Η οδύσσεια του νεοελληνικού έργου




Την περασμένη βδομάδα σχολίαζα τα προβλήματα του νεοελληνικού έργου, με αφορμή την παράσταση «Σε μια κόλλα χαρτί» του Στάθη Μαυρόπουλου. Τώρα, με αφορμή ένα άλλο ελληνικό έργο, «Το όνειρο του Χάιμε» (ΚΘΒΕ, Μικρή Σκηνή, Μονή Λαζαριστών) του πρωτοεμφανιζόμενου Πάνου Μπρατάκου, επανέρχομαι.
Μόνιμα προβλήματα
Τι μας έδειξε αυτό το έργο; Ό,τι και τ’ άλλα που παίζονται ανά το πανελλήνιο. Αδυναμία συγκροτημένης ανάπτυξης μιας ιδέας, αδυναμία καλού (και πρωτότυπου) χειρισμού των κατασκευαστικών υλικών, αδυναμία εντοπισμού και συνακόλουθου διαχωρισμού του σημαντικού από το ασήμαντο, αδυναμία εμβάθυνσης και εξέλιξης των συγκρούσεων. Ασφαλώς αναγνωρίζω στον Μπρατάκο την έλλειψη εμπειρίας. Όπως του αναγνωρίζω ότι διαθέτει μια θεατρική αίσθηση των πραγμάτων που κάποια στιγμή θα τον βοηθήσει.  Για την ώρα, βρίσκεται σε ένα πολύ πρώτο στάδιο. Κι αυτό φάνηκε από τον τρόπο που εκμεταλλεύτηκε το θέμα του. Έμπλεξε τα μπούτια του. Δεν ήξερε πού να το πάει. Η «σύγκρουση» φαντασίας και πραγματικότητας είναι ένα δύσκολο γύμνασμα που απαιτεί, πρωτίστως, βαθιά κατανόηση του κόσμου γύρω μας. Είναι μια δοκιμασία χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Συνεπώς ο κίνδυνος γκρεμοτσακίσματος είναι κάτι παραπάνω από ορατός. 
Ταξίδι χωρίς Ιθάκη
Ο συγγραφέας μπορεί να επικαλείται προσωπικά βιώματα, όμως ο τρόπος που τα έκανε θέατρο, κάθε άλλο παρά μας έπεισε ότι μπορούσε να τα βάλει όλα σε μια καλά στοχευμένη δραματική τροχιά. Η διαδρομή του Λαρ προς τον κόσμο, τη γυναίκα, την ενηλικίωση, δεν είχε ούτε καθαρότητα ούτε στέρεους άξονες. Ανεμομαζώματα. Εντελώς αχρείαστη όσο και κοινότοπη βρήκα την αναφορά σε κλασικά πρότυπα,  όπως ο ΄Αμλετ και ο Οιδίποδας. Όταν ανοίγεις ένα διάλογο με τα μεγάλα κείμενα, πρέπει να μπορείς και να τον κουμαντάρεις, γιατί αυτόματα πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις και οι συγκρίσεις. Άστοχη, λοιπόν, η κλασικίζουσα αύρα. Ούτε το χιούμορ ούτε η καλή διάθεση μπορούσαν να τη σώσουν.
Οι επεμβάσεις του σκηνοθέτη
Και περνάω στο διά ταύτα και το λέω ωμά: το έργο απέφυγε την πανωλεθρία, για ένα και μοναδικό λόγο: έπεσε στα χέρια ενός σκηνοθέτη που, όταν έχει κέφια, βρίσκει τρόπους να δώσει ζωή εκεί που δεν υπάρχει. Και έδωσε ζωή, φτιάχνοντας ένα σκηνικό κόσμο αποκλειστικά δικής του κοπής. Βέβαια, το πρόβλημα με τον Γιάννη Ρήγα είναι ότι, όταν θέλει να γεμίσει κενά ή να ισιώσει στραβές, τίποτα δεν του φαντάζει περιττό. Κι εδώ το πεδίο ήταν αρκετά πρόσφορο. Το ταξίδι του παιδιού στον κόσμο της φαντασίας, τα video games, η δυνατότητα που προσφέρει ένας εικονότοπος με τις ατελείωτες μεταμορφωτικές δυνατότητές του, ήταν βούτυρο στο ψωμί του.  Έτσι, παρόλο που γνώριζε ότι ξέφευγε, συνέχιζε να φορτώνει κάθε εικόνα με άπειρα εικαστικά και άλλα ευρήματα, σε σημείο να θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργικότητα του όλου εγχειρήματος. Πάντως, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε πως το πάλεψε, και η πάλη αυτή, τις περισσότερες φορές, βοήθησε να βγει η παράσταση. Δίπλα του,  συμπαραστάτες, μια ομάδα επτά νέων ηθοποιών οι οποίοι, ενταγμένοι στο πνεύμα της σκηνοθεσίας, επίσης το πάλεψαν.
Η πάλη των ηθοποιών
 Δεν λέω ότι μπορούσαν να καταπλήξουν. Δεν υπήρχαν τα περιθώρια. Πού να πατήσουν; Και ως εκεί που πήγαν την παράσταση, ο συγγραφέας τους οφείλει χάριτες. Ούτε υπερβολικοί αλλά ούτε και υποτονικοί, κρατήθηκαν κάπου στη μέση, κάποιοι με λίγο παραπάνω τσαμπουκά και δόσιμο (ξεχώρισα τον Σιώνα), κάποιοι με μπόλικο φιλότιμο (στέκομαι στους Γ. Τσιακμάκη, Κ. Χατζησάββα) και κάποιοι με μια πιο διεκπεραιωτική διάθεση (Διακοσάββας). Κορυφαίος της παράστασης ο Γ. Καραούλης. Έπαιξε με τη δέουσα εξωστρέφεια και δικαιώθηκε. Συγκρατημένες και κάπως νευρικές στην αρχή αλλά πιο χαλαρές και επικοινωνιακές στη συνέχεια, οι δύο γυναίκες της ανδροπαρέας, οι Β. Ταμπαροπούλου και Π. Μυλωνά.
Εύστοχη η μουσική του Χριστιανάκη και απόλυτα ταιριαστή με την εικονική πραγματικότητα του έργου οι φωτισμοί του Καραντινάκη.  Τα σκηνικά της Πένυς Ντάνη πλούσια, σαν σε πίνακα σουρεαλιστικό. Στο πνεύμα της παράστασης τα κοστούμια του Μπρούφα.
Συμπέρασμα: Μια παράσταση που, μολονότι δεν θεωρώ σπουδαία, θα τη συνιστούσα μόνο και μόνο για να δει κάποιος πώς  το φιλότιμο των ηθοποιών και, κυρίως, η φαντασία του σκηνοθέτη μπορούν να αποτρέψουν ένα απόλυτο ναυάγιο.
Περί τατουάζ υποκριτών
Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μόδα, και ομολογώ πως μ’ αρέσει κιόλας, όμως δεν είναι κόκα κόλα να πηγαίνει με όλα, κατά πως λέει και η διαφήμιση. Είναι στιγμές που βλέπω να παρεμβαίνει διαλυτικά ανάμεσα σε μένα, ως θεατή, και τον χαρακτήρα που παρακολουθώ. Και αναφέρομαι στα σώματα των ηθοποιών εκείνων που είναι γεμάτα τατουάζ. Έχει παραγίνει το κακό. Και δεν θέμα ηθικής τάξης. Σε δημοκρατία ζούμε και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει επάνω στο σώμα του. Όμως, εδώ μπαίνει  θέμα σημειωτικής τάξης. Όπως τα ρούχα που φοράμε, το κούρεμα που κάνουμε, έτσι και ένα τατουάζ: μας ορίζει και συνάμα μας περιορίζει. Το τατουαζ εκπέμπει νοήματα και περιχαρακώνει σωματικές επιφάνειες. Πολλές φορές οι ρόλοι που καλείται να υποδυθεί ένας ηθοποιός συγκρούονται με τα τατουάζ που κουβαλάει το σώμα του. Πώς να το κάνουμε, δεν μπορεί μια ηθοποιός να παίζει την παρθένα κόρη της βικτωριανής εποχής και να είναι φορτωμένη από πάνω ίσαμε κάτω με τατουάζ του διαβόλου ή με ερωτικές αναπαραστάσεις ή κάτι άλλο. Σίγουρα το τατουάζ δεν παρεμβαίνει καθόλου σε μια περφόρμανς, όπου κυριαρχεί η παροντικότητα και η υλικότητα του σώματος. Αυτό, όμως, είναι ένα μικρό κομμάτι του θεατρικού γίγνεσθαι. Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι ακόμη ρεαλιστικών προδιαγραφών και εκεί υπάρχει πρόβλημα. Αυτό, ως γενική παρατήρηση από  την πλατεία.

Αγγελιοφόρος της Κυριακής
6/2/2011