Εύθραυστη ισορροπία τρόμου


 
-->


 «Αξιότιμε σύντροφε, το έργο μου “Η φυγή” απαγορεύτηκε στις πρόβες. Οι παραστάσεις του “Πορφυρού νησιού” απαγορεύτηκαν. Το έργο μου “Οι ημέρες των Τουρμπίν”, ύστερα από 300 παραστάσεις, απαγορεύτηκε. “Το διαμέρισμα της Ζόικα”, έπειτα από 200 παραστάσεις, απαγορεύτηκε. Η έκδοση των διηγημάτων μου απαγορεύτηκε […] Δεν έχω διάθεση να ζήσω σε μια χώρα στην οποία δεν μπορώ ούτε να δημοσιεύσω ούτε να ανεβάσω στο θέατρο τα έργα μου. Απευθύνομαι σε σας για να σας ζητήσω να μου δώσετε πίσω την ελευθερία μου ως συγγραφέα ή να με εκτοπίσετε από τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τη σύζυγό μου».

Αυτό είναι μέρος του γράμματος που έστειλε ο Μπουλγκάκοφ στο Στάλιν, ζητώντας τη βοήθειά του. Ο Στάλιν, απαντώντας θετικά στο αίτημά του, θα του προσφέρει την προστασία του, όχι όμως σε σημείο να τον κάνει να νιώσει τελείως ελεύθερος.
Το έργο
Ιδού η πηγή έμπνευσης για να γράψει ο γνωστός μας (από τα «Νυχτόβια ζώα») Καταλανός Χουάν Μαγιόγκα το «Γράμματα αγάπης στον Στάλιν», που είδαμε σε ένα νέο, εξαιρετικής αισθητικής και πολλών δυνατοτήτων καινούργιο χώρο, το  Black Box (ο παλιός κινηματογράφος Μετροπόλιταν), που άνοιξε υπό τη καλλιτεχνική διεύθυνση του Θωμά Χαρέλα. Χώρος απόλυτα αναγκαίος στη θεατρική ζωή της πόλης. Πολύ χαιρόμαστε γι’ αυτό.
Χωρίς να απορρίπτω το δραματικό πόνημα του Μαγιόρκα, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Μ’ άφησε με πολλά ερωτηματικά. Κατ΄ αρχάς το βρήκα μάλλον παλιάς κοπής και μπερδεμένο ως προς τον τρόπο διαχείρισης ενός τόσο πολυσυζητημένου θέματος, όπως είναι οι σχέσεις τέχνης και εξουσίας, επιβίωσης και επανάστασης. 


Η καταφυγή στην τεχνική του ονείρου και του μαγικού ρεαλισμού ήταν, συγγραφικά, έξυπνη επιλογή, γιατί χαλάρωνε τις δομές, ανέτρεπε τις ρεαλιστικές γραμμικότητες και άφηνε χώρο στη δημιουργική φαντασία να ξεδιπλώσει αυτό το ανθρώπινο τρίγωνο στη ζώνη του γκρίζου, ώστε να χωρέσουν μέσα πολλά και ανεξιχνίαστα ζητήματα. Κι εδώ που τα λέμε, ποιος μπορεί αλήθεια να διαβάσει σωστά και απόλυτα την ψυχή ενός καλλιτέχνη (και όχι μόνο), όταν έχει μπροστά του την εξουσία ή τον τρόμο. Γιατί μπορεί να εντυπωσιάζει ο Στάλιν όταν λέει ότι «Τέχνη δεν μπορούν να κάνουν οι νομοταγείς υπάλληλοι, αλλά οι επικίνδυνοι αιρετικοί», όμως είναι αυτός που θα οδηγήσει χιλιάδες «αιρετικούς» καλλιτέχνες στο θάνατο. Αυτός, ο τάχα επαναστάτης, είναι που θα επιβάλει, χωρίς κανένα δισταγμό, την απόλυτη δικτατορία του ενός λόγου, του δικού του.
Με δυο λόγια, βρήκα καλές τις προθέσεις του Μαγιόρκα, αλλά αισθάνθηκα πως δεν ήταν έτοιμος να δώσει μια νέα διάσταση στα ζητήματα που επέλεξε να αντιμετωπίσει. Από ένα συγγραφέα του δικού του βεληνεκούς περίμενα περισσότερη πολιτική όσφρηση και δραστικό θεατρικό ένστικτο. Περικόπτοντας τη  χρήση χιλιοειπωμένων κλισέ και πυκνώνοντας το διάλογο, πιστεύω πως θα έβρισκε στόχο και θα ξεκαθάριζε τη χημεία ανάμεσα στα δραματικά του πρόσωπα.


Σκηνοθεσία
Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση που υπογράφει ο Δημήτρης Μυλωνάς, έχει τις αρετές της. Κερδίζει πόντους και εντυπώσεις με το δέσιμο και την καλή ροή της, τις αφαιρετικές της διαθέσεις και τα καλοδουλεμένα κρεσέντι της. Δεν ξοδεύεται σε περιττές, εντυπωσιολογικού τύπου, περιπλανήσεις, παρόλο που η φύση της δράσης θα το επέτρεπε. Παραμένει ως το τέλος καλά εστιασμένη.
Πιστεύω ωστόσο ότι δεν έπιασε απόλυτα  τον αρχικό στόχο που θέτει: να μας δείξει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο Στάλιν είναι όλα όσα ζούμε και σήμερα: μια «τροϊκανή» τρομοκρατία με όρους οικονομικούς. Όπως δεν φάνηκε τι σόι άνθρωπος είναι τελικά ο Μπουλγκάκοφ: αντιστασιακό πρότυπο, γλείφτης της εξουσίας, φοβισμένο ανθρωπάκι, τι; Το ίδιο και ο Στάλιν: ποιος είναι; Ένας καλοκάγαθος προστάτης, ένας serial killer;
Ερμηνείες
Εκεί που έχω να πω μόνο καλά λόγια είναι πρωτίστως για το Μελέτη (Μπουλγκάκοφ), ηθοποιό που κουβαλά ευεργετικά στο σώμα του, στην κίνηση, στην άρθρωση, στις αντιδράσεις, τα ίχνη της παιδείας του στο Θέατρο Τέχνης και το Άττις. Με αμείωτη ένταση και ανερχόμενο υδράργυρο αναζήτησε το λειτουργικό περιθώριο της μάσκας του και επικοινώνησε ανάλογα. Στέκομαι και στην Άννα Ελεφάντη (γυναίκα του) που κλήθηκε να λειτουργήσει ως η ρεαλιστική εκδοχή του. Χωρίς να υπερβάλλει ή να αυθυποδηλώνεται με μορφασμούς ή περιττές κινήσεις, με σκηνική ευφυία και ζωντάνια, έγραψε ρόλο. Κέρδισε τη μάχη και στις εντάσεις και στις σιωπές. Ο Τσεκούρας έκανε αυτά που υποθέτω του υπέδειξε η σκηνοθεσία. Και τα έκανε καλά και λιτά. Από την άλλη, εκτιμώ πως δίνοντάς μας ένα Στάλιν σχεδόν συμπαθητικό, η σκηνοθετική γραμμή άδειασε την ατμόσφαιρα από τη βαριά σκιά του. Και ερωτώ: αυτό είναι το ζητούμενο; Να νιώσουμε άνετα με τον «πατερούλη» και τα αστειάκια του; Εάν ναι, τότε πού εντοπίζεται η φοβιστική δύναμη του αντίπαλου δέους που έχει να αντιμετωπίσει ο παροπλισμένος καλλιτέχνης; Αν δεν υπάρχει, προς τι όλη αυτή η αγωνία; Η μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ σε σωστούς ρυθμούς και θεατρικά ελληνικά. Τα σκηνικά του Ζαμάνη, άφησαν χώρο στη φαντασία να πετάξει.
Συμπέρασμα: έργο με ενδιαφέρουσες ωστόσο ανολοκλήρωτες συγκρούσεις, παράσταση με καλές ερμηνείες.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Το Theater unterm Dach στο Βερολίνο, όπου έκανε πρεμιέρα το X-Freunde
Στις 17 και 18 του μήνα θα παρουσιαστεί στο θέατρο «Άνετον», στο πλαίσιο των «Δημητρίων» η βερολινέζικη εναλλακτική παράσταση του γνωστού έργου της Φελίτσια Ζέλερ, « X-Freunde”, με τη σκηνοθετική φροντίδα του Στεφάν Τίελ.  Πρόκειται για μια απολαυστική παράσταση, όπου συμπυκνώνονται με χιούμορ και γκροτέσκ διαθέσεις τα πιο σύγχρονα χαρακτηριστικά της «γερμανικής σχολής», η οποία εδώ και κάποια χρόνια έχει γίνει το πρότυπο των περισσότερων νέων μας καλλιτεχνών. Μην τη χάσετε.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
12/10/2014