Μία από τα ίδια: «Τρωάδες» στον Κήπο και τα «Μερκούρεια»



Είναι κοινή πρακτική ο συνωστισμός επώνυμων πρωταγωνιστών στις παραστάσεις που περιοδεύουν το καλοκαίρι. Και ο λόγος προφανής. Είναι ένας σχετικά εύκολος τρόπος να βγει καλό ταμείο. Κι αν με ρωτάτε, διόλου μ’ ενοχλεί αυτό εάν έχει ως αποτέλεσμα και ανάλογη ποιότητα. Κάτι που η πείρα έχει δείξει πως κάθε άλλο παρά συμβαίνει. Όσο πιο πολλούς επώνυμους συστεγάσεις, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να την πατήσεις. Δεν τιθασεύονται εύκολα τα πολλά και ενίοτε παραφουσκωμένα «Εγώ».
Πολύ δύσκολα αλλάζουν σκηνική συμπεριφορά, γι΄ αυτό το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχει ένας  σκηνοθέτης, είναι ξεκάθαρη άποψη ως προς το τι θέλει να πετύχει και βεβαίως τρόπους να το επιβάλει. Γιατί αν αφεθούν όλοι αυτοί ελεύθεροι, τότε ο καθένας θα κάνει τα δικά του, είτε για να κερδίσει τις εντυπώσεις είτε για  να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα είτε εντέλει γιατί αυτό μπορεί να κάνει.
Αφορμή των σχολίων μου, η παρέλαση επωνύμων από την παράσταση των Τρωάδων που σκηνοθέτησε  ο Θέμης Μουμουλίδης  για λογαριασμό της 5ης εποχής και του ΔΗΠΕΘΕ Βεροίας.
Για το έργο
Οι Τρωάδες είναι ένα έργο που εστιάζει στην έννοια της απώλειας, που μπορεί να είναι η απώλεια μιας πατρίδας, μιας οικογένειας, ενός παιδιού. Γενικά έχει να κάνει με μια μορφή ήττας και των συμπτωμάτων της. Σημείο εκκίνησης, η εικόνα  της κατεστρεμμένης Τροίας, εκείνης της Τροίας που πέτυχαν να αλώσουν μετά από πολυετή πολιορκία οι Έλληνες και που τώρα ετοιμάζονται για το ταξίδι της επιστροφής, παίρνοντας μαζί τους κάποια από τα λάφυρα της νίκης τους: την Κασσάνδρα, την Εκάβη, την Ανδρομάχη.


Κόντρα στην αφηγηματική λογική της εποχής, ο μεγάλος τραγικός Ευριπίδης κάνει κάτι μοναδικό. Αφήνει τους ηττημένους, τους «άλλους» δηλαδή, να μας μιλήσουν, να μας πουν τη δική τους αναμέτρηση με την ήττα. Μέσα από τις αφηγήσεις τους παίρνει μορφή το συντελεσθέν τραύμα, φαίνεται το μέγεθος της απώλειας. Τα προκαταρκτικά και ενημερωτικά τα διεκπεραιώνουν ο Ποσειδώνας με την Αθηνά. Μετά παίρνει σειρά ο  Ταλθύβιος, ο οποίος μιλά για το πώς έγινε η μοιρασιά των κορμιών, ποιες θα πάνε με ποιους. Ακολουθεί η αιχμάλωτη Κασσάνδρα που προλέγει τα μελλούμενα και το τέλος του οίκου των Ατρειδών και μετά μένουν η Εκάβη και η Ανδρομάχη για να μεταφέρουν το δράμα σε ένα προσωπικό επίπεδο, απόλυτα ψυχογραφημένο και εστιασμένο, σε σημείο να μπορεί να μιλά κανείς ακόμη και για ρεαλιστικό δράμα.
Πρόκειται για μια ιστορία διαχρονική, που φτάνει δυστυχώς μέχρι σήμερα. Μην πάτε μακριά. Δείτε τα καράβια με τους λαθρομετανάστες από τη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ. Όλα γεμάτα ηττημένους του πολέμου. Κυρίως γυναικόπαιδα, αυτά που τελικά  δεν φταίνε (ούτε και τότε). Όπου υπάρχει ανάφλεξη υπάρχει φυγή, τραγωδία, απώλεια. Και αυτή την επανάληψη της τραγικής ιστορίας είναι που, ως πρόθεση τουλάχιστο, ήθελε να υπογραμμίσει ο Μουμουλίδης. Όμως, η πρόθεση από την πράξη απέχουν χιλιόμετρα. Και για να καλυφθεί η απόσταση απαιτούνται φρέσκες και τολμηρές κινήσεις. Στο θέατρο πρέπει να είναι κανείς και λίγο αναιδής, λίγο ριψοκίνδυνος. Ο υπερβολικός «καθωσπρεπισμός» και τα δοκιμασμένα μονοπάτια είναι βασανιστικά ανιαρά. Κάτι που δυστυχώς  υπηρέτησε ο Μουμουλίδης, στοχεύοντας σε μια παράσταση  για όλη την οικογένεια, μια παράσταση που τελικά έγινε για να γίνει και για να ξεχαστεί ευθύς αμέσως…


Συντελεστές
Ο Λεμπεσόπουλος ήταν ο πιο αδύνατος κρίκος (κυρίως ως Μενέλαος). Υποτονικός και ως Ποσειδών. Η Παπαληγούρα (Αθηνά) με εύσημα αδιάφορης μετριότητας. Η προικισμένη Πρωτόπαπα (Ανδρομάχη) πάλεψε να βγάλει τον πόνο της μάνας που χάνει το παιδί της, αλλά η ερμηνεία της δεν κατάφερε ν’ αφήσει ίχνη πίσω της. Η Ζέτα Δούκα (Ελένη), πέρασε κι αυτή στις σημειώσεις με τις διεκπεραιώσεις. Η ομορφιά ενός ρόλου είναι πρωτίστως εσωτερική υπόθεση. Όταν κινείσαι στην επιφάνεια και απλώς ποζάρεις, μοιραία χάνεις το παιχνίδι. Ο Μάϊνας, έπαιξε τον Ταλθύβιο στα όρια μιας φιγούρας δυναμικής, όμως δεν κατάφερε να του δώσει κάποιο ξεχωριστό στίγμα. Η Κομνηνού όπως πάντα μετρημένη, λιτή και ουσιαστική, ξέρει να διατηρεί το μέτρο κι ας μην είναι ξεσηκωτική. Σε κάποιες στιγμές μόνο η μελοδραματική της φόρτιση μας πήγε πολλά χρόνια πίσω. Η Ιωάννα Παπά (Κασσάνδρα) ήταν η πιο εντυπωσιακή. Κίνηση, λόγος, σε μια καλή συνεργασία ζωντάνεψαν μια φιγούρα μανική και παράλληλα ανθρώπινη. Μαζί μας και πέρα από μας. Ο Στρατιώτης του Χρήστου Πλαϊνη έκανε αυτό που του ζητήθηκε. Μένω στη σκηνή όπου πλένει τα χέρια του για να απαλλαγεί από το αίμα των νεκρών. Αυτή είναι και η μόνη σκηνή που μένει από όλο το έργο.


Η μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου σε μια ευθεία με τη βασική ιδέα της παράστασης, αλλά χωρίς κάτι αξιομνημόνευτο. Τα σκούρα ρούχα (πλην Ελένης) της Κοκκορού ταιριαστά με τη σκοτεινιά της ψυχής. Μαζί με τα εύστοχα σκηνικά-φυλακή του Πάτσα έφτιαχναν ατμόσφαιρα. Μας έβαζαν στο κλίμα μιας παράστασης που, όπως είπα, είχε μόνο προθέσεις. Μια παράσταση στεγνή, χωρίς ξεπετάγματα φαντασίας. Ούτε βάθος ούτε πάθος. Κάποια ευρηματικά λινκ με το σήμερα στην αρχή δεν είχαν  καμιά συνέχεια. Έγιναν για να γίνουν.
Συμπέρασμα: Ο «καθωσπρεπισμός» στο θέατρο δεν ωφέλησε κανέναν. Το καλό θέατρο χρειάζεται και μια καλή δόση «αναίδειας», ώστε να ξεφεύγει από τα κλισέ και την πεπατημένη. Ειδικά με την αρχαία τραγωδία, χωρίς συστηματική εργαστηριακή δουλειά δεν πρόκειται να δούμε κάτι ουσιαστικά καινούργιο ή αξιόλογο. Με πρόβες εφτά ή οκτώ εβδομάδων,  η κατάληξη είναι πάντα μια από τα ίδια.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
14/09/2014












Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου