Αρχίζουν τα φεστιβάλ





Από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβριο η Ευρώπη κινείται στους ρυθμούς των φεστιβάλ. Είναι αδύνατο να τα παρακολουθήσεις όλα. Είναι προφανές πως οι δημοτικές αρχές κάθε χώρας έχουν καταλάβει ότι ένα καλό φεστιβάλ είναι  και ένας αποτελεσματικός τρόπος προσέλκυσης τουριστών. Ποιος θα ήξερε αλήθεια το Μάριμπορ, το Σιμπιού ή την Κλουζ χωρίς τα φεστιβάλ τους; Και το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη απουσιάζει από τον πολιτιστικό χάρτη της Ευρώπης οφείλεται εν μέρει και στην απουσία ενός καλού θεατρικού φεστιβάλ.

Αρέσει δεν αρέσει το φεστιβάλ είναι ένας κράχτης σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, όπου ολοένα και πληθαίνουν τα άτομα εκείνα που ταξιδεύουν με στόχο να εμπλουτίσουν τις πολιτιστικές τους εμπειρίες. 
Στο Μάλμοε
Το Μάλμοε είναι μια πόλη 400.000 κατοίκων. Είναι η τρίτη πιο μεγάλη πόλη στη Σουηδία (μετά τη Στοκχόλμη και το Γκέτεμποργκ) και απέχει μόλις είκοσι λεπτά από την Κοπεγχάγη με το τρένο. Είναι μια πόλη ήσυχη, όμορφα απλωμένη, με τους πιο ευγενικούς ανθρώπους που θα συναντήσετε ποτέ. Και δεν είναι δήθεν ή κατ’ ανάγκη ευγενικοί. Έτσι μεγαλώνουν. Μαθαίνουν να σέβονται τον συνάνθρωπό τους. Και αυτό φαίνεται και στο εκπαιδευτικό τους σύστημα, όπου λέξεις όπως ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα φύλων, ανεκτικότητα είναι ψηλά στην ατζέντα της μόρφωσής τους. Και είναι λογικό αυτά να ρυθμίζουν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, και τις καλλιτεχνικές επιλογές τους. Προσωπικά δεν γνωρίζω καμιά άλλη καλλιτεχνική κοινότητα που να ασχολείται τόσο πολύ με τα θέματα αυτά.



Δεύτερη Μπιενάλε
Τα αναφέρω αυτά με αφορμή τη δεύτερη Μπιενάλε σκανδιναβικού θεάτρου, η οποία μόλις τελείωσε (31/05) και περιελάμβανε, μεταξύ δεκάδων άλλων, δράσεων, και δεκαοχτώ θεατρικές παραστάσεις/περφόρμανς, όλες με θέμα την έννοια των συνόρων (κρατών, ταυτοτήτων, συμπεριφορών) και πώς μπορεί να ξεπεραστούν ώστε οι άνθρωποι να ζήσουν μαζί εν ειρήνη.
Οι παραστάσεις άρχιζαν στις δέκα το πρωί και διαρκούσαν μέχρι τις έντεκα το βράδυ. Όλες οι αίθουσες (σύνολο 15, και όλες μεγάλες και εξαιρετικές) ήταν γεμάτες από ένα ηλικιακά ανάμεικτο κοινό, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου ήταν ο ενθουσιασμός, ακόμη και για παραστάσεις που θεωρώ ότι δεν άξιζαν να χειροκροτηθούν. Μάλιστα σε μερικές  περιπτώσεις φιλοξενούμενων ομάδων από αραβικές χώρες, το χειροκρότημα ήταν τόσο εκκωφαντικό που με μπέρδευε, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω εάν ο κόσμος απλώς επιδοκίμαζε το γεγονός ότι η ομάδα ήταν από μια χώρα διαφορετική (και εννοώ εκτός δυτικού παραδείγματος) και μπράβο της που ήρθε ως εδώ να μας δείξει τι μπορεί να κάνει και εμείς με τη σειρά μας ανταποδίδουμε μ’ ένα ενθαρρυντικό χειροκρότημα ή εάν τελικά το χειροκρότημα ήταν μια μορφή προσωρινού εξορκισμού προσωπικών «ενοχικών» αισθημάτων; Ένα χειροκρότημα που υπονοούσε ότι «εμείς είμαστε καλοί και ανεκτικοί άνθρωποι και ορίστε που σας αποδεχόμαστε. Μπράβο μας!»;
Ανεξάρτητα τι απάντηση δίνει ο καθένας, εκείνο που κατάλαβα είναι ότι η ποιότητα περνούσε κατά κάποιον σε δεύτερη μοίρα, πίσω από την ωφελιμιστική και politically correct λειτουργία της τέχνης, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα  να βρουν τη θέση τους στο φεστιβάλ δράσεις και καλλιτεχνίες που με αυστηρά ποιοτικά κριτήρια μάλλον θα αποκλείονταν.
Θυμάμαι ότι και στην πρώτη Μπιενάλε που διοργάνωσαν οι Σουηδοί το 2013, το θέμα ήταν περίπου το ίδιο. Μόνο που τώρα η προσήλωση σ’ αυτό ήταν τόσο απόλυτη που ήταν φυσικό να αναπτυχθεί ένας καλός εννοούμενος πλην όμως μονοσήμαντος καλλιτεχνικός λόγος, που δεν άφηνε πολλά περιθώρια γόνιμων αντιπαραθέσεων (αφού όλοι συμφωνούσαν ως προς την κατάργηση κάθε μορφής διαχωρισμών).

Από την παράσταση  Rose Rose Rose,  σε σκηνοθεσία  Malin Axelsson
Δρώμενα
Οι περισσότερες παραστάσεις/περφόρμανς ήταν μονόλογοι ή σόλο χορευτικά, με τη συμμετοχή πολύ νεαρών καλλιτεχνών, ενίοτε και φοιτητών από το τοπικό Τμήμα Θεάτρου του Πανεπιστημίου. Όλες ήταν κατάμεστες. Μόνο σε μία περίπτωση, από τις 14 παραστάσεις που πρόλαβα να παρακολουθήσω σε πέντε μέρες, είδα θεατές να φεύγουν. Ήταν από την οπερατική εκδοχή του Κουαρτέτου του Χάινερ Μίλερ, μια κάπως σκληρή μεταμοντέρνα εκδοχή της γνωστής ιστορίας του Λακλό,  άτσαλα και επιφανειακά δοσμένη που ακύρωνε τον ίδιο τον εαυτό της.
 Αντίθετα, ο τρίωρος Θείος Βάνιας, η πολυαναμενόμενη και τελευταία παράσταση του Φεστιβάλ από τη γνωστή Ρωσίδα σκηνοθέτιδα Γιάνα Ρος, η οποία ζει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν και αμφιλεγόμενη, εισέπραξε παρατεταμένο χειροκρότημα. Προσωπικά στέκομαι περισσότερο στους απίστευτα γοητευτικούς ατμοσφαιρικούς φωτισμούς, καθώς και στα ευφυέστατα σκηνικά σχεδιάσματα τα οποία, με τα διαφανή διαχωριστικά τους επέτρεπαν στο θεατή να παρακολουθεί τη ζωή των χαρακτήρων όταν εγκατέλειπαν τη σκηνή και επέστρεφαν στους ιδιωτικούς τους χώρους. Μια ανάλογη ιδέα είδαμε να υλοποιεί με επιτυχία η Χριστίνα Χατζηβασιλείου στη Βίλα Καπαντζή, με ένα άλλο έργο του Τσέχοφ, τον Βυσσινόκηπο, σε παραγωγή της Πειραματικής Σκηνής. Εκεί βέβαια δεν είχαμε τόσο οπτική επαφή με τα παρασκηνιακά δρώμενα όσο ακούσματα, που μας υπενθύμιζαν ότι η ζωή δεν σταματά σε αυτά που βλέπουμε στη σκηνή.

Στιγμιότυπο από την παράσταση   Materia, εμπνευσμένη από τη ζωή της πορνοστάρ  Linda Lovelace

Το άλλο highlight του Φεστιβάλ, το γνωστό έργο του Πολωνού Σλομποτζιάνεκ, Η τάξη μας, επίσης τρίωρη παράσταση, συγκίνησε, όχι όμως στο βαθμό που περίμενε ο κόσμος.
Ανάμεσα στις συζητήσεις στέκομαι στο πάνελ με θέμα το αραβικό θέατρο μετά την «αραβική άνοιξη», όπου στο επίκεντρο ήταν η θέση της γυναίκας και η συμβολή της σε αυτήν την εξέγερση, με βασική εισηγήτρια τη γνωστή Λιβανέζα  καλλιτέχνιδα Λίνα Αμπιγιάντ.
Συμπέρασμα: Ένα φεστιβάλ το οποίο, παρ’ όλη την άνιση ποιότητά του,  στο τέλος σε έκανε να αισθάνεσαι ότι βγήκες κερδισμένος, έμαθες κάτι παραπάνω. Και υπ’ αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι πέτυχε το στόχο του. Ναι, άξιζε το ταξίδι ως εκεί.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

7/06/2015