Ο τρόμος του κενού και του χρόνου




Χώροι χωρίς θεατρική ιστορία
Βρίσκω πολύ ενδιαφέροντες τους χώρους που είναι αμαρκάριστοι θεατρικά, γιατί ακριβώς γεννούν την περιέργεια να δεις πώς «τιθασσεύονται» και πώς επικοινωνούν άλλες σημασίες. Συνήθως τέτοιους χώρους τους επισκέπτονται πρώτα οι νέοι. Και ο λόγος είναι απλός. Θέλει κάποια δόση τρέλας, ίσως και άγνοια των κινδύνων, για να μπεις στο πουθενά και να ρισκάρεις να φας τα μούτρα σου.
Και πραγματικά χαίρομαι που βλέπω να αυξάνεται (έστω κι αυτό το λίγο) ο αριθμός των νέων εκείνων που δεν το βάζουν στα πόδια για την Αθήνα και κάθονται εδώ και το παλεύουν. Η παρουσία τους βοηθά να μεγαλώσει επιτέλους η θεατρική τοπογραφία της πόλης. Θα μου πείτε και τι έγινε; Ίσως όχι ακόμη, εάν εννοούμε κάτι το πολύ σημαντικό ή το πολύ ιδιαίτερο. Οι περισσότερες προσπάθειες κουβαλούν τον ενθουσιασμό της ηλικίας, την αισιοδοξία, λίγη αναίδεια (και γιατί όχι), λίγο θράσος (και πάλι γιατί όχι) και μπόλικο θάρρος (βεβαίως), αναγκαία πρώτη ύλη για να ριχτεί κάποιος στη μάχη, και ό,τι ήθελε προκύψει. Έτσι γίνεται πάντα. Το θέατρο είναι σαν μια απέραντη θάλασσα (α)πιθανοτήτων. Κάποιοι θα τα καταφέρουν. Οι περισσότεροι θα χαθούν. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, εάν δεν ήταν αυτές οι δοκιμές (κομψές και άκομψες), δεν θα υπήρχε ούτε πρωτοπορία, ούτε πειραματισμός και, εντέλει, ίσως ούτε και θέατρο. Προσέξτε, λοιπόν, αυτούς τους νέους, για να τους έχουμε (κάποιους απ’ αυτούς) και αύριο μαζί μας.
Η μεταφορική των καρεκλών
Οι «Καρέκλες» του Ιονέσκο, από την ομάδα «Μεταφορική Θεάτρου» (εύστοχη ονομασία), είχε πρωτοπαρουσιαστεί ως ενιαία διπλωματική στη σκηνοθεσία και τη σκηνογραφία του Τμήματος Θεάτρου τον Ιούνιο του 2010 και έκτοτε  δοκιμάζει την τύχη της στην αγορά της πόλης (στην οδό Ερμού), σ’ ένα χώρο που πιο πολύ παραπέμπει σε σάλα χορού παρά θεάτρου, όμως, κατά την εκτίμησή μου, απόλυτα ταιριαστού με την αισθητική του όλου εγχειρήματος. Και λέω «ταιριαστός», γιατί πρόκειται για μια ιδιαίτερη ανάγνωση που προσανατολίζει τον θεατή μακριά από τις οικείες σχέσεις χαρακτήρα, πλοκής και μίμησης (τα γνώριμα αριστοτελικά συστατικά αναγνώρισης) και πιο κοντά στην οντολογία της κατασκευής και τη δυναμική της περφόρμανς. Με άλλα λόγια, επιβάλλει μια σκόπιμα «ψυχρή» (cool) σχέση με τον θεατή, τον οποίο βάζει μπροστά σ’ ένα θέαμα live, που πιο πολύ επιδεικνύει την παροντικότητά του (εδώ και τώρα), παρά τις σχέσεις του με το «εκεί και τότε» της ιστορίας.
Σώματα και λέξεις στο βωμό της περφόρμανς
Όσοι έχουν διαβάσει το πρωτότυπο έργο θα θυμούνται ότι πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Εδώ, στη θέση τους συναντούμε δύο παιδιά, που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους και τη μεταμορφώνουν σ’ ένα παιχνίδι εν χώρω, αλλά πρωτίστως εν κρανίω. Ένα παιχνίδι που απλώνεται με δόσεις μπροστά μας και μετά εξαφανίζεται, δίχως ν’ αφήσει πίσω του ίχνη. Μια σεκάνς από παραστάσιμες δράσεις και αντιδράσεις, που στροβιλίζονται με μανία γύρω από την εικόνα της μοναξιάς, του μεταφυσικού κενού, της μη επικοινωνίας, του νεκρού Θεού, του νεκρού χρόνου, του νεκρού ερωτισμού, όλα γνώριμα συστατικά της δραματουργίας μετά την Ατομική βόμβα — εκείνης  της δραματουργίας που κάποιοι βεβιασμένα, σχεδόν επιπόλαια, ονόμασαν «παράλογη», ενώ στην ουσία είναι τόσο λογική, που στο τέλος «σκάει» από την υπερβολική λογική, για να μας αποκαλύψει το παράλογο που κρύβει η ύπαρξη.
Δυο πλάσματα, λοιπόν, αφήνονται στο ένστικτο, στην παρόρμηση και στη φαντασία, μπας και βρουν τη χαμένη ευατότητά τους, το βασιλιά εαυτό που κρύβουν μέσα τους. Ό,τι βλέπουμε είναι ακριβώς οι (περι)πλανώμενοι ακροβατισμοί τους στα όρια λέξεων που ξεφεύγουν διαρκώς από τις προχαραγμένες ράγες τους και πάνε αλλού, εκεί όπου υπάρχει μόνο η υλικότητά τους, μαζί με την υλικότητα των σωμάτων τα οποία τις φιλοξενούν. Όλα στο βωμό της παροντικότητας της περφόρμανς. Γιατί μόνο μια περφόρμανς μπορεί να γεμίσει το κενό της ύπαρξής τους και να δικαιολογήσει την παρουσία τους μπροστά μας, live.

Σκηνοθεσία και ερμηνείες
Αυτά τουλάχιστον κατάλαβα ότι είχε κατά νου η σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Θεολόγου. Κάποια τα υλοποίησε. Κάποια τα μισοάρθρωσε. Κάποια τις διέφυγαν τελείως. Πάντως ό,τι είδαμε πρόδιδε δουλειά και μεράκι.  Φάνηκε ότι ίδρωσε και πάνω στο κείμενο και με τους ηθοποιούς της. Η βασική μου ένσταση είναι ότι από ένα σημείο και ύστερα τα δρώμενα δεν είχαν πού να πάνε και άρχισαν να στροβιλίζονται γύρω από τον εαυτό τους, όχι από άποψη (θα μπορούσε να είναι κι αυτό), αλλά μάλλον από αμηχανία. Επίσης, στις παρατηρήσεις ν’ αναφέρω τις στιγμές εκείνες όπου ο λόγος  υπερκαλυπτόταν από τη μουσική, χωρίς λόγο. Στέκομαι ακόμη σε κάποια αιφνίδια σκαμπανεβάσματα που δεν δικαιολογούσε το σύνολο της δράσης.
 Από τους δύο βασικούς συντελεστές βρήκα πιο «εύπλαστη» και φιλόξενη στις (ηλικιακές και άλλες) μεταλλαγές την Άννα Γριβάκου. Κουβάλησε το φορτίο του χρόνου, της μοναξιάς και της τρέλας με μεγαλύτερη άνεση και λιγότερο άγχος. Ο σκηνικός της σύντροφος Κώστας Ισαακίδης, ήταν κι ίδιος εκεί, όχι όμως πάντα με καλό φορτίο. Είχε στιγμές επίπεδες, κάποιες αδικαιολόγητα μπλαζέ, ενώ εκεί όπου χαλάρωνε και ήταν ο εαυτός του έβγαζε εσωτερικότητα και κρυμμένους ρυθμούς. Όσο για τον μουγκό ρήτορα του Γιώργου Κουτρότσιου (το ειρωνικό σχόλιο του Ιονέσκο στο φινάλε) μίλησε πειστικά και εκφραστικά τη γλώσσα της σιωπής.
Το σκηνικό που φιλοξένησε όλη αυτή τη μοναξιά και τη γύμνια της ψυχής ήταν της Ελένης Θωμαϊδου.
Συμπέρασμα: περφόρμανς με άποψη και στα σημεία με αρκετό ενδιαφέρον.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
33/1/2010