Το Μπλε του φόβου και της ελπίδας στο Black Box




Το μπλε είναι ένα χρώμα που θυμίζει Ελλάδα. Τη σημαία της. Τον ουρανό της. Τη θάλασσά της. Τη γαλήνη της, την αγάπη της αλλά και την αλμύρα της, τις φουρτούνες της, τις αναταραχές της, τον αφρό της που κρύβει φόβο και θάνατο.

Ιδιαίτερη περφόρμανς
Μπλε: έτσι τιτλοφορεί την περφόρμανς της η Άννα Λεμονάκη, την οποία έφερε από τη Γενεύη, όπου έκανε πρεμιέρα  τον Ιανουάριο του 2016, και παρουσίασε στο φιλόξενο χώρο του Black Box στη Θεσσαλονίκη, μετά από μια σύντομη στάση στο θέατρο του Νέου Κόσμου στην Αθήνα.
Πρόκειται για μια περφόρμανς η οποία, ως αισθητική σύλληψη, λοξοκοιτά και προς το θέατρο πολυμέσων αλλά και προς την Ανχέλικα Λίντελ, την πρωτοποριακή ισπανίδα περφόρμερ που είδαμε πρόσφατα σ’ ένα σπαρακτικό μονόλογο στο Φεστιβάλ Αθηνών (Όλος ο ουρανός πάνω στη γη).
Περφόρμανς ιδιαίτερη, υβριδική, ελληνική και ξένη, οικεία και ανοίκεια, κοντινή και απόμακρη, που είχε πράγματα να πει, ανθρώπινα και συχνά ανομολόγητα. Για το υγιές και το άρρωστο, το αποδεκτό και το απαράδεκτο, για την κρίση πανικού, το άγχος, τη μοναξιά, για το τι σημαίνει να μεγαλώνεις κάτω από τις προσταγές άλλων.
Θραύσματα
Η Άννα Λεμονάκη έγραψε το κείμενο μαζί με τη Λευκή Παπαχρυσοστόμου αρχικά στα γαλλικά. Στην πορεία έβαλε και λίγα ελληνικά, ίσως από ανάγκη να βρει κάποιο εργαλείο αμεσότερης και ευκολότερης έκφρασης.
Σε κάθε περίπτωση, μου άρεσε αυτή η γλωσσική διασπορά. Η έλλειψη ενός σταθερού και εφησυχαστικού κέντρου. Μου άρεσαν οι φυγόκεντρες τάσεις που απελευθέρωναν τα δρώμενα, ο τρόπος που ο Λόγος σεριάνιζε έξω από το σώμα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον ηθοποιό να προσπαθεί να τον αγκαλιάσει ώστε να τον τιθασεύσει.
 Μου άρεσε, γιατί σε αυτήν την προσπάθεια έβλεπα να απελευθερώνεται ενέργεια και να διευρύνεται η γκάμα εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων που εντοπίζονται μέσα στη δραματική στιγμή που βιώνει το άτομο. Είχε ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς  την ταυτότητα της περφόρμερ να διαμορφώνεται από τη γλώσσα και από το πυκνό κολάζ ετεροαναφορών.


Ήταν προφανές πως η Λεμονάκη ήθελε τα δραματικά της προσωπεία να ζουν τη ζωή τους φιλτραρισμένη μέσα από απόψεις τρίτων, στις οποίες, απόψεις, είχε τη δυνατότητα να επικολλά και τις δικές της, κάνοντας  έτσι τη σκηνική της αφήγηση πιο χυμώδη και προσωπική.
Συνειδητά επέλεξε να λειτουργήσει σαν «παράσιτο», μια δεύτερη ύπαρξη στην πρωτότυπη ιστορία (της ζωής) της. Συνειδητά άφησε την περφόρμανς της να ζει μέσα από άλλα έργα και παράλληλα να κάνει «θόρυβο» κάθε φορά που τέμνονταν μαζί τους, διεκδικώντας θέση για το δικό της έργο.
Με ενδιαφέρουν αυτού του τύπου οι δοκιμασίες, γιατί το δρων πρόσωπο, ο επιτελεστής, λειτουργεί ως πηγή παραγωγής του νοήματος και ως πηγή εκκέντρωσης του νοήματος. Η απόσταση που τον χωρίζει από το κείμενο γίνεται επί τούτου ορατή, ώστε το ίδιο το κείμενο να προβάλλεται διαρκώς ως αντικείμενο, το οποίο ο περφόρμερ πασχίζει να τιθασεύσει ώστε να «βολευτεί» μαζί του.
Η “Μία”
Η «Μία» της Λεμονάκη, το κορίτσι που πλησιάζει τα τριάντα και ψάχνει ατραπούς φυγής, βαλβίδες εξαέρωσης των ανησυχιών της, είναι “μία” ύπαρξη που φιλοξενεί πολλούς λόγους. Νιώθει ότι την έχει τσαλαπατήσει η ζωή και θέλει να περάσει στη αντεπίθεση ώστε να γίνει πραγματικά “Μία”.
Σε αυτό το δύσβατο οδοιπορικό έχει αρωγό και σχολιαστή την καλή μουσική του Σάμιουελ Σμίντιγκερ, η οποία διοχετεύει ενέργεια, μπητ, αφυπνιστικά ντεσιμπέλ της ψυχής. Σιγά σιγά η Μία βγαίνει από το «Σύνδρομο του Ποσειδώνα», τα αφρισμένα κύματα και μας αποχαιρετά αισιόδοξα με το τραγούδι «Cry Baby”. Ένα τραγούδι που αγαπούσε και ο πατέρας της.


Υπέρ-κατά
Η Λεμονάκη διαχειρίστηκε την προσωπική της (υποθέτω) ιστορία με ευαισθησία και χωρίς φτήνιες. Κάποια σημεία μου άρεσαν πιο πολύ, κάποια λιγότερο και ορισμένα καθόλου.
Βρήκα το πρώτο μέρος πιο δεμένο, πιο υπαινικτικό και επικοινωνιακό. Μου δημιούργησε προσδοκίες για τη συνέχεια, που δυστυχώς δεν επαληθεύτηκαν στον βαθμό που περίμενα. Το δεύτερο και κυρίως το τρίτο μου φάνηκαν κάπως αβέβαια ως προς το πού  ήθελαν να πάνε και με ποιες εντυπώσεις ήθελαν να μας στείλουν στα σπίτια μας. Όλες αυτές οι αναφορές σε λογής λογής θέματα που αφορούσαν το γένος, την πολιτική, τη ξενοφοβία, το μισογυνισμό, δεν γειώθηκαν. Παρέμειναν ανεπίδοτες.
Η διελκυστίνδα ανάμεσα στον υπερτιτλισμό και το ζωντανό σώμα ήταν καλή, ωστόσο περίμενα να δω περισσότερη διάδραση ώστε να καλυφθεί το κενό ανάμεσα στο βουβό σώμα και το λόγο στο video wall. Δεν μου κάθισε καλά η απραξία της περφόρμερ όταν το λόγο είχε η τεχνολογία. Όπως δεν μου κάθισαν πολύ καλά και οι αναφορές στην ελληνική πραγματικότητα, υπό την έννοια ότι μου φάνηκαν αρκετά κλισαρισμένες, πολυφορεμένες. Μια πιο έξυπνη σταχυολόγηση ενδεχομένως να πυροδοτούσε και μια πιο απρόβλεπτη διακλάδωση ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ, το θέατρο αυτολεξί και τη μυθοπλασία.


Συμπέραμα: μια περφόρμανς που μπήκε στον χώρο μιας υβριδικής κατάστασης και προσπάθησε με καθαρά και λιτά μέσα να συγκεράσει το ντοκουμέντο και τη  μυθοπλασία. Αν και με επιφυλάξεις, είδα στο σύνολο της προσπάθειας ότι υπάρχει καλή ζύμη για το πλάσιμο μιας πιο ολοκληρωμένης και απαιτητικής πρότασης. Θα φανεί στην πορεία.
Πρώτη δημοσίευση: 22/12/2016. http://www.greek-theatre.gr/public/gr/greekplay/index/pointviewview/1054