Πέρσες χαμένοι στο «Δάσος»




Κάθε χρόνο τα ίδια. Διαφωνίες, γιούχα, προτάσεις, αντιπροτάσεις. Αφορμή οι παραστάσεις των κλασικών. Από τη μια οι οπαδοί της πεπατημένης και από την άλλη οι οπαδοί της ανανέωσης. Δεν θα σχολιάσω το ποιος έχει δίκιο ή αδικο, γιατί δεν έχει κανένα νόημα. Όλοι δικαιούνται να έχουν άποψη. Όμως, καλό είναι να θυμόμαστε ότι μιλάμε για καμιά σαρανταριά όλο κι όλο σωζόμενα έργα, τα οποία ανακυκλώνονται διαρκώς, δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Ο κορεσμός, λοιπόν, αναπόφευκτος και φυσιολογικός. Χωρίς χρόνο να σκεφτεί κάποιος, να στοχαστεί, να πειραματιστεί, μοιραία οδηγείται σε αναγνώσεις περίπου φασόν, που διεκπεραιώνονται μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Αν και ακραίο, θα ήταν πιστεύω ευεργετικό εάν υπήρχε τρόπος να «απαγορευτεί» για τρία τέσσερα χρόνια οποιαδήποτε παράσταση αρχαίου κειμένου, ώστε να βρουν τον χρόνο όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται να τα παιδέψουν και να παιδευτούν. Πιστεύω πως μόνο μέσα από εργαστηριακή δοκιμασία θα βγει κάτι ουσιαστικά καινούργιο. Αυτό δεν αποκλείει βέβαια όλους τους άλλους, απλώς όλοι οι άλλοι εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να πετύχουν μια ευπρεπή διαχείριση του υλικού τους. Όμως, αυτό δεν αρκεί πλέον. Οι καιροί έχουν αλλάξει πάρα πολύ, και μοιραία κάποιοι πρέπει να δουν και να μας πουν πώς η τραγωδία μας αφορά επί της ουσίας.



Οι ηττημένοι
Είδα στο «Δάσος» τους «Πέρσες» που σκηνοθέτησε για λογαριασμό του ΚΘΒΕ η Νικαίτη Κοντούρη, ικανή και ευαίσθητη σκηνοθέτιδα, με γνώσεις και παραγωγική φαντασία, που όμως εδώ, παρά το μόχθο και την αγωνία που κατέθεσε, τελικά δεν κατάφερε να μετατρέψει σε πειστικό θεάμα τον εσωτερικό παλμό του πρωιμότερου σωζόμενου έργου του Αισχύλου, όπου ο μεγάλος ποιητής καταθέτει την έγνοια του για την Ελλάδα και δίνει το πρώτο μάθημα συγγραφής της Ιστορίας και μάλιστα μιας ιστορίας ειπωμένης από το στρατόπεδο των ηττημένων. Κατά τη γνώμη μου μέρος αυτής της αποτυχίας οφείλεται στο ότι δεν ξεκαθάρισε από την αρχή προς τα πού ήθελε να πάει και με τι εργαλεία, με αποτέλεσμα σώματα, ύφη και υποκριτικές να παλινδρομούν μεταξύ ρεαλισμού, απωανατολίτικου στιλιζαρίσματος, βέκιας παράδοσης και εγχώριου φολκλόρ. 


Συντελεστές
Δεν αντιτίθεμαι στη σκηνική ετερογένεια, εφόσον όμως είναι άποψη (ας πούμε περί πολυπολιτισμικότητας ή κάτι άλλο) που υποστηρίζεται από όλα τα στοιχεία της παράστασης. Εδώ, δυστυχώς, δεν ήταν άποψη, αλλά μάλλον σύμπτωμα σύγχυσης. Για παράδειγμα, ο Αγγελιοφόρος του Γεωργακόπουλου ήταν σαν να μας ήρθε από τα βάθη του χρόνου. Στόμφος και γενικότερη συμπεριφορά που καμιά σχέση δεν είχε με την αλά Καμπούκι υποκριτική πανοπλία του Άρη Σακελλαρίου ( Άτοσσα), που, για να ‘μαι ειλικρινής, ομοίως δεν κατάλαβα, γιατί απλούστατα δεν υποστηρίχτηκε σκηνικά και σε σχέση με το σύνολο. Εάν η έμφυλη υπέρβαση είχε στόχο ν’ αναδειχτεί η βαθύτερη ουσία του ρόλου πέρα από το φύλο, ή ν’ αναδειχτεί η πολυσυνθετότητα της γυναικείας φύσης (μάνα, βασίλισσα κ.λπ), με την οποία καλείται να διαλεχθεί  (για πρώτη φορά στην ιστορία) ο Χορός, ως ιδέα μπορεί να ήταν καλή, όμως δεν περπάτησε. Πιο πολύ «περπάτησε» η αμηχανία διαχείρισης του άφυλου σώματος.
Τώρα, σε ό,τι αφορά τη σκηνή της επίκλησης του φάσματος  του Δαρείου, εάν δεχτούμε ότι στόχος ήταν να προκαλέσει αισθήματα  φόβου, δέους και θαυμασμού, η άχρωμη ερμηνεία του Φέρτη τη λοβοτόμησε, μετατρέποντάς την σε φάντασμα χωρίς… ψυχή.  Όσο για τον ταλαντούχο Γ. Κολοβό (Ξέρξης), μόχθησε πολύ, γιατί το ήθελε πολύ. Μόνο που κλήθηκε να υπερασπιστεί ένα γυμνό σώμα το οποίο δεν έπρεπε να είναι εκεί. Ήταν από μόνο του μια άλλη εικόνα. Είναι προφανές πως η σκηνοθεσία ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσει τη γύμνια του βασιλιά. Μόνο που έτσι στρέβλωσε τη μεταφορική αναφορά του ποιητή στο γυμνό σώμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ως προεξάρχων του χορού στο σημείο αυτό, ο Ξέρξης επεξέτεινε τη γύμνια και σ’ αυτόν, κάνοντας τα πράγματα ακόμη πιο ασταθή.


Χορός
Γνωρίζω τη δουλειά του Γεράρδου. Και είναι κατά κανόνα προσεγμένη και εύστοχη. Εδώ αισθάνθηκα πως τα παράτησε, με αποτέλεσμα να λάμψουν αρνητικά οι ηλικιακές και υποκριτικές αποστάσεις που χώριζαν τα μέλη του χορού. Ο Χορός έχει ρόλο πρωταγωνιστικό. Είναι ένα παγιδευμένο, πληγωμένο θηρίο. Τα μηδικά παθήματα που εξιστορεί (στην παράσταση τα λέει δεν τα τραγουδά) είναι για όλους τους άλλους και μαθήματα. Στη διαχείριση του λόγου και του σώματος βγαίνει και το πνεύμα της διάλυσης που κυριαρχεί στον περσικό στρατό αλλά και στο ίδιο το κράτος. Άλλωστε η απάντηση στο οργανωμένο ελληνικό «Ίτε παίδες Ελλήνων», οι Πέρσες αντιπαραθέτουν συγκεχυμένους θορύβους, που υπογραμμίζουν την πολιτική δυναμική ανάμεσα στο λόγο και την αφασία.
 Κι εδώ η χορογραφία έπρεπε να βγάλει την εικόνα αυτή, ώστε να νιώσουμε μέσα από την κίνηση, το δίκτυο των επιφωνήσεων (ιαί, ιώ, εέ,) και τις αντιδράσεις των πασχόντων σωμάτων την κατάρρευση ενός κράτους που έχασε το λόγο του, την κεφαλή του και παραμένει μόνο και απροστάτευτο  το τραυματισμένο του σώμα.
Όσο για την ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσθήκη στον Χορό των «Νυφών του πένθους» που υπομένουν τα αρσενικά καμώματα, η διακριτική παραμονή τους στη σκιά του πόνου τις έβγαλε  εκτός δρωμένων.
Τα σκηνικά (Πάτσας), οι φωτισμοί (Παυλόπουλος)  και τα κοστούμια (Μετζικώφ) καλό σχόλιο, όμως όχι αρκετό για  να δέσει η παράσταση ως όλον. Η μετάφραση του Μουλλά ανθεκτική.
Συμπέρασμα. Μια παράσταση με ειλικρινείς προθέσεις αναζήτησης των μεγεθών και των συμπτωμάτων της ήττας του «άλλου», που δυστυχώς χάθηκε σε αδιέξοδες  και παράταιρες ατραπούς.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

3/07/2014