Μιούζικαλ με ιστορία




Πρόκειται για ένα από τα δημοφιλέστερα μιούζικαλ όλων των εποχών. Και αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτον, έχει εξαιρετική μουσική. Δεν γνωρίζω άλλο μιούζικαλ που να μας άφησε τόσα τραγούδια να θυμόμαστε («Sunrise Sunset”, “Do Yοu Love  Me?”, “To Life»). Δεύτερον, έχει πλούσιους και ολοκληρωμένους χαρακτήρες που σε κάθε εμφάνισή τους ξαφνιάζουν ευχάριστα. Ακόμη, έχει μια καλά διαρθρωμένη ιστορία που αναμειγνύει σοφά το προσωπικό και το θρησκευτικό και παράλληλα λοξοκοιτά και προς το ενδεχόμενο της αλλαγής. 

Και, τέλος, έχει το απόλυτο ατού που πολλοί προσπάθησαν να κοπιάρουν αλλά δεν τα κατάφεραν: τον Τεβιέ το γαλατά, που φιλοσοφεί τη ζωή και πιάνει ψιλοκουβέντα με το Θεό λες και είναι φιλαράκια.
Η υπόθεση
Το στόρι υπογράφει ο Στάιν (έχοντας ως βάση τις ιστορίες του Αλέχεμ), τη μουσική ο Μποκ και τους στίχους ο Χάρνικ. Είναι ένα τυπικό δείγμα book musical που μας αφηγείται την ιστορία μιας μικρής κοινότητας στη Τσαρική Ρωσία (Ανατέφκα) στις αρχές του 20ού αιώνα.
Ο Τεβιέ έχει πολλούς σταυρούς να κουβαλήσει. Πρέπει να συντηρήσει την οικογένειά του με τις πέντε κόρες και, παράλληλα, τις παραδόσεις των εβραϊκών του καταβολών. Δίπλα του, φύλακας άγγελος αλλά και μόνιμος πονοκέφαλος και «τρόμος», η γυναίκα του Γκέλντε. Η παράδοση επιβάλλει παντρειά με προξενιό,  έργο που αναλαμβάνει η επαγγελματίας προξενήτρα Γιέντι. Όμως, οι τρεις μεγαλύτερες και πιο «ξεροκέφαλες» κόρες, πηγαίνοντας κόντρα στην πράδοση, θέλουν οι ίδιες να βρουν τον άντρα τους, προς μεγάλη απογοήτευση του μπαμπά, ο οποίος σιγά σιγά αντιλαμβάνεται ότι οι καιροί άλλαξαν και πως  «Η αγάπη, αυτό το καινούργιο φρούτο», ορίζει την τύχη των ανθρώπων.
Ανεξάρτητα πόσες φορές θα δεις το έργο, εάν είναι καλή η παράσταση νιώθεις την αγάπη που απελευθερώνουν αυτά τα πλάσματα. Όπως νιώθεις και τη λύπη όταν, πριν την αυλαία, το χωριό διαλύεται και αρχίζει το πογκρόμ εναντίον των Εβραίων. Όλοι τραβάνε αλλού για να σωθούν και οι θεατές στα σπίτια τους.


Ελληνικό μιούζικαλ
Μολονότι στον τόπο μας είχαμε και έχουμε μουσικό θέατρο, είτε με τη μορφή οπερέτας είτε επιθεώρησης, δεν είναι ένα από τα είδη που πραγματικά έχει ρίζες. Εξακολουθεί να φαντάζει ξένο. Όπως ξένο φαντάζει και στον κινηματογράφο (ποιος ξεχνά τις ανεκδιήγητες ταινίες του Δαλιανίδη). Ίσως γι’ αυτό και δεν έχουμε ηθοποιούς που να πληρούν τις ποιοτικές απαιτήσεις του είδους, δηλαδή ηθοποιούς που να χορεύουν, να τραγουδούν και να παίζουν το ίδιο καλά. Οι ηθοποιοί μας νιώθουν πιο άνετα στο χώρο του δραματικού θεάτρου, γι’ αυτό οφείλω να πω τα καλύτερα για το πώς κατάφερε ο σκηνοθέτης της παράστασης του Βιολιστή στη στέγη (Μέγαρο Μουσικής), να συγκεντρώσει τριάντα τόσα άτομα στη σκηνή που να πληρούν τους ποιοτικούς όρους ενός καλού μουσικού θεάματος. Η  σκηνοθεσία του βρήκε τρόπους να απελευθερώσει επαρκή ενέργεια μέσα από τη διανομή, μια ενέργεια που μας μετέφερε τα συναισθήματα αυτής της μικρής κοινότητας, η οποία, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, δεν γυρίζει την πλάτη στην πίστη και στην αγάπη.
Στοιχειωμένος ρόλος
Ενώ γενικά ο κανόνας λέει ότι κρίνουμε μια παράσταση με βάση τα όρια που η ίδια θέτει, είναι κάποιοι ρόλοι τόσο βαθιά «προχαραγμένοι» που και να θες να τους δεις σαν tabula rasa δεν μπορείς. Λες και είναι στοιχειωμένοι. Για παράδειγμα, πώς θα ξεπεράσεις τον Κοβάλσκι του Μπράντο στο Λεωφορείο ο πόθος; Όποιον ηθοποιό και να δεις θα τον συγκρίνεις μ’ αυτόν. Το ίδιο και εδώ. Πώς θα ξεχάσεις τον Τεβιέ του Μοστέλ; Ο άνθρωπος όχι απλώς χάραξε τον ρόλο, του πέρασε copyright.  Η σύγκριση αναπόφευκτη.


Είναι η πέμπτη εκδοχή που βλέπω σε Ελλάδα και εξωτερικό και σε καμιά δεν είδα ηθοποιό να πλησιάζει αυτό το υποκριτικό θηρίο, με τον τεράστιο όγκο και τη φυσική καλοσύνη. Με αυτά δεν ισχυρίζομαι ότι απέτυχε ο Βαλτινός σ’ αυτή τη νέα ερμηνεία του. Δεν απέτυχε. Ήταν σαφώς καλύτερος από το 1997 (σε σκηνοθεσία Τσιάνου), όχι όμως σε σημείο να ισχυριστώ ότι «είχε» απόλυτα το ρόλο.
Ο Βαλτινός είναι σπουδαίος ηθοποιός, άνετος, μια ευγενική φυσιογνωμία που γεμίζει το σανίδι. Απλώς εδώ, στην αγωνία του να κατεβάσει τον Τεβιέ στην πλατεία, έτεινε μερικές φορές να υπερπαίζει και να υπερτονίζει, κάτι που διόλου δεν χαρακτηρίζει τον ήρωά του. Ο Τεριέ είναι μεν εξωστρεφής αλλά δεν στομφάρει. Δεν χρειάζεται την πυρετώδη κίνηση για να πείσει. Συγκινεί και όταν είναι παντελώς ακίνητος και αμίλητος. Και ο Βαλτινός, εκεί όπου έπαιζε πιο ήρεμα και στοχαστικά, και το χιούμορ έβγαζε, και το συναίσθημα και την έγνοια και τη βαθιά ανθρωπιά του.
Δίπλα του, πληθωρική και άμεση, αλλά κάπως φάλτσα φωνητικά, η Ρένια Λουιζίδου, σε κάθε εμφάνισή της μπόλιαζε τη δράση με ενέργεια. Ο Μπεγνής σωστός, χωρίς εκλάμψεις. Στην ίδια κλίμακα και ο Μαρίνος. Έβγαλε έναν αξιαγάπητο ραφτάκο αλλά χωρίς φωνητικό μέταλλο.
Γενικά, η σκηνοθεσία του. Ρουτζέρο πρόδιδε γνώση του είδους. Έφερε μαζί το κωμικό και το δραματικό και παράλληλα ενσωμάτωσε λειτουργικά τα τραγούδια, σε αντίθεση με πολλά μιούζικαλ όπου οι σκηνοθέτες τα αφήνουν ξεκρέμαστα.

Το σκηνικό του Πάτσα ευέλικτο και εύστοχο, φιλοξένησε σχολιαστικά την κοινότητα της Ανατέφκα. Θετική προσφορά τα κοστούμια της Πρίτσα και οι φωτισμοί της Ντεκώ.  Η χορογραφία του Σρέγκερ, με καλό αφηγηματικό νήμα, βοήθησε να καταλάβουμε τι γίνεται. Στη διεύθυνση της ορχήστρας ο Πρίφτης, με απόλυτο έλεγχο και καθαρό ήχο.
Συμπέρασμα: πέρα από τις όποιες επιφυλάξεις, το θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ που ανέβηκαν ποτέ στον τόπο μας.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
14/06/2015


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου