Ευθυμίου ξέρει από θεατρική οικονομία. Δεν είδε ότι τα πολλά λόγια (συχνά αχρείαστα) προκαλούσαν ασφυξία στο «εδώ και τώρα» του ζωντανού θεάματος; Δεν είδε ότι η «Αντιγόνη» είναι ένα έργο μπουκωμένο, που ζητούσε κατεπειγόντως αποσυμπίεση;
Ναι, υπήρξαν κάποιες ραπτοκοπτικές παρεμβάσεις (από τη Σοφία Ευτυχιάδου), όμως όχι αρκετές. Σήκωνε κι άλλο ψαλίδι το εγχείρημα ώστε να μείνουν τα λίγα, τα πιο δραματικά και τα πιο ουσιαστικά.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχαμε και το υποκριτικό αλαλούμ που λειτούργησε σαν κερασάκι στην τούρτα. Ομολογώ δεν κατάλαβα τη σκηνοθετική άποψη. Μπερδεύτηκα.


Ερμηνείες
Ο καθένας έπαιζε ό,τι ήξερε, ό,τι καταλάβαινε και  ό,τι μπορούσε. Ο Στέλιος Μάινας, ένας αποδεδειγμένα καλός ηθοποιός, σπατάλησε τον Κρέοντα παίζοντας τραγωδία του 1950 (καμιά σχέση με την «Αντιγόνη» του Ανουίγ). Το παίξιμό του δεν μας βοήθησε να καταλάβουμε πώς πραγματικά λειτουργεί η εξουσία σε βάρος του ανθρώπινου παράγοντα. Η Βασιλική Τρουφάκου μας γνώρισε μια απροσδιορίστου ύφους και ήθους ηρωίδα-τινέιτζερ, με προφανή προβλήματα στον τονισμό των λέξεων και στη ρυθμικότητα του λόγου. Σε καμιά στιγμή το παίξιμό της δεν έβγαλε την ουσία της αντιπαράθεσης με την εξουσία. Δεν είδαμε την αντι-ηρωίδα που υποτίθεται ότι είναι.
Η κάπως πιο carefree Ιωάννα Μαυρέα μας παρέδωσε μια Ισμήνη ανεξήγητα στρεβλή και νευρωτική (σαν να μας ήρθε από κάποιο άλλο έργο —ποιο άραγε;). Η Ανέζα Παπαδοπούλου μας γνώρισε μια τροφό σε τόνους υπερβολικούς και συχνά άκαμπτους που δεν απελευθέρωναν κανένα νόημα και ο Γιώργος Φριντζήλας, έναν νεαρό Αίμονα αδιάφορο και μπλαζέ. Στους ρόλους των φρουρών οι Ντάλας και Λίτσης απλώς διεκπεραίωσαν τα ελάχιστα δέοντα.
Μόνος επιπλεύσας της μυθιστορίας ο Φαίδων Καστρής στον ρόλο του κομπέρ και Χορού. Κάθε εμφάνισή του μας ξεκούραζε από τα άνοστα και φλύαρα λογύδρια των δύο πρωταγωνιστών. Η παράσταση έπρεπε να στηθεί γύρω απ’ αυτόν ώστε να αποκτήσει χρώμα, ρυθμό και θεατρικότητα.
Ενδυματολογικά η Δουλαρίδη έντυσε τον κάθε χαρακτήρα ανάλογα με την ηλικία και τον ρόλο του. Ούτε εκπλήξεις ούτε  προτάσεις. Η μετάφραση του Στρατή Πασχάλη σωστή,  με θεατρικούς χυμούς.
Συμπέρασμα: Ένας αγώνας που παίχτηκε σε άγονο τερέν.

Σημ Πρώτη δημοσίευση  Parallaxi 20/08/2016