Χορταστικοί εμιγκρέδες



Δεν μου συμβαίνει συχνά να βγαίνω από μια παράσταση και να νιώθω χορτάτος, να νιώθω ότι κάτι είδα που με γέμισε, που με γοήτευσε, που μ’ έκανε να αισθανθώ πράγματα. Αυτό μου συνέβη πριν από λίγες μέρες στο Black Box, εκεί όπου παρουσιάστηκε η αθηναϊκή παράσταση Εμιγκρέδες, σε σκηνοθεσία Γιολάντας Μαρκοπούλου.

Το έργο του Πολωνού Σλάβομιρ Μρόζεκ σκηνοθέτησε σε παγκόσμια πρώτη ο πολύς Βάιντα στην Κρακοβία το 1975, στο Teatr Stary. Έκτοτε θα γνωρίσει πολλές και ποικίλες σκηνικές αναγνώσεις παγκοσμίως. Στην πατρίδα του θα το τιμήσουν όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες της εποχής του, όπως ο Γκροτόφσκι, ο Καντόρ και ο Σβινάρσκι. Στην Ελλάδα, η παράσταση στο θέατρο του Νέου Κόσμου πριν από δώδεκα χρόνια, με Αλβανούς μετανάστες και σε σκηνοθεσία Λαέρτη Βασιλείου, είναι αυτή που θα συζητηθεί πιο πολύ, ένεκα της εμπλοκής ατόμων απόλυτα ταιριαστών με την ίδια τη θεματική του έργου.
Λίγα ιστορικά
Ο Μρόζεκ, μη μπορώντας να ανεχτεί άλλο το ανελεύθερο κομμουνιστικό καθεστώς στην πατρίδα του, την εγκαταλείπει για την Ιταλία το 1963 και λίγο αργότερα μετακομίζει με τη γυναίκα του στη Γαλλία (1968), όπου θα πάρει και την υπηκοότητα.
Σε όλα τα χρόνια της αυτοεξορίας του δεν θα πάψει να ασκεί σκληρή κριτική ενάντια στον κομμουνισμό, άλλοτε μέσα από άρθρα και άλλοτε μέσα από το ίδιο το έργο του, το οποίο διαβρέχεται από έναν ιδιάζοντα πολιτικό σουρεαλισμό, πράγμα που εξηγεί γιατί οι μελετητές το συγκαταλέγουν ανάμεσα στους βασικούς εκπροσώπους του «Θεάτρου του παραλόγου».
Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει ο επίσης Πολωνός θεατρολόγος Γιαν Κοτ, οι μεγάλοι κλασικοί του μοντέρνου πολωνικού θεάτρου Γκομπρόβιτς και Βιτκίεβιτς μπορεί να έγραψαν έργα που ήταν μπροστά από την εποχή τους, ο Μρόζεκ, όμως, κατέφθασε επάνω στην ώρα, ακριβώς μαζί με την εποχή του. Ούτε πριν ούτε μετά.
Όπως ο Χάβελ στην πρώην Τσεχοσλοβακία, έτσι και Μρόζεκ έγραψε πολιτικές, άκρως κριτικές αλληγορίες, έχοντας ως μανδύα το θέατρο του παραλόγου, που τότε ήταν το απόλυτο must ανάμεσα στους νέους καλλιτέχνες. Επιλογή λογική, αν αναλογιστεί κανείς την ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε τα χρόνια εκείνα. Η αμφίσημη ποιητική του παραλόγου, με τις σιωπές, τις υπερβολές, τα μετέωρα θέματα, ήταν μια προστατευτική ασπίδα που τον βοηθούσε να επιβιώσει σ’ ένα καταπιεστικό καθεστώς.
Συνεπώς, η επιλογή του παραλόγου μπορεί να ήταν μια μορφή εσωτερικής παρόρμησης, όμως ήταν και μια αναγκαία επιλογή που σταδιακά την καλλιέργησε και τη μετέτρεψε σε προσωπικό του στιλ, ένα στιλ με πινελιές υπερβολής, απρόβλεπτες και αναίτιες συμπεριφορές, γκροτέσκες καταστάσεις κ.λπ.
Οι εμιγκρέδες
Οι Εμιγκρέδες (για κάποιους το καλύτερο έργο του, για κάποιους άλλους όχι —βάζουν το Ταγκό πιο πάνω) είναι ένα πικρό, ειρωνικό και άκρως σουρεαλιστικό πορτρέτο δύο πολωνών μεταναστών στο Παρίσι. Αντί άλλων σχολίων, δανείζομαι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, που εξηγεί  πώς κατέληξε σε αυτήν την ατμόσφαιρα. Λέει, λοιπόν: «Ποτέ δεν βίωσα τέτοιο ακόνισμα των αισθήσεων και των σκέψεών μου όσο το βίωσα σε μια ξένη χώρα, σε μια ξένη πόλη, ανάμεσα σε ξένους που μιλούσαν μια γλώσσα που δεν γνώριζα. Αυτό μπόλιασε τη ζωή μου με μοναδική ένταση». Αυτό είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για να καταλάβει κανείς τη συμπεριφορά των δύο χαρακτήρων του: η αίσθηση του ξένου, του άλλου, του εκτός τόπου και χρόνου. Έτσι:
Από τη μια είναι ο ΧΧ, ο οποίος ονειρεύεται να κερδίσει αρκετά χρήματα ώστε να αγοράσει σπίτι στην πατρίδα. Για την ώρα απένταρος, απολαμβάνει τις βόλτες του στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου κάθεται και παρακολουθεί τον κόσμο.
Στην αντίπερα όχθη είναι ο ιδεολόγος και διανοούμενος  ΑΑ, ο οποίος, όμως, είναι μόνο λόγια. Δεν έχει τη δύναμη να εγκαταλείψει το άθλιο υπόγειο όπου μένει και να βγει έξω. Εμπνέεται από την παρουσία του ΧΧ τον οποίο, κατά κάποιον τρόπο, χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει τη μελέτη του.
Ιδωμένοι μαζί, μας δίνουν ένα προ-περεστρόικα «αταίριαστο ζευγάρι». ΄Όπως συμβαίνει και στην ομότιτλη κωμωδία του Νιλ Σάιμον, αλλά (ίσως και πιο πολύ) όπως συμβαίνει στο Περιμένοντας τον Γκοντό, παρακολουθούμε δύο πλάσματα χωρίς όνομα, χωρίς σημείο σύγκλισης, να τσακώνονται, να διαφωνούν, να παιδιαρίζουν, να συζητούν θέματα συχνά ασήμαντα, όμως σημαντικά για την καθημερινή τους επιβίωση. Μια μάχη χωρίς αρχή μέση και τέλος.  Σαν τους δύο λακέδες του Μπέκετ, ο ΧΧ και ο ΑΑ προσπαθούν, ο καθένας από τη μεριά του και με τα πυρομαχικά του, να εκλογικεύσουν το παράλογο της ζωής. Ο ένας με όρους φιλοσοφίας και γραφής και ο άλλος ρεαλιστικά, βιωματικά, σωματικά και ενίοτε εντελώς παλαβά.
Εκμεταλλευόμενος την επιτελεστική δυναμική που κρύβει μια αντιπαράθεση αυτού του τύπου, ο συγγραφέας χτίζει την πολιτική του θέση μοιράζοντας ατάκες και παθήματα με αίσθηση δικαιοσύνης προς τα πλάσματα που έφτιαξε, για να καταλήξει σε ένα ρυθμικό δρώμενο αποκαλυπτικό πιο πολύ καταστάσεων παρά ατόμων. Τα δύο αυτά πλάσματα που μας παραδίδει δεν είναι τρισδιάστατα. Είναι φιγούρες που ολοκληρώνονται πιο πολύ στα όρια αδρών περιγραμμάτων. Πιο πολύ θυμίζουν καρτούν.

Η παράσταση
Χωρίς να γνωρίζω τι πραγματικά ενέπνευσε τη Μαρκοπούλου, αισθάνομαι, από τις επιλογές της, πως αυτή ακριβώς η καρτουνίστικη διάσταση του έργου της υπέδειξε πώς να προχωρήσει, πώς να βγάλει τα παράδοξα και τον παραλογισμό του.
Μολονότι στέγασε τους δύο ήρωες σ’ ένα σχεδόν ρεαλιστικό περιβάλλον (βρήκα έκτακτη την τοπογραφία των δρωμένων, σκηνογραφημένη από την Αλεξάνδρα Σιάφκου και τον Αριστοτέλη Καρανάνο), έχοντας ανά χείρας καλά εργαλεία εξόρυξε από αυτό ατμόσφαιρα, εικόνες, συνειρμούς, σουρεαλισμό, διαθέσεις. Με άλλα λόγια, έδωσε στον χώρο λόγο ύπαρξης, σχεδόν κυρίαρχο. Διόλου τυχαίο το ότι σε κάθε σκηνή το περιβάλλον εισέβαλλε ορμητικά, άλλοτε με τα νερά να τρέχουν ανατριχιαστικά από τις διασωληνώσεις του υπογείου κάθε φορά που οι ένοικοι του επάνω ορόφου χρησιμοποιούσαν την τουαλέτα τους, άλλοτε με τα φώτα σβηστά,  και με τον τρόπο του σχολίαζε, απειλούσε, διέκοπτε την εξέλιξη του διαλόγου και της δράσης-μη δράσης.
Μέσα σε αυτό το πολιορκητικό περιβάλλον, η σκηνοθεσία μάρκαρε ευδιάκριτα περιγράμματα (έξυπνη και η ιδέα με τη διαχωριστική γραμμή να ορίζει όρια δράσης), μεριμνώντας ώστε να υπογραμμίζεται διαρκώς η αντιστικτική ρυθμικότητα του διαλόγου και των συμπεριφορών.
Όπως μας παρουσίασε τους δύο χαρακτήρες, κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει και λίγο φροϋδικά, για ego  και alter ego, για πνεύμα και σώμα, σκέψη και ένστικτο/παρόρμηση. Με άλλα λόγια, για προεκτάσεις του ίδιου ατόμου. Κι όχι άδικα. Εξ ου, άλλωστε, και οι επαναλήψεις, οι μετέωρες κουβέντες, ο λόγος που σπάνια οδηγεί στην πράξη, τα ήξεις αφήξεις, η συνεχής αλληλοκάλυψη. Τα ερεθίσματα για μια τέτοια προσέγγιση είναι μέσα στο κείμενο. Η σκηνοθεσία έσκαψε και τα βρήκε. Και τα ανέδειξε, παραδίδοντάς μας μια παράσταση με νεύρο, ορμή, χρώματα, και ένα ρεαλισμό που διαρκώς ναρκοθετεί τα περάσματά του, αφήνοντας την αισθητική των καρτούνς να κάνει πάρτι στις πλάτες του. Ναι, επιδοκιμάζω αυτά που είδα γιατί με έπεισαν ότι είχαν λόγο ύπαρξης. Δεν ήταν χαριτωμενιές.

Ερμηνείες
Η ανάγνωση της Μαρκοπούλου ευτύχησε να έχει μαζί της δυο ταλαντούχους ηθοποιούς, οι οποίοι την πίστεψαν και κατέθεσαν δύο ερμηνείες  σπουδαίες, δύο ερμηνείες που πάντρεψαν ευεργετικά το σωματικό και το εγκεφαλικό παίξιμο. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο διανοούμενος (συμβολικά ακινητοποιημένος σε αναπηρικό αμαξίδιο στην πρώτη σκηνή), κατέθεσε μια καλά θερμαινόμενη περφόρμανς ιδεών. Διασκέλισε τα επιχειρήματα και τους συσχετισμούς  του με τρόπο πειστικό και απόλυτα γοητευτικό.
Ο Θάνος Τοκάκης, νευρώδης και άμεσος, ελίχθηκε από τη  μια τεχνική στην άλλη, από τη μάσκα φιγούρας-καρτούν στο πιο ρεαλιστικό προσωπείο-εμιγκρέ και άφησε τα ίχνη του.  Στο σώμα και στο λόγο του ο υπερνατουραλισμός  συναντούσε ευεργετικά τον παραλογισμό.
Δύο ερμηνείες που κατάφεραν με πολύ καλή σκηνική χημεία να διατηρήσουν ακέραια την ένταση που διαβρέχει τη σχέση τους. Εκείνο που μου έλειψε λιγάκι από τα τετ α τετ τους ήταν ο τρόμος που απελευθερώνουν ορισμένες πιο ρεαλιστικές στιγμές, εκεί όπου όλα σκοτεινιάζουν και τρομάζουν. Μικρό το κακό.

Συμπέρασμα: μια παράσταση που ήξερε τι θέλει να δείξει και πώς να το δείξει. Δείτε την. Δεν θα το μετανιώσετε.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση  Parallaxi 4/6/2016