Ο Φάουστ μένει από ψυχή


Ο Γκαίτε άρχισε να γράφει το magnum opus του, τον Φάουστ, το 1773 σε ηλικία 25 ετών και το ολοκλήρωσε μετά από πολλές περιπέτειες το 1831. Σε αυτό το διάστημα είχε χρόνο και χώρο να καταθέσει όλους τους προβληματισμούς του, τις θεωρητικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές του σκέψεις και ανησυχίες. Αν και ο ίδιος το ονόμασε τραγωδία, υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία, κωμικά, οπερατικά, σατιρικά, ρομαντικά και, βεβαίως, ρεαλιστικά, που το κάνουν να φαντάζει σαν θεατρική εγκυκλοπαίδεια.


Το μεταθέατρο  του Φάουστ
Γενικά, είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τι συμβαίνει στο έργο ή πού στοχεύει ακριβώς. Όπως όλα τα αριστουργήματα, έτσι και αυτό ξεπερνά τα εσκαμμένα και αγγίζει αχαρτογράφητες ουσίες. Και το κάνει με περίσσευμα τόλμης. Κι εδώ που τα λέμε, δεν έχει άλλη επιλογή, γιατί εκεί που καταδύεται, τα μονοπάτια είναι δύσβατα και επικίνδυνα. Σ’ αυτά μπαίνει κανείς μόνο με υπέρβαση, με κατάλυση των ορίων.
Ο Μεφιστοφελής είναι ο οδηγός μας, ο σκηνοθέτης που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας αυτό το επιτελεστικό ταξίδι στην ποιητική της ετεροτοπίας. Κάνει υποβολείο στον Φάουστ για ν’ ακούσουμε κι εμείς:  «Βούτα σε όλα τολμηρά», του λέει. Και  αυτός, υπάκουος και περίεργος, φορά το προσωπείο ενός δεινού περφόρμερ και βουτά με λύσσα σε αυτή την terra incognita και γίνεται το «άλλο» που δεν ήταν ποτέ: Βλάσφημος. Ανελέητος. Δαίμονας. Ακόρεστος και ακόλαστος. Σάτυρος. Δηλαδή, γίνεται επιτέλους ολοκληρωμένο ανθρώπινο Ον. Διά του θεάτρου, ο Φάουστ του Γκαίτε φτάνει στο αληθινό πρόσωπο του Ανθρώπου.
Περί υπέρβασης
Αν είναι κάτι που μου έλειψε από τη γενικά καλοστημένη και καλοδουλεμένη παράσταση της πάντα προσεχτικής και πάντα γοητευτικής στις προσεγγίσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου (Μέγαρο Μουσικής), είναι η διάθεση για υπέρβαση, ώστε να ανοίξει η πύλη και να υποδεχτεί την ανοίκεια ετεροτοπία. Βρήκα πολύ «λογική» τη σκηνοθετική της γραμμή. Είχε μια μαθηματική δομή που εκτιμώ πως δεν χαρακτηρίζει την οδύσσεια του Φάουστ. Είναι σαν να μην ήθελε ν’ αγγίξει την ταραχή της πρώτης γραφής, να δοκιμαστεί με τις κυμματοειδείς εκτινάξεις της. Και διερωτώμαι, σαν απλός θεατής και αναγνώστης, κατά πόσο ένα έργο που υπερβαίνει διαρκώς τα κατακτημένα, που διασαλεύει την τάξη πραγμάτων, που τινάζει στον αέρα τα ταμπού, με άλλα λόγια, που ακυρώνει την ευταξία του αποδεχτού, μπορεί να λειτουργήσει με όρους καθωσπρεπισμού και mainstream;
Βέβαια, το ότι περίμενα μια παράσταση που θα με ξεβόλευε, που θα μ’ έκανε ανήσυχο συνοδοιπόρο της, δεν σημαίνει τίποτα, υπό την έννοια ότι κάθε παράσταση κρίνεται στα όρια που η ίδια θέτει και όχι στα όρια των δικών μας προσδοκιών ή προειλημμένων αποφάσεων. Ο σκηνοθέτης νομοθετεί. Και η Ευαγγελάτου, έκανε την επιλογή της: μας έδωσε μια πιο λάιτ εκδοχή του δράματος, με αμβλυμένες τις ψυχολογικές και φιλοσοφικές ταλαντώσεις του. Μας παρέδωσε μια ανάγνωση συνεπή, συγκροτημένη, στοχευμένη, με ρυθμό και άποψη, που είχε μέγεθος αλλά, και εδώ η κριτική μου παρέμβαση την ελέγχει, μόνο με όρους θεάματος/όψεως. Τι εννοώ;

Η προσέγγισή της συναρμολόγησε ένα σκηνικό corpus από όμορφες εικόνες που δεν προκαλούσαν αίσθημα δέους, θαυμασμού, φόβου ή απορίας. Βγάζοντας σκόπιμα μπροστά το κωμικό στοιχείο, έβγαλε από το κάδρο τη σκοτεινιά και την αμφισημία του τραγικού που ενισχύει η αντιπραθετική λογική του συνόλου του έργου, δηλαδή η σύγκρουση ανάμεσα στο κακό το καλό,  τον παράδεισο και την κόλαση, τον ρομαντισμό και τον σκληρό ρεαλισμό,  ζεύγη σημαντικά, που μάχονται για να μαρκάρουν τον τόπο τους, την αχτίνα δράσης τους, με τερματικό μια ουτοπική σύνθεση, που ποτέ δεν έρχεται, παραμένει ουτοπία ή, αν προτιμάτε, μια ετεροτοπία, που οδηγεί στο τέλος σε μια δυστοπία. Όπως λέει και η ψαλμωδία των αγγέλων, η Γη πότε «Παράδεισο θυμίζει/ πότε νυχτιά φρικιαστική». Αυτό το κονταροχτύπημα, λοιπόν, αυτός ο τραγικός «αγών» μου έλειψε από την παράσταση.
Ερμηνείες
Στη διδασκαλία των ρόλων, η Ευαγγελάτου συντόνισε με επιμέλεια τους ηθοποιούς της σ’ έναν ερμηνευτικό χώρο με έντονες τις εξπρεσιονιστικές πινελιές, αλλά και με κάποια χορευτική αντίληψη (με τη συνδρομή της Πατρίσιας Απέργη) που συμμαχούσε και ενίσχυε τους κωμικούς τόνους.
Το μεγάλο όνομα της διανομής, ο Νίκος Κουρής, μας συστήθηκε δυναμικά, αρθρώνοντας καθαρά τις πρώτες σελίδες του κειμένου και προετοιμάζοντάς μας για κάτι μεγάλο, που δυστυχώς δεν ήρθε, τουλάχιστο στο βαθμό που περιμέναμε. Ως ερμηνευτής, παρέμεινε μια συμπαθητική, καλά τοποθετημένη δρώσα σκηνική παρουσία, που ποτέ δεν ξεπέρασε  τα όρια (που θα ‘πρεπε) ώστε να καταλάβουμε κι εμείς στην πλατεία το μέγεθος της ανατροπής, αλλά και το μέγεθος αυτού του τύπου που ακούει στο όνομα Φάουστ. Ας μην ξεχνάμε πως έχουμε να κάνουμε με μια άπιαστη προσωπικότητα, που προκαλεί έντονα συναισθήματα συμπάθειας και αντιπάθειας, ταύτισης και αποστασιοποίησης. Αυτά ο Κουρής δεν τα κατέβασε στην πλατεία.

Στον άλλο μεγάλο ρόλο, του Μεφιστοφελή, είδαμε έναν ηθοποιό, τον Αργύρη Πανταζάρα, με ταλέντο, αλλά και μια επικίνδυνη τάση υποκριτικής φλυαρίας. Δεν είδα τι έκανε πέρυσι στο «Ρήσο», πάλι με την Ευαγγελάτου. Είδα, όμως, τι έκανε στο «Ληρ» του Παντούρ. Και αυτό που έκανε εκεί το μετέφερε ακέραιο κι εδώ: μια έντονα σωματοκεντρική, στα όρια της κλοουνερί, περφόρμανς.
Υποτίθεται ότι ο Μεφιστοφελής χρησιμοποιεί την κίνησή του, τη φωνή του, την πονηριά του, τους θεατρινισμούς και το σαγηνευτικό του λόγο ώστε να θέλξει τον Φάουστ/θεατή, και, εννοείται, να θέλξει κι εμάς, τους θεατές στην πλατεία. Στην αρχή ήταν ικανοποιητικός στο ύφος του ξελογιαστή. Όμως, καθώς προχωρούσε η παράσταση, υπογράμμιζε ολοένα και πιο πολύ την πλαστικότητα της περφόρμανς του, με αποτέλεσμα κάμποσες άχρηστες και αυτάρεσκες πόζες και τη διάσπαση της προσοχής μας από το πρόσωπο που μιλάει. Εκείνο που είδα (μπορεί και να κάνω λάθος) ήταν ένας υπερβάλλον ζήλος να κερδίσει τις εντυπώσεις έναντι του πιο παλιού (του Κουρή).

Η Μαργαρίτα της Νάνσυ Σιδέρη παρέμεινε η ίδια από την αρχή ως το τέλος. Αθώα, αμόλυντη. Και αυτό το έδειξε καλά. Δεν ήταν, όμως, αρκετό. Ήθελε κι άλλη ψυχή ο ρόλος για να ξεφύγει. Πιο κοντά σε προδιαγραφές στρογγυλεμένου ρόλου η ερμηνεία της πιο ξέγνοιαστης φιλενάδας της, της Μάρθας (Δήμητρα Βλαγκοπούλου).
Οι δεύτεροι ρόλοι (Μηλιάρης, Παναγιωτίδου, Μικεάτος και Εμπέογλου) κινήθηκαν εντός των χαραγμένων ορίων της παράστασης.
Λοιποί συντελεστές
Μου άρεσε γενικά η σκηνική πρόταση της Μανιδάκη. Παραχώρησε την απαραίτητη επί σκηνής ευκινησία στους ηθοποιούς. Έγκυρη εικαστικά και ως σχόλιο η εναρκτήρια εικόνα με το τεράστιο τελάρο να ανεβοκατεβαίνει πάνω από το κεφάλι του Φάουστ. Όπως και η πρώτη σκηνή στο β’ μέρος με το τελάρο να γίνεται κεκλιμμένη επιφάνεια και τα σώματα να κατρακυλούν, συμβολίζοντας έτσι και την επερχόμενη πτώση.
Βρήκα εξαιρετικούς τους φωτισμούς της Ντεκώ και σχολιαστικά τα κοστούμια  της Σύρμα και  οι μουσικές επιλογές του Πούλιου. Δεν μ’ άγγιξε ο τρόπος που διδάχτηκε από την Απέργη η σκηνή της Βαλπούργιας Νύχτας (Walpurgisnacht), όπου εμφανίζονται οι ψυχές των κολασμένων με λευκό εσώρουχο. Θύμιζε κακή εκδοχή Φαμπρ (πολύ κοντά στο «Ξύπνημα» από το Όρος Όλυμπος). Θα μπορούσε, επίσης, να βάλει λίγο πάγο στις υπερβολές του Πανταζάρα. Κατά τ’ άλλα, η χορογραφία της κινήθηκε σε μια δημιουργική ευθεία με τις λοιπές σκηνοθετικές λύσεις.
Συμπέρασμα: μια παράσταση όπου πέρασα καλά, αλλά δεν μ’ έκανε να καταλάβω γιατί ο Φάουστ είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρώπινης σκέψης, η γέφυρα που μας περνάει από το Μεσαίωνα στην Αναγέννηση και από κει στο Διαφωτισμό. Το περίεργο είναι ότι, παρ' όλες τις επιφυλάξεις μου, ευχαρίστως θα την ξανάβλεπα. Άβυσσος η ψυχή του θεατή (και του κριτικού).
Σημ. Πρώτη δημοσίευση Parallaxi, 19/02/2016