Δράματα, εθνικά και ατομικά: Στο «Άνετον» και το «Κολοσσαίον»




Τελικά το «Πεθαίνω σαν χώρα» έχει εξελιχτεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του σύγχρονου νεοελληνικού θεάτρου (μόνο φέτος το είδαμε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές). Αφήνω δε το γεγονός ότι είναι η πιο πολυταξιδεμένη παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν είναι και λίγο. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι καν θεατρικό έργο. Είναι πεζό.
Όμως, η γραφή του Δημήτρη Δημητριάδη επιτρέπει, για να μην πω ενθαρρύνει, λογής λογής αναγνώσεις. Η ίδια η θρυμματισμένη μορφοδομή της, η απουσία αυστηρής αφηγηματικής συμμετρίας, η εσωτερική της ενέργεια, ο  ρυθμός και η προφορικότητά της ταιριάζουν γάντι στην αισθητική της σύγχρονης σκηνοθεσίας.
Τον Δημητριάδη δεν φαίνεται να τον συγκινούν οι ευανάγνωστες συγκρούσεις, οι προβλέψιμες αφετηρίες και τα αναπόφευκτα τερματικά. Πιο πολύ αφήνεται να τον παρασύρει η δύναμη του λόγου τη στιγμή της άρθρωσής του. Τα έργα που γράφει μοιάζουν με μουσικές παρτιτούρες λέξεων του πεθαίνουν τη στιγμή ακριβώς που απελευθερώνουν τα ηχοχρώματά τους. Δεν προϋπάρχουν του γεγονότος ούτε επιβιώνουν του γεγονότος. Είναι το ίδιο το γεγονός και μόνον ως γεγονός βιώνονται. Συνεπώς, δεν ζουν ως ανάμνηση εκείνου που παρήλθε, κάποιου απόντος σημαινόμενου (όπως συμβαίνει σε κάθε κλασική αφήγηση), αλλά ως η απόλυτη παροντικότητα που ούτε θυμάται ούτε μελλοντολογεί, απλώς διαλαλεί τη θνησιμότητά της. Όπως τη διαλαλεί (πιστεύω όχι συμπτωματικά) και η ίδια η ονομασία της θεσσαλονικιώτικης ομάδας που ανέλαβε να ζωντανέψει το «Πεθαίνω σαν χώρα» στη σκηνή του «Άνετον» (και πριν λίγες μέρες του Αρχαιολογικού  Μουσείου): η ars moriendi, μια ομάδα με ανησυχίες και φιλοδοξίες.
Η παράσταση
Ο Θάνος Νίκας, που ανέλαβε τη σκηνοθεσία του έργου, δούλεψε συνετά, στα όρια του γνώριμου πλέγματος των αναζητήσεων της ομάδας στην οποία ανήκει. Λίγο η δική του φαντασία, λίγο το φάντασμα του Τερζόπουλου και λίγο του Γκροτόφσκι, είχαν ως αποτέλεσμα μια νοικοκυρεμένη περφόρμανς, χωρίς εξιμπισιονισμούς, υπερβολές, κραυγές και γραφικότητες. Μια «αχρονική» λιτανεία θανάτου, με όλη τη δύσθυμη σκληρότητά της, που επιβάλλουν, με την είσοδό τους, οι δυο γυναίκες (Ειρήνη Καλογηρά και Κατερίνα Συναπίδου) τυλιγμένες σε πλαστική σακούλα, συμβολική  συμπύκνωση της ελληνικής γης (εξ ου και το χώμα επάνω στο οποίο πατάνε), της κομματιασμένης, της ρημαγμένης (κάτι από Χ. Μίλλερ), της μητέρας Ελλάδας, της πόρνης Ελλάδας, της Ελλάδας των μύθων, των παθημάτων, των παραλογισμών και των αναθυμιάσεων. Όλη η Ελλάδα σε δυο σακούλες, έτοιμη για τα σκουπίδια.
Σε επίπεδο καθαρά εικαστικής σύλληψης, μου άρεσε η παρουσία των δύο αυτών γυναικών. Δεν μου άρεσε, όμως, καθόλου,  ο θρηνητικός, σχεδόν σφαδάζων, τόνος της μίας εξ αυτών, της Κατερίνας Συναπίδου. Τον βρήκα αντιαισθητικό, παρατραβηγμένο, δήθεν, με δυο λόγια αλειτουργικό στην υπερβολή του. Με τα πολλά μπάσα φάνταζε γραφικός
Όσο για τους τρεις άνδρες της διανομής (Μάριος Ιωαννίδης, Θανάσης Νίκας και Δημήτρης Κίτσος), δεν τα πήγαν κι άσχημα, αν και πιστεύω πως είχαν ανάγκη από ένα καλύτερο ξεκαθάρισμα των εντάσεων και των τονικοτήτων τους (σημαντική παράμετρος της περφόρμανς τους), καθώς και μια πιο έντονη και ευφάνταστη χορογράφηση των σωμάτων τους, ώστε να απελευθερωθεί κι (θανατερή) ενέργεια.
Συμπέρασμα: μια μετρημένη ανάγνωση ενός απαιτητικού έργου. Τα περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν και επιβάλλονται.
Το συμπαθητικό σούπερμαρκετ
 «Την Τρίτη στο σούπερμαρκετ» του Εμμανουέλ Νταρέ,  που έφτασε στη Θεσσαλονίκη (Κολοσσαίον), κουβαλώντας αρκετές εγχώριες και διεθνείς δάφνες, ανήκει στα μονοδράματα εκείνα που, χωρίς να έχουν να επιδείξουν κάτι σπουδαίο, χωρίς να διεκδικούν θέση σε κάποιο ανθολόγιο, δεν είναι για τα μπάζα. Το θέμα του είναι σίγουρα «πιασάρικο», μιας και  αφορά τη ζωή ενός  τραβεστί που κάθε Τρίτη επισκέπτεται τον άρρωστο πατέρα του, του καθαρίζει το σπίτι και μετά πάνε μαζί  για τα ψώνια της εβδομάδας υπό το άγρυπνο και περίεργο βλέμμα των γειτόνων, όμως δεν στερείται συγγραφικών χαρισμάτων. Και αυτό το διείδε η σκηνοθεσία της Κατερίνας Μπερδέκα, η οποία, χωρίς εξαντρίκ λύσεις, παρδαλότητες και άλλα φαιδρά,  απέφυγε τον εύκολο δρόμο του αισθησιασμού και του αχρείαστου γαργαλιστικού ξαφνιάσματος,  και επικεντρώθηκε στην πιο ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Διαχειρίστηκε με απλότητα όλα εκείνα που πίστεψε ότι αποτελούν την έγνοια του συγγραφέα, όπως  οι ανθρώπινες σχέσεις, τα φύλα, η οικογένεια, τα ταμπού, η διαφορετικότητα. Κράτησε σε ευπρεπές επίπεδο το  χιούμορ του έργου, αλλά και την πίκρα του. Σύμμαχός των επιλογών της  η ερμηνεία του Φαίδωνα Καστρή. Ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει ο εν λόγω ηθοποιός έως τώρα.
Έχοντας να συμφιλιώσει το αρσενικό και το θηλυκό, το γκροτέσκο και το φυσιολογικό, κινήθηκε προσεκτικά και πιστευτά ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική, την αλήθεια και το ψέμα, την προσωπική του ανεξαρτησία και τις προκαταλήψεις του πατέρα του, κι έβγαλε μια Μαρί-Πιέρ ανθρώπινη, αξιοπρεπή και καθημερινή. Εξωτερίκευσε με καλό υποκριτικό ισοζύγιο τον εσωτερικό της κόσμο, χωρίς να την εμφανίζει απολογητική ή μετανιωμένη, και, το κυριότερο, χωρίς να την κάνει εξωτικό προϊόν για τους περίεργους της κλειδαρότρυπας.
Η ζωντανή μουσική (στο πιάνο ο Δ. Παπαλάμπρου), σωστή αι σχολιαστική. Μεγάλο μειονέκτημα για ένα τέτοιο έργο, ο χώρος. Το «Κολοσσαίον» δεν κάνει. Το έργο ζητούσε ένα πολύ πιο μικρό χώρο, μια άλλη ατμόσφαιρα πιο υπαινικτική και επικοινωνιακή.
Συμπέρασμα: μια σόλο περφόρμανς που μπορεί να της έλειπε η ευρηματικότητα και η φρεσκάδα, όχι όμως η φροντίδα και η σοβαρότητα.

1/7/2012
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου