(Εμ)παίζοντας την αναμονή: Στο Μελίνα Μερκούρη το «Θέατρο Τέχνης»




Εκείνο που μ’ αρέσει στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», είναι η απροσδιοριστία του, η απατηλή στασιμότητά του και, κυρίως, η λιτότητά του, εκείνη η λιτότητα που δεν θέλει τίποτα παραπάνω από έναν επαρχιακό δρόμο (αγαπημένη εικόνα στον Μπέκετ), ένα δέντρο και ένα περιπλανόμενο φεγγάρι που εμφανίζεται στο γύρισμα της ημέρας, για να σε ταξιδέψει στα πέρατα της γης, σε κόσμους επιφανειακά οικείους αλλά κατά βάση άγνωστους.

Η εξουσία της αναμονής
Για τον Μπέκετ ισχύει το σλόγκαν «τα λιγότερα σημαίνουν περισσότερο» (Less is more) ή, αν προτιμάτε, η λατινική ρήση ubi nihil valis, ibi nihil velis, δηλαδή «εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα, δεν πρέπει να επιθυμείς τίποτα».  Και αυτό ακριβώς είναι που συνήθως αγνοούν ή παρακάμπτουν οι σκηνοθέτες των έργων του. Μπροστά στο δέος της λιτότητάς τους υποκύπτουν στον πειρασμό να τη γεμίσουν με πράγματα που θεωρούν (ή φαντάζονται) ότι έχουν ανάγκη, προκαλώντας έτσι την οργή του συγγραφέα. Στον «Γκοντό», για παράδειγμα, μας λέει ξεκάθαρα τι θέλει. Ένα σκοινί, ένα πανέρι, ένα καρότο, ένα ζευγάρι δυσκολοφόρετες αρβύλες, καπέλα, γογγύλια, ένα πτυσσόμενο σκαμνί, κόκκαλα κοτόπουλου, ένα παλτό, ένα μαστίγιο και ένα ραπάνι. Αντικείμενα τα οποία εμφανίζονται ξαφνικά και μετά εξαφανίζονται εξίσου ξαφνικά, χωρίς να αφήσουν πίσω τους ίχνη. Kαι το ενδιαφέρον είναι ότι, αν και δεν μας δίνεται καμιά εξήγηση γι’ αυτήν την εξαφάνιση, δεν τ’ αναζητούμε, αλλά ούτε και μας δημιουργούν πρόβλημα κατανόησης, γιατί απλούστατα δεν αγκυροβολούν τα σημαινόμενά τους κάπου συγκεκριμένα. Κι αυτή ακριβώς η αιώρηση επιτρέπει στο έργο να ταξιδεύει σε άλλους τόπους, χωρίς να επιδεικνύει κάποιο διαβατήριο Ό,τι βλέπουμε στο σανίδι, και όσο το βλέπουμε, αυτό είναι: δηλαδή, σκουπίδια ή απομεινάρια ενός κόσμου που μπορεί κάποιος να συναντήσει οπουδήποτε και, προφανώς, να ερμηνεύσει ή να εξαφανίσει κατά βούληση. Όπως οι ήρωες του έργου (πλην Λάκι) στερούνται μνήμης και ιστορικής συνείδησης, έτσι και εμείς, ως θεατές, αισθανόμαστε πως δεν χρειάζεται να επιστρατεύσουμε το δικό μας οπλοστάσιο της μνήμης για να επικοινωνήσουμε, κάτι που δεν συμβαίνει με πολλά σύγχρονα έργα, τα οποία πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε έξω από το χωροχρονικό και αναφορικό τους πλαίσιο
Όπως οι δυο λακέδες παίζουν και ενίοτε αλληλοϋπονομεύονται αλλά ποτέ δεν σταματούν να παίζουν, το ίδιο κάνει και ο Μπέκετ μαζί μας: καθώς μας οδηγεί κάπου (ποτέ δεν το διευκρινίζει), μας βάζει και μερικές τρικλοποδιές, όχι όμως σε σημείο να ματώσουμε και να φύγουμε, δηλαδή να βγούμε από τη γενικότερη εικόνα που έχει δημιουργήσει στον σχεδιασμό της οποίας ανήκουμε εξαρχής· μια εικόνα που διαρκώς μετακινείται, όμως κατά βάση παραμένει βασανιστικά ακίνητη και γεωμετρικά ρυθμισμένη, ώστε τη μια στιγμή να βαραίνει προς τη μεριά της βεβαιότητας ως προς το τι δεν είναι αληθινό, και την άλλη προς τη μεριά της αβεβαιότητας ως προς το τι είναι αληθινό: η απόλυτα μεταμοντέρνα ταλάντευση ενός μοντερνιστή, με τη συνοδεία αιωρούμενων σωμάτων και λόγων.    
Eν αναμονή, λοιπόν, αυτής της πέραν των γνώριμων ορίων κουλτούρας πέφτει και η αυλαία στον Γκοντό μέχρι την επόμενη παράσταση σε κάποια σκηνή του πλανήτη Γη. Oύτως ή άλλως, ο δρόμος όπου παίζεται το δράμα των μπεκετικών ηρώων δεν πρόκειται να κλείσει είτε από τρακτέρ είτε από χιονοπτώσεις, όπως και το φεγγάρι δεν πρόκειται να σταματήσει τις βόλτες του μόλις δύσει ο ήλιος.  Όσο για μας τους θεατές, θα συνεχίσουμε να ροκανίζουμε το καρότο της ζωής, το οποίο, όπως λέει και ο Εστραγκόν, «όσο το τρως, τόσο χειρότερο γίνεται»
Οι συντελεστές της παράστασης
Στην παράσταση που ανέβασε το Θέατρο Τέχνης στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς, ο Κωστής Καπελώνης κινήθηκε λιτά και ουσιαστικά. Μπορεί να μην είχε κάτι καινούριο να μας προτείνει, μπορεί να μην μας ξάφνιασε με τα ευρήματά του (τα είδαμε και αλλού και άλλοτε), ήταν όμως ξεκάθαρος ως προς το πού ήθελε να μας πάει. Και το σύνολο της παράστασης τον δικαίωσε. Η κλοουνερί ατμόσφαιρα που σκαρφίστηκε ως λύση στο παράλογο σύμπαν της αναμονής, ήρθε κι έδεσε με το κέφι και τους καλούς γκροτέσκους τόνους των τεσσάρων ηθοποιών της διανομής. Για τον καθένα ξεχωριστά, αρχίζοντας με την ευχάριστη έκπληξη της παράστασης, τη Λουκία Πιστιόλα. Θεωρώ πως ήταν ό,τι καλύτερο έχει παίξει μέχρι τώρα. Ρεσιτάλ ερμηνείας, χωρίς υπερβολές, εκβιασμένες μουτσούνες και καινοφανείς πόζες. Βρήκε τον Πότζο της και τον περιποιήθηκε καταλλήλως. Της ανήκουν τα περισσότερα εύσημα.  Η Κάτια Γέρου, με υλικά σπουδαίας ρολίστα, έβγαλε από τον λακέ της το χιούμορ, ραντισμένο με πίκρα και απελπισία δεσμώτη. Η Δήμητρα Χατούπη αισθάνομαι πως ενίοτε πίεζε την ερμηνεία της πέρα από τα όρια του ρόλου, προκαλώντας με το ευδιάκριτο πάθος της ρήγματα στη γενικά εύστοχη και χυμώδη διαχείρισή του. Η Μυρτώ Αλικάκη, μολονότι άνετη στο κουστούμι του Λάκι, οδηγήθηκε νομίζω σε μια μάλλον προβλέψιμη απόδοση ενός φιλοσοφικού και αισθητικού μονολόγου που ήθελε άλλους ρυθμούς, με πιο καταιγιστικές ταχύτητες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο μονόλογος αυτός ανατρέπει τα πάντα. Είναι ένα χειμαρρώδες πέρασμα από τον μοντερνισμό των λακέδων και του Πότζο στον επερχόμενο (άγνωστο και φοβιστικό) μεταμοντερνισμό.  Όπως δόθηκε μπήκε σε ένα κάδρο σχεδόν ρεαλιστικό (με κόμματα και τελείες) που μάλλον συρρίκνωσε τις υποβόσκουσες και ανεξέλεγκτες απειλές του, εκείνες ακριβώς που αναστατώνουν τους άλλους τρεις.
Συμπέρασμα: μια παράσταση δουλεμένη, καθαρή, με τέσσερις ηθοποιούς που έπεισαν πειθαρχώντας στις απαιτήσεις ενός γρίφου που δεν λύνεται ούτε οριζοντίως ούτε καθέτως.

10/06/2012