Εν αρχή ην ο λόγος: Ιφιγένεια χαμηλών τόνων






H Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων του Ευριπίδη. Η δράση εκτυλίσσεται στο ναό της Αρτέμιδος στην Ταυρίδα, όπου γίνονται ανθρωποθυσίες. Η Ιφιγένεια ως ιέρεια κάνει τον εξαγνισμό των θυμάτων. Εκεί φτάνουν ο Ορέστης με το φίλο του Πυλάδη, με σκοπό να κλέψουν το χρυσό άγαλμα της θεάς και να το πάρουν μαζί τους στην Αθήνα ώστε να απαλλαγεί ο Ορέστης από τις Ερινύες. Συλλαμβάνονται ως ιερόσυλοι και οδηγούνται στο ναό για εξαγνισμό. Πριν από τη θυσία έχουμε τη σκηνή αναγνώρισης των δύο αδερφών και με τη βοήθεια της Αθηνάς καταφέρνουν να αποδράσουν.

Το έργο
«Κανένα θεό δεν τον νομίζω κακό». Με τη ρήση αυτή ο Ευριπίδης παίρνει αποστάσεις από τις κυρίαρχες θεολογικές απόψεις που ήθελαν τους θεούς εκδικητικούς και απάνθρωπους. Επιχειρεί τη δική του κάθαρση των μύθων που περιείχαν απάνθρωπες θεϊκές συμπεριφορές. Οι πρωταγωνιστές του, και ο Χορός, παρουσιάζονται ως πρόσωπα τραγικά, παγιδευμένα σε Ολύμπιες αποφάσεις, πρόσωπα της «διπλανής πόρτας» που πέφτουν σε αντιφάσεις, ασεβούν, διακωμωδούν ιερές τελετές. Δεν έχουν τις διαστάσεις που έχουν στον Αισχύλο και Σοφοκλή.
Η παράσταση
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που σκηνοθέτησε το έργο για λογαριασμό του ΚΘΒΕ (το είδαμε στο Θέατρο Δάσους το ίδιο βράδυ που η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητούσε την αποπομπή μας), έπλεξε μια παράσταση που εξαρχής έβαλε ως στόχο την αυτο-αποδόμησή της, ώστε να φτάσει σε μια άλλη μορφή εξόδου από το τραγικό της περίβλημα, δηλαδή τον κύκλο του αίματος που κρατά δέσμιους τους ήρωές της. Μια παράσταση που ήθελε να υπογραμμίσει πώς ο Ευριπίδης περνά από το μύθο στο κατώφλι της Ιστορίας. Πώς οι άνθρωποι γνωρίζονται καλύτερα μεταξύ τους, πώς βλέπουν την ουσία του προβλήματος και της καταστροφικής αντιπαράθεσής τους και πώς ενώνουν τις δυνάμεις και την τύχη τους για να ξεφύγουν από τη μοίρα τους (που κατά κάποιον τρόπο είναι και δική μας).
Βάζοντας στον πυρήνα της σκηνοθεσίας του το μοτίβο της θυσίας, ο Μοσχόπουλος κινήθηκε με φρόνηση ανάμεσα στις συμπληγάδες της «αστυνομικής» πλοκής του έργου, ώστε να αισθανθεί ο θεατής τη δημιουργική δύναμη του λόγου, πώς ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στη λέξη και πώς μιλιέται  από αυτήν. Πώς μέσα από τις λέξεις μαθαίνουμε για τα πάθη και την τελική σωτηρία της Ιφιγένειας στην Κολχίδα και πώς τώρα οι λέξεις της μας λένε πώς αυτή σώζει τους άλλους.


Με άλλα λόγια, πώς η Ιφιγένεια αποκτά σταδιακά παρουσία και ταυτότητα μέσα από τις λέξεις. Πώς από την πρώτη εμφάνισή της σαν ο «κανένας», έξω από την ιστορία, έξω από προσδιορίσιμα μεγέθη, σταδιακά, αποκτά όνομα, σώμα, παρουσία, θεατρικότητα. Πώς από εικόνα και ομοίωμα γίνεται σάρκα και οστά,  μπαίνει στην ιστορία. Ομοίως και ο Ορέστης. Πώς οι λέξεις το φέρνουν στη σκηνή της αναγνώρισης και πώς οι λέξεις οδηγούν σε μια σωτήρια έξοδο από τον κύκλο του αίματος.
Η ρέουσα και καθαρή μετάφραση του Μοσχόπουλου μαζί με τη στοχευμένη σκηνοθεσία του, μια γόνιμη σύζευξη θεατρογνωσίας και έμπνευσης, βοήθησαν ώστε να δούμε αυτήν ακριβώς τη γενεσιουργό, αποδομητική διαδικασία που οδηγεί από το φαίνεσθαι στο είναι, από το θέατρο στη ζωή, από το προσωπείο στο πρόσωπο.
Ερμηνείες
Η Αμαλία Μουτούση, από τις πληρέστερες ηθοποιούς της γενιάς της, φιγούρα ηγεμονική και δοκιμασμένη, πάτησε στα ιδιαίτερα ηχοχρώματα της φωνής της και προσπάθησε να βρει μέσα από αυτά το ρυθμό του κειμένου και μέσα από το ρυθμό το νόημα των λέξεων. Στην αρχή μου κλότσαγε κάπως το σχεδόν ανέκφραστο αφηγηματικό της στιλ, καθώς  μας κοινωνούσε τα πάθη της. Σταδιακά, όμως, με μικρές όσο και διακριτές κινήσεις, άρχισε η «ξεψυχισμένη» καθημερινότητα του λόγου της να παίρνει στροφές, να αποκτά λόγο σκηνικής ύπαρξης και ν’ απελευθερώνει άλλα νοήματα και διαθέσεις. Και τότε είδαμε πιο καθαρά και το θέμα του έργου: πώς οι άνθρωποι στέκονται απέναντι στους άλλους ανθρώπους, πώς διχάζονται, τι τους οδηγεί στο μίσος ή στην εκδίκηση.


Και ο Γιώργος Χρυσοστόμου είχε μια κάπως βραδυφλεγή έναρξη ως Ορέστης. Η «καθημερινότητα» του προσωπείου του έβγαζε υποτονικά κενά. Στην πορεία όμως άρχισε να βρίσκει ερείσματα στο ρόλο και στο λόγο και να βγάζει έναν Ορέστη πιο ποικιλόμορφο και «δικό μας». Ευεργετική η συνεργασία του με τον Μιχάλη Συριόπουλο που πάντα παίζει με περίσσευμα ενθουσιασμού, ενέργειας και δοτικότητας. Η Άννα Καλαϊτζίδου, ηθοποιός με αποδεδειγμένο τάλαντο, θα κέρδιζε πόντους με ένα κλικ πιο πάνω. Από την «Αθηνά» της έλειπε η «θεϊκή» λάμψη, το κάτι παραπάνω για να ξεχωρίζει από τους «γειωμένους» θνητούς. Ηθοποιός ζωσμένος με εκρηκτικά, ο Στυλιανού βρίσκει πάντα τον τρόπο να κάνει την παρουσία του στη σκηνή αισθητή χωρίς να υπερβάλλει. Πολύ καλός ως Α’ Αγγελιοφόρος. Και ο Ροϊλός (Β’ Αγγελιοφόρος) δήλωσε ότι ήταν μέσα στη δράση. Με ειρωνεία και αίσθηση του γελοίου ο Γιώργος Κολοβός ως Θόας γενικά άρεσε. Σε κάποια σημεία, μόνο, αισθάνθηκα ότι υπερκωμικοποιούσε τον ήρωά του, φτάνοντάς τον στα όρια της καρικατούρας.


Εξαιρετική η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή. Φωνητικά απαιτητική και ιδιαίτερη. Μεγάλο συν στην παράσταση. Αφαιρετικό όσο και ταιριαστό με τη σκηνοθετική ιδέα το σκηνικό της Θεριανού. Πολύ ενδιαφέρουσα η διδασκαλία του Χορού από τη Σοφία Πάσχου. Οι ηθοποιοί, νέοι ως επί το πλείστον (Ζώρα, Ζαχαράκης, Πουρέγκα, Βασιλόπουλος, Κωνσταντά, Αγγελίτσα, Σαπρανίδου, Σπυριδάκη, Χαλκιάς, Μιχαλόπουλος κ.λπ) διαχειρίστηκαν με αξιώσεις, απόλυτη πειθαρχία και ωραίο συγχρονισμό το δύσκολο φορτίο που ανέλαβαν. Εξαιρετικές φωνές.
Συμπέρασμα: παράσταση χαμηλών τόνων, χωρίς λιλιά και εφέ. Με ουσία.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

11/09/2015