Μια αινιγματική φιγούρα: «Η γυναίκα της Ζάκυθος» στον κινηματογράφο «Φαργκάνη»




Η γυναίκα της Ζάκυθος του Διονύσιου Σολωμού, ένα κείμενο με «άτακτη» συγγραφική και εκδοτική ιστορία, φιλοξενήθηκε για λίγες παραστάσεις στη σκηνή του κινηματογράφου Φαργκάνη που, κατά πως φαίνεται, έχει βάλει στόχο να μπει στο θεατρικό χάρτη της πόλης. Δεν είναι κακό, αρκεί να αποκτήσει τις προδιαγραφές εκείνες που θα το κάνουν να είναι θέατρο. Και το λέω αυτό γιατί όλοι οι πρώην κινηματογράφοι που μετατράπηκαν σε θέατρο εκ των πραγμάτων δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν τα εγγενή προβλήματα του χώρου, ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις σκηνής/πλατείας. Και αυτό φάνηκε και στην παράσταση η Γυναίκα της Ζάκυθος που ερμήνευσε η Όλια Λαζαρίζου, κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Δήμου Αβδελιώδη.


Η ηρωίδα του Σολωμού είναι ένα περίεργο πλάσμα, μια αινιγματική φιγούρα, που πιο εύκολα τη φαντάζεται κανείς στη σφαίρα του υπερφυσικού ή του μεταφυσικού παρά του φυσικού κόσμου. Είναι πιο κοντά στην αλληγορία παρά στην κυριολεξία. Δύσκολα μπορείς να εντοπίσεις αίτια και αιτιατά στη σκέψη και στη δράση της. Τρέφει έντονα συναισθήματα αλλά και πολύ σκοτεινά και δυσεπίλυτα κίνητρα. Ο αφηγητής της αλλόκοτης  ιστορίας της, φορώντας το προσωπείο του ιερομόναχου Διονυσίου, και έχοντας ως ασπίδα τη χριστιανική μυθολογία της αγάπης, βυθίζεται στο σκοτάδι του κακού και αναμετριέται μαζί του, ώστε να καταλάβει τι γίνεται (και τι της γίνεται). Κι όσα περίεργα κι αν συμβαίνουν, δεν το βάζει στα πόδια, γιατί πιστεύει πως μόνο όταν κοιτάξει κανείς το κακό κατά πρόσωπο θα το τρέψει σε φυγή.
Ο σκηνοθέτης
Ο Αβδελιώδης είναι ένας σκηνοθέτης που αναζητεί την ψυχή των πραγμάτων. Και δεν το εννοώ μόνο σε σχέση με τους ανθρώπους αλλά και με τη γλώσσα. Και απ’ αυτήν την άποψη, ταιριάζει στην αισθητική του το έργο αυτό, αφού του δίνει τη δυνατότητα να σκάψει βαθιά, ώστε να ανακαλύψει την ύλη που πλάθει ανθρώπους, ιδέες, πράγματα, λόγο. Σαν ένας αρχαιολόγος του Φουκώ, ακουμπά εκεί όπου έχει τα περισσότερα στοιχεία, εν προκειμένω στη σύγκρουση του καλού με το κακό, τα από-δομεί, δηλαδή τα περνά από το μικροσκόπιό του σε πολύ μικρές δόσεις, ώστε κάθε συστατικό στοιχείο να αποκτήσει τη δική του ορατότητα και το δικό του λόγο ύπαρξης. Και αφού το κάνει αυτό, εν συνεχεία προχωρά στην ανασύνθεσή τους για να καταλήξει σε ένα ενιαίο όλον.


Στη Γυναίκα της Ζάκυθος, όπως και σε άλλες σκηνοθεσίες του, ο Αβδελιώδης κινείται όπως ένας δύτης που του αρέσουν τα βάθη και τα ανεξερεύνητα τοπία. Στόχος του, η βαθιά ποιότητα των πραγμάτων. Και υπ’ αυτήν την έννοια, δεν είναι για τους πολλούς. Οι σκηνοθεσίες του είναι πιο πολύ μια μορφή μυσταγωγίας, όπου ένας ολόκληρος κόσμος από λέξεις και ηχοχρώματα σε πολιορκεί, σε παίρνει μαζί του, εφόσον φυσικά θες να πας.  Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί αν του αντισταθείς θα μείνεις απέξω και θα το βαρεθείς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το θέατρό του είναι, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, συμμετοχικό. Σε καλεί να δεις τον κόσμο μέσα από τις λέξεις, να φανταστείς τις λέξεις. Που πάει να πει, πρέπει να είσαι εκεί, ενεργά παρών κι όχι απλά ένας παθητικός αποδέκτης μιας προκατασκευασμένης ιστορίας.
Ο Αβδελιώτης κάνει θέατρο τη στιγμή που αρθρώνεται η λέξη. Μέσα από το παίδεμά του με το λόγο προσπαθεί να ανακαλύψει μιαν άλλη ιστορία, μια κρυμμένη ιστορία, μια ασυνείδητη και αόρατη ιστορία. Γι’ αυτό είπα ότι οι σκηνοθεσίες του δεν είναι για τα μεγάλα πλήθη. Πρέπει να πας με τη διάθεση να συνταξιδέψεις μαζί του. Αυτό κάνει και με τους ηθοποιούς του. Τους ζητά μια ανάλογη πάλη με τις λέξεις. Τους σπρώχνει να αναζητήσουν το κέντρο βάρους τους, τους τόνους και τα ημιτόνιά τους, τις κυματοειδείς ταλαντεύσεις τους.  Και αυτό ακριβώς έκανε η έμπειρη και ικανή Λαζαρίδου, παρόλο που, το επαναλαμβάνω, ο χώρος δεν ευνοούσε τέτοιου είδους δοκιμές.


Ερμηνεία
Ήταν μια περφόρμανς όπου κάθε λέξη ήταν καλά ζυγισμένη, με το ειδικό της βάρος. Όπως κάθε ενότητα είχε τα δικά της χρώματα, σε σχέση πάντα με το θέμα που είχαν οι εννέα υποενότητες επάνω στις οποίες δομήθηκε το σύνολο. Περνώντας από τη μια εικόνα στην άλλη, από το ένα συναίσθημα στο άλλο, η  Λαζαρίδου έδειχνε να βιώνει την κάθε λέξη, την κάθε αναμέτρησή της με τις ιδέες και τα σκοτεινά νοήματα του έργου.  Έδειχνε  με την ερμηνεία της ότι το κακό είναι μπροστά της, μια καθημερινότητα, ακόμη και εκεί όπου δεν το περιμένεις. Και αυτό τρομάζει. Μα πιο πολύ τρομάζει η εξόρυξή του. Από πού να πιαστείς για να βγάλεις και να δικαιολογήσεις τέτοια κακία; Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι η απόλυτη ενσάρκωση της άρνησης. Και δικαίως έχει τους εφιάλτες του ο Ιερομόναχος. Πώς να την αντιμετωπίσει; Και νομίζω πως τόσο η σκηνοθεσία του Αβδελιώδη όσο και η κυτταρική ερμηνεία της Λαζαρίδου δημιούργησαν ένα κόσμο αρκετά Αποκαλυπτικό, ώστε να σημάνουν ήχοι, ρυθμοί, νοήματα και οι πολλές κακίες του κόσμου. Και όλα αυτά με απόλυτη λιτότητα, χωρίς τίποτα το περιττό, το αυτάρεσκο. Μια σκόπιμη εξωτερική ακινησία, που έβγαζε προς τα έξω πιο έντονα την εσωτερική κίνηση και ανησυχία, τα ξεπετάγματα της σκέψης και της φαντασίας.


Συμπέρασμα: Η  Λαζαρίδου πίστεψε στο ρόλο και με το πολύμορφο ταλέντο και την εμπειρία της ζωντάνεψε ένα θέατρο της ψυχής. Δίπλα της οι Δήμητρα Κωτίδου και Δανάη Ρούσσου.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
9/11/2014