Η δυναμική ενός φεστιβάλ: θεατρικά σχήματα από όλο τον κόσμο στο Σιμπιού, στη Ρουμανία




Η ρουμανική πόλη Σιμπιού, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2007, με τους λιθόστρωτους δρόμους της, τα κεραμοσκεπή σπίτια της, τα μεσαιωνικά κάστρα της και τις δεκαπέντε εκκλησίες της, βρίσκεται στην καρδιά της Τρανσυλαβανίας. Έχει πληθυσμό 160.000 και επί 19 συναπτά έτη είναι η οικοδέσποινα του γνωστού ανά τον κόσμο καλλιτεχνικού φεστιβάλ, που γίνεται τέλη Μαϊου και αρχές Ιουνίου.
Ενός φεστιβάλ που καθιερώθηκε για ένα και μοναδικό σκοπό: να βάλει την πόλη στον πολιτιστικό χάρτη της Ευρώπης. Και κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τα κατάφερε.
Εμείς πού ήμασταν;
Περιττό να σας πω ότι και απ’ αυτό το καλλιτεχνικό γεγονός εμείς ήμασταν απόντες, ως συνήθως. Δεν ξέρω τι νομίζει ο περισσότερος κόσμος που βλέπει ή ασχολείται με το θέατρό μας, αλλά εντελώς ενημερωτικά να πω ότι εκτός συνόρων ελάχιστοι μας γνωρίζουν. Κι όσοι μας γνωρίζουν είναι ελέω των αρχαίων. Ταξιδεύω αρκετά συχνά και πολύ σπάνια με ρώτησε κάποιος πώς πάει το θέατρό μας. Κι ακόμη πιο σπάνια συνάντησα κάποιον να γνωρίζει σύγχρονους θεατρανθρώπους μας. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι, αν και δεν μας γνωρίζουν, δεν δείχνουν ότι ενδιαφέρονται να μάθουν τι κάνουμε. Δε λέω ότι δεν κάνουμε πράγματα. Φυσικά κάνουμε. Και κάποια από αυτά είναι καλά. Θα μπορούσαν να ταξιδέψουν. Όμως, με τη νοοτροπία που μας χαρακτηρίζει, τον ξερολισμό και την αυτάρεσκη εσωστρέφειά μας, φοβάμαι πως θα συνεχίσουμε να βράζουμε στο ζουμί της διεθνούς ανυπαρξίας μας.
Κάποιοι επικαλούνται ως άλλοθι αυτής της ανυπαρξίας τα οικονομικά μας χάλια. Δεν με πείθουν. Στη Ρουμανία, λ.χ., οι άνθρωποι έχουν βασικό μισθό 200 ευρώ. Σίγουρα δυσκολεύονται πάρα πολύ. Παρ’ ολα αυτά δεν το βάζουν κάτω. Στο θέατρο τους βρίσκεις παντού, σε επιτροπές, ανταλλαγές, συμπαραγωγές. Όσο για τους Πολωνούς, ούτε αυτοί είναι πλούσιοι. Όμως, πίστεψαν στη δύναμη του πολιτισμού και τώρα δικαιώνονται. Όλη η Ευρώπη τους έχει ως παράδειγμα. Μικρό δείγμα, το φετινό φεστιβάλ του Σιμπιού, όπου ήρθαν με τέσσερις παραγωγές, για τις οποίες μάλιστα έφεραν ειδικά διαμορφωμένο πρόγραμμα σε δύο γλώσσες (αγγλικά και ρουμανικά), που διέθεταν στην είσοδο όλων των θεάτρων. Διαφημιστικό υλικό  είχαν, επίσης, και άλλα φεστιβάλ, όπως του Εδιμβούργου, του Ελσίνκι κ.λπ.
Συνεπώς, τα λεφτά μπορεί να παίζουν ρόλο, όμως και χωρίς αυτά μπορούν να γίνουν πράγματα. Όταν, δηλαδή, νομίζαμε ότι ήμασταν πλούσιοι, τι κάναμε αλήθεια; Τίποτα, βεβαίως. Δίδαγμα: δεν αρκούν ούτε τα παχιά λόγια ούτε οι ψευτομαγκιές ούτε οι ναρκισσισμοί. Αν κοιτούσαμε λίγο παραέξω θα βλέπαμε πώς κινείται ο κόσμος. Θα καταλαβαίναμε  ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης. Και είναι καιρός, ακόμη και σ’ αυτή την οριακή κατάσταση που βρισκομαστε, να δείξουμε μεγαλύτερη εξωστρέφεια και τόλμη. Οι άνθρωποι του θεάτρου μας οφείλουν να δραστηριοποιηθούν, να ταξιδέψουν, να πάρουν πρωτοβουλίες, να πιστέψουν στις δικές τους δυνάμεις.
Οι παραστάσεις
Τώρα, σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα του φεστιβάλ του Σιμπιού, κατάφερα σε εφτά μέρες να δω 18 παραστάσεις. Στην κορυφή τοποθετώ δύο, εκείνες που υπογράφει ο σημαντικότερος εν ζωή Ρουμάνος σκηνοθέτης, ο Σύλβιου Πουρκαρέτε. Η πρώτη είναι ο «Φάουστ», για τον οποίο να πω σκέτα νέτα: δεν έχω δει πιο εντυπωσιακό θεατρικό θέαμα. Δεν μπορώ να υπολογίσω τι κόστισε όλο αυτό το εικονολάγνο εγχείρημα, που παρουσιάστηκε σε μια τεράστια αποθήκη (μεγέθους ποδοσφαιρικού γηπέδου), με live μπάντα, τηλεοράσεις, γερανούς, άπειρα σκηνικά και κοστούμια, ειδικά εφέ και περισσότερους από εκατό ηθοποιούς διαρκώς εν δράσει. Μαθαίνω πως οι Κινέζοι θα τολμήσουν να πάνε την παράσταση στη Σαγκάη, με τη συμφωνία να χρησιμοποιηθούν ντόπιοι ηθοποιοί για να περιοριστούν κάπως τα έξοδα.
Μου άρεσε, επίσης, πάρα πολύ η παράσταση «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», η τελευταία παραγωγή του Πουρκαρέτε (θα κάνει επίσημη πρεμιέρα φέτος στο Εδιμβούργο). Ένα γοτθικής αισθητικής παραλήρημα που συστήνω ανεπιφύλακτα είτε για το Φεστιβάλ Αθηνών είτε για τα «Δημήτρια». Αξίζει να γνωρίσει ο Έλληνας θεατρόφιλος τη δουλειά αυτού του σπουδαίου σκηνοθέτη, με την αχαλίνωτη φαντασία.
Είδα ακόμη τον πολυσυζητημένο και πολυταξιδεμένο «Βασιλιά Ληρ» από την Ταιβάν, που ναι μεν μου κράτησε το ενδιαφέρον, όμως τελικά πιο πολύ θαύμασα  τις υποκριτικές ικανοτήτες (σίγουρα εντυπωσιακές) του Γουό Σινγκ Κούο (που έπαιξε όλους τους βασικούς ρόλους) παρά την ανάγνωση του έργου. Αν και καλοδουλεμένη, βρήκα άνευρη την τρίωρη παράσταση των Πολωνών με του «Αδελφούς Καραμαζόφ» (Προβισόριουμ Θήατερ). Αποχώρησα στο διάλειμμα από την παράσταση του «XXL—Fat Pig» του Αμερικανού συγγραφέα Νίλ Λαμπιούτ, όπως και από την ρουμανική κωμωδία «Absolut» (κυρίως γιατί δεν είχε υπέρτιτλους). Ξυνόμουνα να κάνω το ίδιο και  στο «Τραμ Ποπέσκου», αλλά δεν μπορούσα, γιατί η παράσταση ήταν όντως σε ένα τραμ, οπότε έπρεπε να πηδήξω. Επικίνδυνο. Κάποια στιγμή το τραμ εκτροχιάστηκε (sic) στο μέσον του πουθενά, κι ενώ έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα, οπότε, ήθελα δεν ήθελα, κάθισα μέχρι το τέλος. Βρήκα ερευνητικά ψαγμένη και πολιτικά ευαίσθητη την παράσταση του μεξικανικού σχήματος La Gartijas Tiradas al Sol, «Valvataile Inimii», με θέμα τη δολοφονία μιας νεαρής Μεξικάνας. Όσο για το «Νησί» (εμπνευσμένο από τον Ροβινσώνα Κρούσο), από το ρουμάνικο Εθνικό Θέατρο «Radu Stanca, με αρκετές αδυναμίες και αφέλειες, αλλά και με κάποιες πολύ καλές αλλά ανολοκλήρωτες ιδέες.
Συμπέρασμα: ένα συμμαζεμένο (χωρικά και χρονικά) φεστιβάλ, το οποίο στηρίζει όλη η πόλη, γιατί πιστεύει σ’ αυτό. Και πολύ σωστά κάνει.

16/6/2012