Πάρτι χωρίς υπόγειες διαβάσεις



Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το Πάρτι γενεθλίων (στις 19 Μαϊου του 1958), ο Χάρολντ Πίντερ τ’ άκουσε πολύ χοντρά από τους κριτικούς. Όλα τους έφταιγαν: ο λόγος, η έλλειψη ενιαίας πλοκής, το μυστήριο που δεν λύνεται, οι αινιγματικοί χαρακτήρες, ποιοι είναι, τι συμβολίζουν, από πού κρατάει η σκούφια τους.  Απόλυτα κατανοητή η στάση τους.

Γενικά
Ας μην ξεχνάμε ότι η δεκαετία του 1950 δεν ήταν και η καλύτερη στην Αγγλία για τέτοιου είδους θεατρικές ρήξεις. Μπορεί να ταρακούνησε το Περιμένοντας τον Γκοντό που είχε προηγηθεί ή ακόμη και ο νεορεαλισμός του Τζων Όσμπορν στα Οργισμένα νιάτα, όμως ο όγκος του εγχώριου θεάτρου ακολουθούσε την πεπατημένη. Όσοι μιλάνε για επανάσταση μάλλον έχουν μπερδέψει θέατρα και παραδόσεις.
Βέβαια, το ενδιαφέρον είναι ότι το Πάρτι γενεθλίων, μπορεί να προτείνει κάτι φρέσκο, αλλά παράλληλα δεν είναι και απόλυτα καινούργιο. Είναι ένα έργο που βγαίνει κατευθείαν μέσα από την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση, ένα μείγμα Αγκάθα Κρίστι και Κάφκα, υπαρξιακού μοντερνισμού και βρετανικού ρεαλισμού, μια οριακή ιστορία τρόμου, όπου κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι γίνεται.
Ο Πίντερ ξέρει από τάιμινγκ και πώς να σέρνει το θεατή από τη μύτη. Δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ούτε καν κάποια συναισθηματική πινελιά παραπάνω (ιδίως σε αυτόν τον τομέα είναι πολύ τσιγκούνης). Αν και ακόμη πολύ νέος δίνει μαθήματα διαχείρισης της δυναμικής του σασπένς, κάτι που στην πορεία θα γίνει σήμα κατατεθέν του. Με περίτεχνο τρόπο γυρίζει τη στρόφιγγα της αβεβαιότητας, όπως ο Χένρι Τζέημς γυρίζει τη βίδα στο ομότιτλο διήγημά του. Υπόσχεται αποκλιμακώσεις, μόνο που ποτέ δεν τηρεί την υπόσχεσή του. Κάνει ακριβώς ό,τι δεν κάνουν οι άλλοι συγγραφείς: αφήνει εκτός ιστορίας όλα εκείνα που κανονικά θα έπρεπε να είναι εντός.

Το έργο
Τον Πάνο Δεληνικόπουλο και τη Μαριλένα Κατρανίδου, καθώς και την ομάδα τους «Ουκ Νουκ», τους πρωτογνώρισα στην Εξορία του Παύλου Μάτεσι στο θέατρο Άνετον. Θυμάμαι πως μου άφησαν θετικές εντυπώσεις.
Τώρα, σε αυτήν τη δεύτερη επαφή με τη δουλειά τους (στο Black Box), είδα και πάλι να καταθέτουν κέφι και μπόλικες αγωνίες, αλλά είδα και προβλήματα, τα οποία θεωρώ πρωτίστως ως αποτέλεσμα της επιλογής του έργου.
Ίσως να θεώρησαν ως λογική συνέχεια να πάνε από τον Μάτεσι στον Πίντερ. Δικαίωμά τους, φυσικά. Όμως, επιλέγοντας το συγκεκριμένο έργο θα ‘πρεπε να γνωρίζουν ότι επιλέγουν το πιο δύσκολο, το πιο απαιτητικό και, κατά συνέπεια, το πιο «επικίνδυνο» έργο του συγγραφέα, το έργο-αφορμή για να εφευρεθεί και ο όρος pinteresque. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Ένα τέτοιο έργο μπορούν να σηκώσουν και να αναδείξουν μόνο φτασμένοι καλλιτέχνες, με πολύ καλλιεργημένο υποκριτικό οπλοστάσιο. Λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν είναι για νεανικούς και ακόμη άγουρους υποκριτικούς ώμους. Τσακίζει.
Διάβασα με προσοχή τα συνοδευτικά κείμενα στο πρόγραμμα της παράστασης, με θέμα το μεταμοντέρνο και μετα-μεταμοντέρνο Υποκείμενο. Σαφώς και έχουν σχέση με το σύνολο της πινετρικής δραματουργίας, εφόσον βέβαια επενδυθούν σωστά. Παρακολουθώντας την παράσταση δεν μπόρεσα να διακρίνω κάτι από όλη αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων. Θεωρώ ότι δεν συνευρέθηκαν εποικοδομητικά ο θεαματικός χαρακτήρας με τις συνισταμένες των εσωτερικών (και θεωρητικών) στρωματώσεων.
Οι δύο σκηνοθέτες εγκλωβίστηκαν σε ένα πρώτο επίπεδο, όπου τα πήγαν μια χαρά. Εκεί συντόνισαν με επιμέλεια και με κάποια «χορευτική» αντίληψη τον ρυθμό των λέξεων. Εκεί έδειξαν τα καλά στοιχεία που διαθέτουν. Δίδαξαν ρόλους ώστε οι ηθοποιοί τους να είναι καλά προετοιμασμένοι ν’ αντιμετωπίσουν το τρεχαλητό των λέξεων, τα γυρίσματά τους, τις ξαφνικές παύσεις τους, τις αναπάντεχες μπηχτές τους, τα πλασαρίσματά τους. Με δυο λόγια, αποδείχτηκαν καλοί διαχειριστές του πιντερικού «πινγκ πονγκ» των ερωταποκρίσεων.

Όμως, υπάρχει και το παρακάτω, υπό την έννοια ότι, ακόμη κι αν κάποιος επιλέξει να κινηθεί στην απατηλή (φαινομελογικά) επιφάνεια του μεταμοντέρνου, σε κάθε γύρισμα υπάρχει πάντα κάτι από κάτω που δημιουργεί την ατμόσφαιρα, διαλύει τις προσδοκίες, ορίζει την έννοια του Υποκειμένου. Εάν αυτό το αόρατο «άλλο» δεν μπει ως οργανωτική αρχή στο θέαμα, τα πράγματα δυσκολεύουν. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα σκηνοθέτη.
Ερμηνείες
Όπως συμβαίνει παντού, από ένα σημείο και μετά σταματά η επιρροή της σκηνοθεσίας και μετράνε και οι δυνάμεις του καθενός, τι πολύτιμο φορτίο κουβαλά; Κι εδώ υπήρχε θέμα. Καθώς το έργο βάθαινε, καθώς η σημασία των λέξεων βάραινε και πύκνωνε το (μεταμοντέρνο) μυστήριο με τις απειλητικές σκιές του, τα πράγματα ζόριζαν ερμηνευτικά και θόλωνε το τοπίο. Ήταν προφανές πως οι ερμηνευτικοί κώδικες από ένα σημείο και μετά ζητούσαν επειγόντως εμπλουτισμό, μιαν άλλη πλαστικότητα και ευμεταβλητότητα.
Προσωπικά δεν έβγαλα άκρη με τους χαρακτήρες. Δεν τους κατάλαβα. Φυσικά και δεν λέω ότι είχα απαίτηση να πάρω την απάντηση ποιος είναι ο Στάνλεϊ ή πώς κατέληξε σ’ αυτήν την πανσιόν, αλλά τουλάχιστο μέσα από τη σκηνική του συμπεριφορά περίμενα να καταλάβω κάτι παραπάνω από αυτό που έβλεπα και άκουγα.

Ξέρω πολύ καλά το κείμενο. Και ξέρω ότι ο Στάνλεϊ δεν είναι μια επίπεδη φιγούρα. Στη θέα των ξένων μπορεί να φοβάται, όμως δεν είναι «κότα». Αντιστέκεται. Έτσι τον θέλει ο Πίντερ, γιατί μέσα από αυτόν  προβάλει και τη δική του επίθεση ενάντια στις κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις. Κατάλαβα  το σκεπτικό της σκηνοθεσίας να δώσει αυτό το ρόλο σε μια γυναίκα, όμως το αποτέλεσμα δεν νομίζω πως ήταν ευεργετιικό. Η Έλενα Βισέρη μας παρέδωσε στην πλατεία έναν χαρακτήρα ανάλαφρο, αδιάφορο, χωρίς προσωπικότητα.
Επίσης, ο Γκόλντμεπργκ (Πέτρος Παπαζήσης) και ο Μακάν (Αλίκη Ατσαλάκη) είναι και αυτοί θύματα στην ιεραρχία του τρόμου, θύματα μεγαλύτερων δυνάμεων. Ο Γκόλντμπεργκ θύμα της εβραϊκής ορθοδοξίας και ο Μακάν ενός καταπιεστικού καθολικισμού. Η εισβολή τους, με την ιδιότητα του άγνωστου «άλλου», στο σπίτι της Μεγκ, είναι μια εισβολή με πολλές σημασίες: κυριολεκτικές αλλά κυρίως συμβολικές. Δεν εισάπραξα κάτι τέτοιο από τους δύο νέους ηθοποιούς, οι οποίοι έντυσαν μεν τους χαρακτήρες τους με ενθουσιασμό και φιλότιμο, όχι όμως με το αναγκαίο πέπλο αμφισημίας που κάνει την παρουσία τους μια ανεξάντλητη πηγή αμφιβολιών και σασπένς. Παρακολουθώντας τη συμπεριφορά τους διασκέδασα με τα χωρατά τους, την αμεσότητά τους  και τα παράλογά τους, όμως αυτά δεν ήταν αρκετά, γιατί απλούστατα δεν με οδηγούσαν κάπου.
Η Ειρήνη Κυριάκου ταμπουρώθηκε πίσω από μια σχηματοποιημένη αντίληψη του ρόλου της οικοδέσποινας Μεγκ και δεν μας βοήθησε να δούμε πιο σφαιρικά αυτή τη μονίμως αφηρημένη, υστερική, ενίοτε γελοία, αλλά κατά βάθος απλή και συμπαθητική φιγούρα. Πιο καλά τοποθετημένος ο σύζυγός της, ο Γιώργος Σοφικίτης. Μαζεμένος και φευγάτος, ήταν και δεν ήταν εκεί. Θα μπορούσε να ενδυναμώσει κάπως την εικόνα του «καταθλιπτικού», ώστε να τονιστεί λίγο παραπάνω και η αγάπη του για την καρέκλα. Από όλους τους χαρακτήρες του έργου τη  Λούλου πάντα τη θεωρούσα την πιο αδιάφορη φιγούρα, σχεδόν περιττή. Η Μαριλένα Κατρανίδου που ενσάρκωσε το ρόλο δεν με βοήθησε ν’ αλλάξω γνώμη.
Το σκηνικό είναι πολύ σημαντικό  site δράσης, καθώς επιβάλλει ατμόσφαιρα και υπογραμμίζει το μυστήριο. Η πρόταση των Μπουρνά, Γρηγορόπουλου είχε ανάγκη από περισσότερες απειλητικές φωτοσκιάσεις.

Συμπέρασμα: Μια παράσταση που έπαιξε (καλά) σε μια ευθεία τα νοήματα των λέξεων, άφησε όμως εκτός «βολής» τις κούρβες και τις πολλές υπόγειες διαβάσεις τους που βγάζουν στο εσωτερικό φως του κειμένου.
Πρώτη δημοσίευση: Parallaxi 11/03/2016