Το κιτς που μας ενώνει





Κάθε καλοκαίρι παρακολουθώ σχεδόν όλες τις αριστοφανικές κωμωδίες που περιοδεύουν. Μόλις μπει το φθινόπωρο τις έχω κιόλας ξεχάσει. Και δεν πιστεύω πως είναι θέμα ηλικιακό (τουλάχιστο για την ώρα), αλλά μάλλον ποιοτικό, αφού όλες μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους (στα χωρατά, στις υπερβολές, στα ξεσαλώματα, στα φτηνά σεξουαλικά υπονοούμενα, στην όψη και στην κινησιολογία) που φτάνεις στο σημείο να λες, είδα μία, τις είδα όλες, ή περίπου.

Με το πρόσχημα ότι ο Αριστοφάνης είναι λαϊκό θέαμα, σκηνοθέτες και κυρίως παραγωγοί, αφού αυτοί βάζουν τα χρήματα, του δίνουν και καταλαβαίνει. Σου λένε, «αφού θα πάμε στα βουνά και τα λαγκάδια, δεν κάνουμε και τα επικοινωνιακά μας κολπάκια για να μαζέψουμε τον κοσμάκη»; Και να τσούρμο οι γνωστές τηλεοπτικές (κυρίως) περσόνες, οι οποίες στρατολογούνται για να διεκπεραιώσουν τσάτρα πάτρα τη δουλειά. Πάνω από όλα το ταμείο. Τα περί ποιότητας και άλλων βαρύγδουπων δηλώσεων που διαβάζουμε στις συνεντεύξεις και τα Δελτία Τύπου είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια ανώδυνη μορφή απενοχοποίησης της εμπορικής σπέκουλας των ίδιων των συντελεστών. Στην πράξη εκείνο που μετρά είναι το δέλεαρ του κιτς. Ο πιο σύντομος δρόμος για την τράπεζα.
Περί κιτς
Η λέξη κιτς έχει γερμανική προέλευση (Verkitschen: φτηναίνω) και πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους εκτιμητές των έργων τέχνης το δεύτερο  μισό του 19ού αιώνα και αφορούσε τα μη αυθεντικά και κυρίως κακόγουστα έργα που άρχισαν να κατακλύζουν την αγορά.


Τότε, απαρχές ακόμη της εκβιομηχάνισης και της μαζικής κουλτούρας, οι διακινητές του πολιτισμού (και εννοείται του χρήματος) έκριναν ότι το «ωραίο» δεν πρέπει να είναι αποκλειστικό προνόμιο της εύπορης τάξης, αλλά και της οικονομικά ασθενέστερης. Έτσι, εκμεταλλευόμενοι τις αναπαραγωγικές δυνατότητες της νέας τεχνολογίας, την αγάπη του ανθρώπου για το καθημερινό, το εύχρηστο και δημοκρατικό, αλλά πιο πολύ υποκύπτοντας στη δική τους επιθυμία πλουτισμού, άρχισαν να παράγουν χιλιάδες αντίγραφα (πίνακες ζωγραφικής, αγαλματίδια κ.λπ), τα οποία πουλούσαν σε χαμηλές τιμές, ώστε να μπορούν και οι φτωχότεροι να έχουν στο σαλόνι τους κι έναν Ντα Βίντσι. Το οποίο, βεβαίως, ως ιδέα δεν είναι κακή. Γιατί όχι; Γίνεται κακή όταν ο τρόπος που χρησιμοποιείται και οι στόχοι είναι κακοί. Κι εξηγούμαι.
Κιτς-εξουσία
Το κιτς, όσο και να το απαξιώνουμε (κάτι που δυστυχώς κάνουμε μόνο θεωρητικά), είναι, με όρους διαχρονικούς, το απόλυτο ιδεολογικό και επικοινωνιακό εργαλείο κάθε μορφής εξουσίας. Εάν κάνετε μια σύντομη ιστορική αναδρομή θα δείτε ότι όλες οι κοινωνίες έζησαν (και ζουν) μέσα στο κιτς. Και τούτο γιατί βολεύει και τους από πάνω και τους από κάτω.


Το κιτς μπορεί να κυκλοφορεί ευρέως, όμως δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική δημοκρατία, κι ας νομιμοποιήθηκε ως παράγωγό της. Το κιτς δεν κάνει με κανέναν διάλογο. Έχει πάντα τον τρόπο του να επιβάλλεται. Από τη στιγμή που δεν σε προκαλεί να ξανασκεφτείς αυτό που είδες ή άκουσες (όπως κάνει ένας δύσκολος Μπέκετ ή ένας στριφνός Τζόις, λ.χ) ή δεν σε κάνει να νιώθεις βλάκας, δεν έχεις κανένα λόγο να του αντισταθείς. Άλλωστε αυτή είναι η κοινωνική αποστολή του: να βάλει με ύπουλο τρόπο τη ζωή σου σε μια συγκεκριμένη «τάξη» (τη δική του) μέσα από ευανάγνωστα σύμβολα, εύκολες ιδέες και συναισθήματα.
Δείγματα άπειρα, κυρίως από το χώρο της πολιτικής και της εξουσίας.  Μήπως είναι τυχαίο το ότι αποτελεί το πιο αγαπητό επικοινωνιακό μέσο όλων ανεξαιρέτως των ολοκληρωτικών καθεστώτων; Φυσικά όχι. Οι διαχειριστές του ξέρουν ότι η υψηλή αναγνωρισιμότητά του ενώνει (έστω και πρόσκαιρα) το λαό. Θυμηθείτε πώς οι Σοβιετικοί το χρησιμοποίησαν για να πουλήσουν την ιδέα της παγκόσμιας αδερφότητας. Πώς το χρησιμοποίησε ο Χίτλερ για να προβάλει την ανωτερότητα της αρίας φυλής. Πώς οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν τον κατασκευασμένο παράδεισο της  Ντίσνεϊλαντ  (ο ορισμός του κιτς) για να απαντήσουν στην επέλαση του κολασμένου κομμουνισμού.


Αριστοφανικό κιτς
Ο Κούντερα είχε πει κάποτε ότι η αδερφότητα των ανθρώπων στη γη είναι δυνατή μόνο στη βάση του κιτς, εννοώντας ότι το κιτς έχει τη δύναμη να ενώνει πλούσιους και φτωχούς, δεξιούς και αριστερούς. Και εκτιμώ πως από δω αρχίζει και το πάρτι των αριστοφανικών παραστάσεων.
Μπορεί όλοι οι εμπλεκόμενοι να λένε ότι καταφεύγουν στο κιτς για να καταπολεμήσουν τον εφησυχασμό του κόσμου, όμως στην ουσία καταλήγουν να κάνουν το διαμετρικά αντίθετο. Το υπηρετούν, ενισχύοντας έτσι την εμπορική του βιωσιμότητα και τη δική μας νιρβάνα. Με άλλα λόγια, δικαιώνουν όλους εκείνους που πιστεύουν ότι το κιτς το μόνο που ζητά από μας είναι τα λεφτά μας και όχι το μυαλό μας. Όπως μας σερβίρεται, μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας (αλλά και για τα λεφτά που ξοδέψαμε για να δούμε την παράσταση), κάνοντας έτσι και αυτόν που μας το πουλάει να νιώθει καλά με τις επιλογές του.
Πρόκειται για μια μορφή υπόγειας συνεργασίας, που χαρακτηρίζεται από τη λογική του δίνω-παίρνω. Αυτό εξηγεί γιατί η ίδια συνταγή επαναλαμβάνεται, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, κάθε καλοκαίρι. Όλοι, πωλητές-αγοραστές, είναι μέσα στην τρελή χαρά, μα πιο πολύ το ίδιο το Σύστημα, που βλέπει τους «υπηκόους» του να ενώνονται κάτω από τη σημαία πακεταρισμένων και πολλαπλώς δοκιμασμένων (και ακίνδυνων) κιτσάτων ερεθισμάτων, τα οποία, με άλλοθι μια ακατανόητη λαϊκότητα, διαμορφώνουν απόλυτα ψευδείς εικόνες γύρω από την πραγματικότητα, στέλνοντας τον κόσμο για ύπνο με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Χαλάλι τα είκοσι ευρώ.
Συμπέρασμα: με το κιτς ο ένας χαϊδεύει τον άλλο κι όλοι μαζί το Σύστημα χωρίς ενοχές.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
24/08/2014



Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου