Ταξιδεύοντας με ήχους: Το ΄21




Την περασμένη Κυριακή, και με αφορμή την παράσταση Απολογία του Σωκράτη στο Θέατρο Κήπου (στα αρχαία ελληνικά), είχα την ευκαιρία να σχολιάσω, σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, τη γοητεία που ασκεί ο λόγος όταν είναι δουλεμένος με μεράκι και άποψη. Επιστρέφω με μια άλλη παράσταση, τώρα από το Φεστιβάλ Αθηνών, που εστιάζει στην ίδια ιδέα: στην επιτελεστική δυναμική των ήχων. Αναφέρομαι στο ’21, μια σύνθεση κειμένων από τον Άρη Μπινιάρη και σε σκηνοθεσία του ιδίου.

Η ιδιαιτερότητα της σύνθεσης
Κουβαλώντας την εμπειρία από το πολύ επιτυχημένο Θείο Τραγί, που είδαμε πριν από δύο χρόνια, ο Μπινιάρης, πιο σίγουρος και ώριμος, δοκιμάζει τις αντοχές του σε μια νέα επιτελεστική περιπέτεια με έναν τίτλο «βεβαρημένο» εννοιολογικά και ιδεολογικά, έναν τίτλο που αμέσως-αμέσως προδιαθέτει, υπό την έννοια ότι θέτει τα όρια (και τις ιδιαιτερότητες) της ανάγνωσής του, την ίδια στιγμή που και ο θεατής, από τη μεριά του, προσέρχεται στο θέατρο κουβαλώντας τα δικά του αναγνωστικά όρια. Σχέση αμφίδρομη και γεμάτη παγίδες.
Το γεγονός ότι επέλεξε να φιλοξενήσει το δρώμενό του κάτω από μια τέντα στην αποθήκη Ε της Πειραιώς 260, μου έδωσε την εντύπωση πως ήθελε εξαρχής να υπογραμμίσει το φευγαλέο της επιτελεστικής δοκιμασίας, την παροντικότητά της, την αίσθηση του «εδώ και τώρα» που σου αφήνει ένα μπουλούκι θεατρίνων που εμφανίζεται από το πουθενά, στήνει τσάτρα πάτρα το σκηνικό του, δίνει την παράσταση, τα μαζεύει και φεύγει μαζί με την ίδια την ιστορία του θεάτρου, αφήνοντας το θεατή μόνο με την ανάμνησή της, τη σκιά της.
Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι ήταν ατυχές το σκηνικό (της Λιάκουρα), εκτιμώ πως σ’ ένα άλλο περιβάλλον, υπαίθριο και πιο πρόχειρο, ίσως να ταίριαζε καλύτερα. Στη συγκεκριμένη αποθήκη, κάπου μου κλότσαγε η σύζευξη.
Εν πάση περιπτώσει, μικρό το κακό μπροστά στα κέρδη που αποκομίσαμε από ένα δρώμενο, στόχος του οποίου ήταν να δείξει αφενός τις αθεράπευτες παθογένειες του έθνους που επιμένουν να μην αλλάζουν κι ας έχουν περάσει 190 τόσα χρόνια από τότε, και αφετέρου τη μόνιμη δίψα του ανθρώπου για ελευθερία.


Το μήνυμα
Το τραγικό μήνυμα από την εμπειρία του ΄21 είναι ότι επαναστάσεις γίνονται και ξαναγίνονται, χωρίς ωστόσο να κομίζουν ένα καλύτερο αύριο. Το κράτος συνεχίζει να παραπαίει, οι ξένοι συνεχίζουν να ελέγχουν, ο πολίτης συνεχίζει να μην εμπιστεύεται το κράτος και το κράτος τον πολίτη. Όλες οι θυσίες πάνε στράφι. Τίποτα δεν στεριώνει. Από βουλή σε βουλή όλο τα ίδια. Και όπως γράφει ο Γιάννης Σκαρίμπας, που είναι και η βασική πηγή της σύνθεσης, το θέμα «δεν είναι  να κάμεις μια επανάσταση … αλλά να μην ξαναπέσεις σε ζυγό”.
Η περφόρμανς
Το κείμενο της περφόρμανς καλύπτει περίπου μια εικοσαετία (1817-1835), γεμάτη από μαρτυρίες, επιστολές, αποσπάσματα από εφημερίδες και πολιτικά ντοκουμέντα, τα οποία, όλα μαζί, καταλήγουν σε ένα μωσαϊκό εποχής, που στη σκηνή διαρκεί πενήντα λεπτά σε μορφή ορατορίου, με κυματοειδείς εναλλαγές από μαλακούς σε πιο σκληρούς ήχους, από αργούς σε πιο γρήγορους, από μακρόσυρτους σε πιο κοφτούς, από δυτικότροπους σε πιο ανατολίτικους, από αφηγηματικούς σε πιο λυρικούς, από επίπεδους σε ρυθμικότερους. Ένα συνεχές στραφτάλισμα στα κρόσσια των λέξεων χωρίς ευδιάκριτη αρχή, μέση και τέλος, ένα στροβίλισμα χωρίς κραυγαλέες κορυφώσεις και κλιμακώσεις, διαρκώς στην «πρίζα», απελευθερώνοντας ενέργεια υψηλής τάσης μέσα από τα σωθικά του επιτελεστικού υλικού, βάζοντας το θεατή σε μια μόνιμη κατάσταση αναμονής για την αμέσως επόμενη νότα, την αμέσως επόμενη μαρτυρία, την αμέσως επόμενη ακουστική κούρβα.


Ερμηνεία
Ο Μπινιάρης λειτούργησε σαν πραγματικός μαέστρος συναισθημάτων. Ήξερε πότε και πώς να γυρίσει τον διακόπτη, να ανακόψει τη ροή, να υπογραμμίσει λέξεις, νοήματα, ήχους. Διαφορετικά μας «ταξίδευε» με το περιεχόμενο απρόσωπων ειδήσεων και διαφορετικά με το περιεχόμενο ατομικών μαρτυριών, ιδίως από άτομα που είχαν πιστέψει στους σκοπούς της επανάστασης και θυσίασαν το βόλεμά τους, άφησαν πίσω την οικογένειά τους για να υπηρετήσουν κάτι που στο τέλος θα τους απογοήτευε.
Χωρίς υπερβολές, πόζες, μούτες και αυταρέσκεια, χωρίς υστερίες και κραυγαλέες υποδείξεις, κινήθηκε άνω και κάτω, σε ευθείες και πολλές στροφές, βούτηξε στους κρυμμένους χυμούς των κειμένων και απελευθέρωσε μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα. Μπράβο του.
Συν-δημιουργοί
Συνοδοιπόροι και συνδημιουργοί ο Βαρελλάς με το μπάσο του και τα τύμπανά του ο Γιασλακιώτης άκουσαν με προσοχή τον λόγο και μέσα από αυτόν αλίευσαν τους χυμούς του, τις ατμοσφαιρικές του διακυμάνσεις, τα μουσικά θέματα, δηλαδή το κείμενο «από κάτω».
Η αφήγηση πρώτα ενέπνευσε τη μουσική και η μουσική παρτιτούρα στη συνέχεια εμπλούτισε την αφήγηση με περισσότερα επικοινωνιακά επίπεδα.  Όπως και ο λόγος, έτσι και η μουσική, ειδολογικά και ρυθμικά πολυσχιδής, σε έπαιρνε μαζί της μέσα από τα μονοπάτια του χρόνου, σωματοποιώντας έτσι τον παλμό της όλης εμπειρίας
Τα λιτά σκηνικά αντικείμενα που πρότεινε η σκηνογράφος για να «ντύσει» χωρικά το δρώμενο, φώτισε προσεκτικά  ο Γιώργος Βιτσαρόπουλος και πύκνωσαν τις σημασίες τους οι βιντεοπροβολές του Νίκου Δημητριάδη εμπνευσμένες από τα αφηγηματικά και μουσικά μοτίβα της παράστασης.


Συμπέρασμα: Για όσους ήταν περίεργοι να δουν αν ο Μπινιάρης θα μπορούσε να επαναλάβει το κατόρθωμα με το Θείο τραγί, νομίζω πως το ’21 τους δίνει την απάντηση.
Τελικά δεν μετάνιωσα που κατέβηκα στην Αθήνα για την παράσταση. Ήταν μια από τις πιο φωτεινές στιγμές ενός φεστιβάλ το οποίο, σε αντίθεση με άλλες χρονιές, έδειχνε κάπως κουρασμένο. Δεν είχε την αλλοτινή του λάμψη. Και δεν νομίζω ότι φταίει μόνο η κρίση.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
27/09/2015