Παράσταση-προσφορά: Το ΘΕ.ΑΜ.Α στο «Άνετον»



Διαβάζω στο πρόγραμμα της παράστασης του έργου του Έντουαρντ Άλμπι, Ιστορία ζωολογικού κήπου, ότι η ομάδα Ατόμων με Αναπηρία ΘΕ.ΑΜ.Α φιλοδοξεί να ιδρύσει την πρώτη Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης, αμφισβητώντας έτσι τον ισχύοντα νόμο του Υπουργείου Πολιτισμού ο οποίος έχει θεσπίσει ως βασικό κριτήριο επιλογής στις ανώτερες δραματικές σχολές την αρτιμέλεια. Σωστή διεκδίκηση, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα ΑΜΕΑ αποτελούν ένα 9% του πληθυσμού της χώρας.
Αλλά και 2% να ήταν, τι σημασία έχει. Σημασία έχει να δίνονται ευκαιρίες σε όλους. Δεν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε τη διαφορετικότητα στη θρησκεία, στο χρώμα ή στην καταγωγή, και να αγνοούμε ένα πολύ σημαντικό πράγμα που έχει να κάνει με το ίδιο το σώμα. Δηλαδή, με την ίδια λογική θα μπορούσε να αποκλειστεί κάποιος επειδή είναι πολύ χοντρός.
Εδώ και κάποια χρόνια σε πολλές δυτικές σχολές υποκριτικής κυριαρχεί η λογική του type-free casting, δηλαδή της διανομής που δεν εγκλωβίζεται στη λογική του τύπου (ταιριάζει ή δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα). Εκείνο που αναζητείται πιο πολύ είναι η ουσία του ρόλου παρά η εμφάνιση του ρόλου. Έτσι βλέπουμε πολύ άσχημες ηθοποιούς να υποδύονται την Ιουλιέτα ή άτομα με κινητικά προβλήματα να υποδύονται ρόλους ντετέκτιβ. Δυστυχώς στον τόπο μας, που επιμένουμε, εθελοτυφλώντας, να το θεωρούμε φιλόξενο, κάθε άλλο παρά φίλος προς το «ξένο» είναι.
Η ομάδα
Στην ομάδα ΘΕ.ΑΜ.Α συμμετέχουν άτομα με ποικίλες μορφές αναπηρίας αλλά και άτομα χωρίς πρόβλημα. Αυτή η ανομοιογένεια θεωρώ πως προσθέτει πόντους παρά αφαιρεί, γιατί απλούστατα δείχνει τη θέληση των ανθρώπων που εμπλέκονται να παλέψουν, ώστε να συνυπάρξουν ως ομάδα, βρίσκοντας την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στα όριά τους. Δεν είναι το ίδιο πράγμα να έχεις μια ομάδα ηθοποιών χωρίς σωματικό πρόβλημα, με μόνο ίσως πρόβλημα την άνιση κατανομή ταλέντου και ικανοτήτων,  και μία ομάδα όπου το σωματικό πρόβλημα του καθενός ορίζει με απόλυτους όρους και τις δυνατότητές του. Θέλω να πω ότι  τα άτομα αυτά  καλούνται να παίξουν (κυριολεκτικά) με τα σωματικά τους όρια, τα οποία πολλές φορές δεν γνωρίζουν και τα ανακαλύπτουν καθώς δοκιμάζονται. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο ρόλος έχει μεγαλύτερη αξία από ό,τι έχει για έναν “κανονικό” ηθοποιό, υπό την έννοια όταν τον κατακτήσουν γίνεται πλέον βίωμά τους, μια απόλυτα δική τους εμπειρία για την οποία ίδρωσαν πάρα πολύ να πετύχουν.


Η παράσταση
Αυτό που μου έκανε εντύπωση στην παράσταση που είδα είναι ότι οι ηθοποιοί έπαιζαν χωρίς να κρύβονται πίσω από την αναπηρία τους, ώστε να εκμαιεύσουν συναισθήματα συμπάθειας ή, το χειρότερο, οίκτου. Κι αυτό μας έκανε όλους εμάς στην πλατεία να ξεχνούμε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Βλέπαμε πως ο ίδιος ο ρόλος απορροφούσε την αναπηρία τους σε τέτοιο βαθμό που την εξαφάνιζε. Μπράβο. Όπως μπράβο, βεβαίως,  και στο σκηνοθέτη τους Βασίλη Οικονόμου, ο οποίος βρήκε τα όρια του κάθε συνεργάτη και δούλεψε μέσα από και με αυτά, κατορθώνοντας να επιβάλει στη διαφορετικότητα την εικόνα του φυσιολογικού. Έχοντας ο ίδιος βιώσει ενδεχομένως τον αποκλεισμό, άντλησε από αυτό το βίωμα εικόνες και έφτιαξε ένα σκηνικό περιβάλλον εφιαλτικό και αφιλόξενο, αλλά και αποκαλυπτικό των χρωμάτων της ψυχής.


Ερμηνείες
Ο Πάνος Ζουρνατζίδης ήταν τόσο άνετος «Πίτερ» που προσωπικά δεν πρόσεξα ότι ήταν ακινητοποιημένος σε αμαξίδιο. Κατάλαβε τι κλήθηκε να κάνει και το έκανε με άνεση, φυσικότητα και αυτοπεποίθηση. Ούτε κραυγές, ούτε υστερίες, ούτε μελό. Ήταν ο Πίτερ που τα έχει όλα εκτός από ένα: τη δυνατότητα (ή την ικανότητα) επικοινωνίας. Κάποιος πρέπει να του μάθει τι σημαίνει να μιλάς με ανθρώπους, να δίνεις, να παίρνεις, να μάχεσαι για το παγκάκι σου, το αμαξάκι σου, την αξιοπρέπειά σου. Απέναντί του είναι ο λακές Τζέρι, ο εκτός συστήματος, ο οποίος εμφανίζεται από το πουθενά για να του υποδείξει το δρομολόγιο πίσω στον Άνθρωπο. Ο Τζέρι θέλει να ανήκει, όμως το παιχνίδι της ζωής παίζεται με άλλους όρους, όρους συναισθηματικής αναπηρίας που τον οδηγούν στην απόγνωση και εν συνεχεία  στην απόφαση να σκηνοθετήσει το θάνατό του. Πράξη για την οποία μας προϊδεάζει από την αρχή, όταν λέει ότι θα τα ακούσουμε όλα στις βραδινές ειδήσεις. Πρόκειται για μια τραγωδία που, στο τέλος, παρά το θάνατό του, οδηγεί, μέσα από την αναγνώριση, στην κωμωδία, εξ ου και το «σ’ ευχαριστώ Πίτερ» που του λέει καθώς πεθαίνει.


Ο Μιχάλης Ταμπούκας (Τζέρι) καλά τοποθετημένος απέναντι στο δραματικό του προσωπείο, έδειξε άνεση και ευμεταβλητότητα. Έχοντας ως «συμπαίκτη» ένα άτομο ακινητοποιημένο, έπαιξε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Οι μετακινήσεις του, η σκηνική του συμπεριφορά ήταν όλα καλά ρυθμισμένα ώστε να ενισχύουν τη χημεία με τον Πίτερ καθώς και τη φυσικότητα στις κουβέντες τους.
Ολόγυρά τους, καθισμένοι στα δικά τους καροτσάκια, οι θαμώνες του πάρκου, άνθρωποι και ζώα: «Γυναίκα που κλαίει» (Χριστίνα Τούμπα), ο σκύλος – Υπάλληλος (Γιώργος Ηλιάκης), Πιθήκια (Μαρία Μουρελάτου – Αιμιλιανή Αβραάμ), μητέρα του Τζέρι (Έφη Τούμπα). Ανάμεσά τους ο περιπλανόμενος «Θεός» του Βασίλη Οικονόμου,  εκείνος που τα βλέπει όλα, τα καταγράφει,  τα σκηνοθετεί, τα κρίνει. Και όταν ο Οικονόμου δεν ήταν Θεός, ήταν η «Νέγρα αδερφή» στην αφήγηση του Τζέρι.  
Συμπέρασμα: Παράσταση που αγγίζει ουσίες και αξίες ζωής. Τέχνη εκφρασμένη μέσα από την αναπηρία. Αλήθεια εκφρασμένη μέσα από τα όρια κάθε ατόμου-συντελεστή ξεχωριστά. Για όσους πιστεύουν ότι το θέατρο πρέπει να επιστρέψει στον Άνθρωπο, αυτό αποτελεί ένα καλό μάθημα. Και για να μην ξεχνιόμαστε: στο «‘Άνετον» ήμασταν μόλις τριάντα άτομα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
2/11/2014

.