Ευφρόσυνος ο γάμος του Κουτρούλη




Το έργο του Φαναριώτη λόγιου Αλέξανδρου  Ρίζου Ραγκαβή Του Κουτρούλη ο γάμος είναι μια κωμωδία με καθαρά αριστοφανικές και μολιερικές προδιαγραφές.

Ραγκαβής και Αριστοφάνης
Ο Ραγκαβής φαίνεται να έχει σαφή άποψη ως προς τη μετακίνηση του αρχαίου ποιητή στα καθ’ ημάς. Πιστεύει ότι όλα εξαρτώνται από την αντικατάσταση του αρχαίου «χρόνου» με τον νεοελληνικό «τόνο». Ζητούμενο,  λοιπόν, η «μετρική αλήθεια». Οποιοδήποτε πολιτικό ή κοινωνικό μήνυμα προκύψει μέσα από αυτήν την προσπάθεια είναι «εκ περισσού», μας λέει. Γι’ αυτό και μας ζητεί να κρίνουμε την προσπάθειά του «ως προς μόνον το εξωτερικό αυτής σχήμα», «το μόνον αξιοσύστατον μέρος», όπως ο ίδιος γράφει σ’ ένα σημείωμά του με το ψευδώνυμο Χρηστοφάνης Νεολογίδης.
Πρόκειται για μια εμμονή του συγγραφέα που ομολογώ ότι δεν την πολυκαταλαβαίνω, γιατί πιστεύω πως έτσι αδικεί αυτό που πέτυχε και που δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο επίπεδο της φόρμας, που πράγματι διατυμπανίζει τις αριστοφανικές επιδράσεις της (αναφέρομαι στον πρόλογο, στην πάροδο, στις δύο παραβάσεις, στον αγώνα και στην έξοδο, όπως και σε κάποια από τα ονόματα των ηρώων --βλ. Φοιβίσκος-- ή κάποιες πολυσύνθετες λέξεις-γλωσσοδέτες που παραπέμπουν ευθέως στα έργα Όρνιθες και Ειρήνη).


Σε επίπεδο περιεχομένου το έργο υφαίνει τον ιστό του μέσα από τις τραγελαφικές περιπέτειες του Κουτρούλη, όπως αυτές απλώνονται σαν χταπόδι γύρω από το ποθητό κορμί της Ανθούσας που ονειρεύται να γίνει μεγάλη και τρανή μέσα από την υπουργοποίηση του Συριανού ραφτάκου.
Ο Ραγκαβής δράττεται της ευκαιρίας να μιλήσει για την πολιτική κατάσταση, την καλλιτεχνική, για τις λοβιτούρες, τις μίζες, για τους καρεκλοκένταυρους, τις  πολιτικές φατρίες της εποχής (με τους ρωσόφιλους, τους αγγλόφιλους και τους γαλλόφιλους), τους αεριτζήδες, τους γλείφτες της εξουσίας (όπως ο διοικητής, ο δημοσιογράφος και ο ποιητής),  τις σκοπιμότητες, και τις ίντριγκες. Ό,τι περίπου θα απασχολούσε και έναν Λαζόπουλο σήμερα, ας πούμε.
Ραγκαβής και Μολιέρος
Κοντά στον Αριστοφάνη διακρίνει κανείς και τον Μολιέρο, μια πολύ σημαντική πηγή επιδράσεων στην ελληνική δραματουργία της εποχής. Για τον γαλλοτραφή Φαναριώτη, ήταν αναμενόμενη η προσκόλλησή του και στα πρότυπα της νεοκλασικιστικής κωμωδίας. Ειδικά στον Μολιέρο, η διακωμώδηση των αστικών ηθών ταιριάζει γάντι στις προθέσεις του Ραγκαβή. Έτσι, στον Κουτρούλη, εκτός από τον αριστοφανικό Φιλοκλέωνα (Σφήκες), βλέπουμε και το μολιερικό Αρχοντοχωριάτη, τον Νταντέν κ.ά. ‘Οπως, επίσης, βλέπουμε το μολιερικό στοιχείο να καθορίζει και την έκβαση του ηλικιακά και εμφανισιακά αταίριαστου έρωτα του ράφτη με την ωραία Ανθούσα.


Ακόμη: ο υπηρέτης Στροβίλης είναι σαφώς πιο κοντά στους μολιερικούς χαρακτήρες από ό,τι στους αριστοφανικούς, όπου η βωμολοχία και όλα τα παρεμφερή είναι το σήμα κατατεθέν τους. Ο Ραγκαβής προφανώς επιλέγει να ευθυγραμμιστεί με τον καθωσπρεπισμό των νεοκλασικιστών, η ηθική των οποίων ταιριάζει πιο πολύ στις ανάγκες της νεοελληνικής πραγματικότητας της εποχής.
Η παράσταση
Η διασκευή του έμπειρου Γιάννη Καλαντζόπουλου, ομολογουμένως συνετή, συνεπής και με καλές ισορροπίες, ακούστηκε και παραστάθηκε ευχάριστα, στο Θέατρο Δάσους (παραγωγή ΚΘΒΕ). Βρήκα μόνο εύκολες και κλισέ τις κουβέντες περί σημειωτικής, μεταμοντερνισμού κ.λπ. Τις έχουμε φάει με το κουτάλι. Ας αναζητηθούν άλλες αναλογίες με το σήμερα.
Γενικά, πάντως, ο τρόπος που διαχειρίστηκε το υλικό του βοήθησε ώστε να φανούν οι πολιτικοκοινωνικές γέφυρες ανάμεσα στο σήμερα και στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ανάμεσα σε μια Ελλάδα που μόλις είχε γίνει κράτος και μια Ελλάδα που πασχίζει να παραμείνει κράτος.
Χωρίς υπερβολές, χωρίς αχρείαστους εντυπωσιασμούς, με λιτές αλλά θεατρικά λειτουργικές λύσεις, ο Καλαντζόπουλος, πέτυχε να βρει ένα καλό ρυθμό, να δέσει τα επεισόδια και να σφυρηλατήσει καλές σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, στον Χορό και τα δραματικά επεισόδια. Μπορεί να μην μας ξάφνιασε με κάτι καινούργιο, αλλά δεν μας εξαπάτησε. Δεν στόχευσε πιο πάνω από κει που η ίδια η παράσταση έδειξε από την πρώτη σκηνή.


Ερμηνείες
Ο Τάσος Πεζιρκιανίδης, για άλλη μια φορά μέσα σε ένα χρόνο (θυμίζω την έξοχη ερμηνεία του στο «Ωχ τα νεφρά μου»), έδειξε πόσο σπουδαίος λαϊκός κωμικός είναι. Εντελώς αβίαστα, και πάντα έτοιμος για την επόμενη ατάκα, μας γνώρισε έναν Κουτρούλη γελοίο αλλά και ανθρώπινο όσο και δραματικό. Έπαιξε εξωτερικά εκεί που έπρεπε και όπου το απαιτούσαν οι μεταστροφές του ρόλου ήταν εκεί ετοιμοπόλεμος. Πολύ καλός δίπλα του ο Μαραγκόπουλος. Αστείρευτη κωμική φλέβα. Για άλλη μια φορά έδειξε ότι ξέρει τι πάει να πει κωμική ατάκα, πόζα, μούτες, καλό γκελ. Μπορεί να προχωρήσει, εφόσον δεν εγκλωβιστεί σε ευκολίες. Και η Οθωναίου μας διασκέδασε, διασκεδάζοντας η ίδια με ένα ρόλο που της ταίριαζε γάντι. Πάτησε στη φυσική της ομορφιά και έκανε αυτό που έπρεπε, χωρίς να σκοντάφτει σε υπερβολές και ναρκισσισμούς. Ο Πελτέκης, σε κάθε εμφάνισή του, δήλωνε ότι έχει πράγματα να κάνει και να πει. Επιτυχημένη η πατρική φιγούρα από τον Κολοβό και του ποιητή από το νεαρό Φερετζέλη, ο οποίος ανέλαβε να ερμηνεύσει το «ζόρικο» ποιητικό λογύδριο όπου ο Ραγκαβής κάνει μια σούμα της καλλιτεχνικής πραγματικότητας της εποχής του, ακολουθώντας το δηκτικό πνεύμα της αριστοφανικής σάτιρας.
Γενικά, υπήρχε ένα δέσιμο στο σύνολο της διανομής, με τους πιο παλιούς να συντελούν με απόλυτη άνεση και καλή διάθεση με τους πιο νέους (όπως η Παπαδάκη, ο Νεράντζης, ο Παπαδόπουλος κ.ά).
Συμπέρασμα: μια κωμωδία όπου περνάς καλά. Και το ΄χουμε ανάγκη, ιδίως τώρα που γίνεται στη χώρα των μνημονίων του Κουτρούλη ο γάμος. Όταν η παράσταση επιστρέψει στις «Γιορτές Ανοιχτού θεάτρου» (Θέατρο Κήπου) δείτε την.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
4/07/2015