Αναστατώνοντας το ζωτικό χώρο (Lebensraum)





Ο Θανάσης Τριαρίδης φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη κλείσει τους λογαριασμούς του με το Ολοκαύτωμα και το ναζισμό. Έχει κι άλλα να πει. Και ιδού. Μετά το Μένγκελε και το Ζηγκλόν, καταθέτει τώρα, προς κρίση και θέαση, το Lebensraum (μτφρ: ζωτικός χώρος), με τον ενδεικτικό υπότιτλο «μονόπρακτο πείραμα για την καλοσύνη», που αποτελεί την ξαναδουλεμένη και εκτενέστερη εκδοχή ενός προπλάσματος που είχε γράψει το 2014, στο πλαίσιο του τρίτου αθηναϊκού 24hrs, που είχε διοργανώσει ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος.

Η παράσταση (πιο πολύ στη λογική της περφόρμανς) του έργου έκανε πρεμιέρα στα γερμανικά στο Βερολίνο το Μάρτιο, μετά πήγε Φρανκφούρτη, ταξίδεψε στην Αθήνα,  μετά ανέβηκε Θεσσαλονίκη (Black Box, από όπου και το παρόν σημείωμα), κατόπι κατηφόρισε στην Πάτρα, για να κλείσει προσωρινά το οδοιπορικό της στη Λευκωσία και Λεμεσό.
Η κεντρική ιδέα
Αφετηρία της προβληματικής του έργου η γνωστή άποψη που λέει ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται καλοί. Τι γίνεται, όμως, όταν  κάποιος απειλήσει το ζωτικό τους χώρο (εξ ου και ο τίτλος); Μπορούν ν’ αντισταθούν, να πουν όχι στην εισβολή του φόβου; Μπορούν να επιλέξουν ή παραδίδονται αμαχητί στις μεθοδεύσεις και μηχανορραφίες των επιτήδειων που ξέρουν πώς να κινούν τα νήματα;



Συγγραφικές ιδέες
Ο Τριαρίδης είναι ένας συγγραφέας με θέσεις που μπορεί να μην είναι πρωτότυπες, όμως προδίδουν έγνοια, ανθρωπισμό και αγωνία. Είναι ένας συγγραφέας που επιμένει να βλέπει τον κόσμο πίσω από τη βιτρίνα, που ψάχνει αίτια και αιτιατά. Και πολύ καλά κάνει. Σε μια εποχή όπου όλα κινούνται σε μια οριζόντια τροχιά γεμάτη ομοιώματα, οι κάθετες παρεκκλίσεις και ωφέλιμες είναι και καλοδεχούμενες.
Όπως είχα πει και σ’ ένα άλλο κριτικό μου σημείωμα, αν κάτι χωλαίνει στα δραματικά έργα του Τριαρίδη δεν είναι οι ιδέες, αλλά η απουσία βαθιάς θεατρικότητας, η απουσία εκείνης της ιδιαίτερης δυναμικής που μπορεί και μεταμορφώνει το γραπτό λόγο σε ακαριαίο δρώμενο.
Πηγαίνοντας κόντρα ή ίσως υποτιμώντας τη βασική αρχή που λέει ότι στο θέατρο «πιο πολύ δείχνουμε παρά λέμε», ο Τριαρίδης συχνά παγιδεύεται σε εγκεφαλικούς, εκτενείς και βαρυφορτωμένους διαλόγους, από τους οποίους απουσιάζουν οι κορυφώσεις, οι καλά ζυγισμένες και διαρθρωμένες συγκρούσεις, η αμεσότητα, ο σπινθηροβόλος/ατακαριστός λόγος, οι αναγκαίες ανάσες και γενικά η ποιητική και η ρυθμικότητα της προφορικότητας και της συνακόλουθης επιτέλεσης.

 Θανάσης Τριαρίδης
Αν θέλει να γράψει πιο επικοινωνιακό θέατρο, κάποια στιγμή πρέπει να παραδώσει μέρος της λογικής του πεζογράφου και του δοκιμιογράφου στη λογική του σανιδιού, κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβει πως στο σανίδι όλα κρίνονται και επικοινωνούν «εδώ και τώρα». Το θέατρο δίνει μόνο μία ευκαιρία να το συλλάβεις. Και αυτή είναι χρονικά περιορισμένη. Δεν είναι όπως η σελίδα βιβλίου που την επισκέπτεσαι εκατό φορές, μέχρι να την εμπεδώσεις. Στο σανίδι όλα πεθαίνουν ακριβώς τη στιγμή που αρθρώνονται. Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Κι αν αναγνωρίζω κάτι στην προσέγγιση της νεαρής Κύπριας σκηνοθέτριας Έλενας Σωκράτους, είναι ακριβώς η αγωνιώδης προσπάθειά της να ντύσει το τελικό κείμενο της περφόρμανς με την αύρα της θεατρικής παροντικότητας. Να το κάνει ακαριαίο συμβάν. Πρέπει να μόχθησε. Και φάνηκε. Και εν πολλοίς ανταμείφθηκε.


Σκηνοθεσία
Έχοντας στη φαρέτρα της λύσεις που αλίευσε μέσα από τους γνώριμους κανόνες του μεταδραματικού θεάτρου, έστησε μια παράσταση αυξημένης ετοιμότητας, μια παράσταση η οποία συναιρούσε απλότητα, στα σημεία φωτερή, και εφιαλτικότητα, αφηγηματικότητα και δράση.
Καλύπτοντας ικανοποιητικά την απόσταση ανάμεσα στο πρόσωπο και το προσωπείο του θεάτρου, το εδώ και τώρα της βιωμένης εμπειρίας και το εκεί και τότε της αφήγησης, κράτησε εντός του σκηνοθετικού της βεληνεκούς τους θεατές. Ήταν προφανές ότι τους ήθελε συνοδοιπόρους στα μονοπάτια του φόβου. Και το επέβαλε εξαρχής, επιλέγοντας έναν, υποτίθεται, ανυποψίαστο θεατή για πειραματόζωο. Κίνηση ματ, γιατί αμέσως-αμέσως έβαλε όλους τους θεατές στην πρίζα, αφού όλοι περίμεναν πως με την ολοκλήρωση των δεκατριών λεπτών (τόση ήταν η διάρκεια του πειράματος), ακολουθούσε καινούργια κλήρωση, οπότε το ενδεχόμενο να πέσει ο «πέλεκυς» στο δικό τους κάθισμα ήταν υπαρκτός.
Κάπως έτσι καθορίστηκε και η γωνία όπως και η ψυχολογία της θέασης, που σαφώς επηρεάστηκε και από τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε η μεγάλη υδρόγειος σφαίρα στο βάθος της σκηνής του Black Box, όπου στο κάθε άγγιγμά της, ένας εκκωφαντικός πυροβολισμός διεμβόλιζε την ατμόσφαιρα με κατεύθυνση την πλατεία. Στα τυφλά. Έτσι, άλλωστε, λειτουργεί η βία: στα τυφλά και όποιον πάρει ο χάρος.
Ερμηνείες
Ο Κωνσταντίνος Γεράκης, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία, παρόλο ότι έκανε την παρθενική του εμφάνιση στη σκηνή, δεν έδειχνε να έχει τρακ. Έπαιξε άνετα και πειστικά τον «ανυποψίαστο» θεατή και τον πνιγηρό εγκλεισμό του στο φόβο.
Ο έμπειρος Κωστής Καλλιβρετάκης υπηρέτησε το μεταβλητό των κανόνων του πειράματος με την απαραίτητη ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα. Ήταν μια καλή γέφυρα με το κοινό. Εκμεταλλεύτηκε τις μεταδραματικές λύσεις που πρότεινε η σκηνοθεσία και κράτησε το έργο πολύ κοντά στους θεατές, κάνοντάς το να τους αφορά και να τους εμπλέκει. Το «καθημερινό», σχεδόν μη-παίξιμο του, έκανε τις ιδέες του έργου να φαντάζουν πιο «φιλικές» στο θεατή και πιο κατανοητές. Διδάχτηκε τον ρόλο με γνώμονα να γίνει ο «δικός μας» άνθρωπος. Και αυτό ζέστανε τις σχέσεις σκηνής/πλατείας.


Καλό το σκηνικό της Βασιλικής Χριστοπούλου και ενισχυτική των σκηνοθετικών επιλογών η μουσική και ηχητική επένδυση του Πάνου Βούλγαρη.
 Συμπέρασμα: μια περφόρμανς η οποία, χωρίς χαριτωμενιές, ανούσια κολπάκια και τσαλιμάκια, κατάφερε να μπολιάσει στη δοκιμιακή και κατά τόπους δύσκαμπτη φυσιογνωμία του κειμένου του Τριαρίδη την αναγκαία θερμοκρασία σανιδιού ώστε να επικοινωνήσει ευεργετικά.

4/6/2016