Η δικτατορία του χειροκροτήματος




Αντί της καθιερωμένης κριτικής, θα σχολιάσω σήμερα ένα φαινόμενο που το βιώνουμε έντονα όσοι παρακολουθούμε τις παραστάσεις που φιλοξενούνται κάθε καλοκαίρι στο Δάσος και αλλού: το χειροκρότημα, που για άλλη μια φορά ήταν άφθονο κι ας μην ήταν άφθονη και η προσφερθείσα ποιότητα.

 Και για να εξηγούμαι: Δεν απαξιώνω τα θεάματα ευρείας αποδοχής. Όμως, δεν το κρύβω ότι έχω βρεθεί πολλές φορές (χειμώνα, καλοκαίρι) στην αντίπερα όχθη. Και εκεί πολλαπλασιάζονται οι απορίες μου. Τι κάνει τον κόσμο τόσο γενναιόδωρο απέναντι σε θεάματα που κανονικά θα ‘πρεπε να τους γυρίζει την πλάτη; Είναι όντως οι αντιδράσεις του αυθόρμητες ή αοράτως ρυθμισμένες; Από την άλλη, πάλι κοντοστέκομαι και λέω, ό,τι και να ‘ναι, μήπως τελικά όλοι αυτοί έχουν δίκιο, αφού είναι πιο πολλοί;


Ένα το κρατούμενο: το χειροκρότημα είναι μεν παγκόσμιο φαινόμενο, όμως ο κάθε λαός χειροκροτεί διαφορετικά, ανάλογα με την κουλτούρα ή την πολιτική κατάσταση που τον περιβάλλει. Για παράδειγμα, στο Ερεβάν βίωσα το πιο εκκωφαντικό και υποστηρικτικό χειροκρότημα σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις που είδα (παρόλο που οι περισσότερες ήταν κακές). Στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης είδα άθλιες παραστάσεις, όπου όλοι χειροκροτούσαν δυνατά και επιδεικτικά, υποθέτω για να είναι ορατοί και πειστικοί στους καραδοκούντες ρουφιάνους.
Ζητήματα
Πολλοί λένε ότι τα αριστουργήματα δημιουργούνται μέσα από το χειροκρότημα. Όσο πιο δυνατό τόσο πιο σίγουρη είναι και η θέση του έργου στην Ιστορία. Όσο πιο ισχνό, τόσο πιο ισχνή και η παρουσία του. Έχω τις επιφυλάξεις μου, γιατί εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε τα δραματικά ανθολόγια θα γέμιζαν με έργα του Κλυνν, του Σεφερλή κι όχι του Μπεκετ.


Και για να περιπλέξω κάπως το συλλογισμό, λέω: εάν δεχτούμε ότι το θέατρο είναι πρωτίστως λαϊκή τέχνη, πώς γίνεται και οι παραστάσεις που εισπράττουν το πιο εκκωφαντικό χειροκρότημα είναι εκείνες που κατά κανόνα δεν μνημονεύονται στην ιστορία του θεάτρου; Και πώς γίνεται εκείνες που μαζεύουν το λιγότερο κόσμο, συνήθως την πνευματική και καλλιτεχνική ελίτ, να γράφουν την ιστορία του; Τελικά, άλλο θέατρο διδασκόμαστε ως σημαντικό και άλλο πληρώνουμε (εννοώ οι περισσότεροι) να δούμε; Και εάν ναι, ποιος «φταίει»;
Ιστορικά
Γενικά το θέατρο και το χειροκρότημα πάνε μαζί, όπως το κύμα της θάλασσας και η ακτή που το υποδέχεται. Το περίεργο είναι ότι, αν και αναπόσπαστο κομμάτι της θεατρικής εμπειρίας, δεν σχολιάζεται από τους μελετητές. Δεν το συναντάς καν ως λήμμα στα διάφορα λεξικά. Λες και δεν αφορά. Κι όμως, αφορά και με το παραπάνω.


Το χειροκρότημα απέκτησε ειδικό βάρος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πολλές θεατρικές συνήθειες άρχισαν να υποχωρούν (ρήψη ζαρζαβατικών, μαξιλαριών κ.λπ) και στη θέση τους μπήκε η κόσμια συμπεριφορά και η απόσταση. Σήμερα, ακόμη και σε έργα κάκιστα ή ενοχλητικά, ο θεατής δεν συμπεριφέρεται όπως ένας φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, ας πούμε. Από τη στιγμή που αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πελάτης, και από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχεται αυτόν το ρόλο, συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς. Και αν δεν τους ξέρει, κάποιος θα του τους υποδείξει. Είναι κάτι ανάλογο με αυτό που βλέπουμε  στις τηλεοπτικές κωμωδίες. Όλοι γελούν (ή χειροκροτούν) την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση. Κανείς δεν ξεχωρίζει. Η απόλυτη φοβιστική ομοιότητα. Η κονσερβοποίηση της αντίδρασης. Τι πάει να πει αυτό;
Όπως έχουμε έργα φασόν, έχουμε πλέον και  χειροκρότημα φασόν. Όπως έχουμε "μακντοναλντοποίηση" στο κούρεμα, στα τατουάζ, στο μούσι,  στο ντύσιμο, στη διασκέδαση, έτσι έχουμε και στις ιδέες, στην αισθητική, στην ιδεολογία, στις αντιδράσεις. Όλα ένα ασταμάτητο remake, remix. Ανακύκλωση. Και το χειροκρότημά μας, που θεωρούμε ότι μας ανήκει, στην ουσία, έστω και υποσυνείδητα, αναπαράγει το χειροκρότημα του διπλανού μας. Δεν φέρει την προσωπική σφραγίδα, αλλά εκείνη της ανώνυμης μάζας.


Σαματατζήδες τέλος
Δυστυχώς, αραιώνουν οι "ταραξίες", οι "δύσπιστοι" θεατές. Στη θέση τους έχουν στρογγυλοκαθίσει πια οι καλοί πελάτες, προγραμματισμένοι και μοναχικοί καταναλωτές θεαμάτων, τους οποίους η θεατρική, εν προκειμένω, βιομηχανία σέρνει δεξιά και αριστερά μέσα από τη διαφήμιση στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες, στα face books, στα twitters και blogs, μέσα από την προσφορά δωρεάν μικροαντικειμένων (μπρελόκ, CD, DVD, πόστερ) ακόμη και ρούχων (όπως μπλούζες με τη στάμπα της παράστασης).
Ο σύγχρονος πολιτισμός ωθεί το θέατρο να ασπαστεί τη λογική μιας βιομηχανίας παροχής ψυχαγωγικών υπηρεσιών και να χρησιμοποιεί τεχνάσματα που χρησιμοποιεί κάθε επιχείρηση που αγωνίζεται για την επιβίωσή της. Εξ ου κι όλο αυτό το ντάντεμα του κοινού. Οι διακινητές του «προϊόντος», για να πουλήσουν, δημιουργούν στον κόσμο τη ψευδαίσθηση της δύναμης και της ελεύθερης επιλογής, ενώ στην ουσία και στην πράξη τον μετατρέπουν εντέχνως και υπούλως σε αντικείμενο κατανάλωσης. Oι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν ότι η γνώμη του καταναλωτή-πελάτη είναι εκείνη που μετράει πάνω από όλα. Aνάλογα με το πού επιλέγει να πληρώσει, αντίστοιχα θα διαμορφωθεί και η θεατρική πιάτσα. Για ένα τέτοιο (περι)πλανόμενο κοινό, η ύψιστη στιγμή δικαίωσης είναι όταν φτάσει στο σημείο όρθιο να χειροκροτεί. Είναι τότε που συγχαίρει, μεταξύ των άλλων, και τον εαυτό του για τη σωστή τοποθέτηση των χρημάτων του και τη δικαίωση των πνευματικών του απαιτήσεων.  Τότε συγχαίρουν και οι παραγωγοί τον εαυτό τους για τις επιλογές τους.
Συμπέρασμα: Όταν ένα θέατρο μετρά πελάτες κι όχι θεατές δεν μπορεί να εισπράττει «αλήθειες» από την πλατεία. Γι’ αυτό το θέατρο του νέου αιώνα πιστεύω πως έχει άμεση ανάγκη από ένα θορυβώδες αλλά βαθύτατα θεατρόφιλο κοινό.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
31/08/2014