Όταν ο ρεαλισμός ακυρώνει τον εξπρεσιονισμό







Η παράσταση «Να μου στείλετε μια ρεπούπλικα» που είδαμε από το θεατρικό οργανισμό Στιγμή στο θέατρο Μελίνα Μερκούρη στο πλαίσιο των «Θεατρικών συναντήσεων» είναι βασισμένη σε μαρτυρίες και ποιήματα του Ρώμου Φιλύρα (1888-1942) με τον τίτλο «Η ζωή μου εις το Δημοκαϊτειον» (1929).
Ο Φιλύρας συντηρεί ένα όνειρο: να κατέβει στο Σύνταγμα, εκεί όπου κάνουν πασαρέλα οι επώνυμοι και οι καθωσπρέπει της Αθήνας. Όμως δεν γίνεται να κατέβει με την κεφαλήν ακάλυπτον. Γι’ αυτό ζητεί να του στείλουν μια ρεπούπλικα (ο τίτλος του έργου) για να είναι ευπρεπώς ενδεδυμένος. Κάπως έτσι η ρεπούπλικα αναγορεύεται σε αναγκαίο αξεσουάρ περφόρμανς ενός τρελού μέσα στους λογικούς. Κι εδώ παίζεται όλο το παιχνίδι και το στοίχημα της όποιας «θεατροποίησης» του κειμένου: Πώς και πού τέμνεται το βλέμμα του υγιούς με το θέαμα του τρελού;
Ο Γιάννης Ανατστασάκης έχει δοκιμαστεί και πιο παλιά με έργα που έχουν να κάνουν με την τρέλα. Και πέτυχε (επί τροχάδην: «Ουράκας», 2001 και «Τρελοβγενιώ», 2004). Δεν θα ‘λεγα όμως το ίδιο και τώρα.  Η αίσθησή μου είναι ότι δεν μπόρεσε να μπολιάσει στο παραληρηματικό κείμενο του Φιλύρα θεατρική θερμοκρασία. Δεν πέτυχε να μεταφράσει σε ακαριαίο δρώμενο την πολυπλόκαμη αφήγηση ενός άστατου νου, όπου εναλλάσσονται εντελώς απροειδοποίητα το φως και το σκοτάδι, η ελπίδα και η απελπισία, το νόημα και ο παραλογισμός, η αυτογνωσία και η τόλμη, η επιθυμία και η μόνιμη ακύρωσή της, ο ρεαλισμός και η υπέρβασή του.  Οι επιφυλάξεις μου εκκινούν από το δραματουργικό μέρος. Ο νεωτερικός λόγος του Φιλύρα, με έντονα τα σημάδια της ποίησης του μεσοπολέμου (ανάμεσά τους Ουράνης και Καρυωτάκης), μπορεί να φαντάζουν καλή λογοτεχνία (και είναι), δεν εγγυώνται όμως και καλό θέατρο. Ο διασκευαστής Αναστασάκης δεν μπόρεσε να δημιουργήσει την αναγκαία ατμόσφαιρα που επιβάλλει το «εδώ και τώρα» της θεατρικής εμπειρίας ώστε να συγκινήσει. Αισθάνομαι πως θα διευκόλυνε ίσως τον εαυτό του, κι εμάς φυσικά, εάν έβρισκε τρόπους να τοποθετήσει τον Φιλύρα στο κλίμα της εποχής του ώστε να αποκτήσει πιο ευκρινή περιγράμματα η περίεργη αυτή προσωπικότητα. Κάπως έτσι θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ξεπεραστεί το χάντικαπ ενός κειμένου που εκ των πραγμάτων κουβαλά μια άλλη δυναμική που δεν αφορά το σανίδι.  Όπως δόθηκε η ιστορία, ο καμβάς της όδευσε προς την έξοδο χωρίς κορυφώσεις, εντάσεις, κλιμακώσεις, ανατροπές, συγκρούσεις, δηλαδή χωρίς θέατρο.
Με ένα τέτοιο κείμενο ανά χείρας ο ηθοποιός είναι αναγκασμένος να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να το ζωντανέψει στη σκηνή και παράλληλα να κρατήσει και το ενδιαφέρον του δέκτη. Από αυτή την άποψη ο Δημήτρης Κοτζιάς, ηθοποιός με καλά υλικά, πάλεψε με τα εισαγωγικά του κειμένου, την «τρέλα» του, τη «λογική» του και την ειδολογική «ετερότητά» του. Πάλεψε να ισορροπήσει αντινομίες χαρακτήρα, ειρωνεία, απελπισία, ελπίδα. Η παράστασή του είχε κάποιες γεμάτες στιγμές, πιο πολύ προς το τέλος. Όχι ωστόσο αρκετές για να κερδίσουν και τις εντυπώσεις. Δεν κατέβηκε στην πλατεία η ένταση, η αγωνία και οι φαντασιώσεις του ταραγμένου νου. Ο νεωτερικός λόγος, με τους αποστασιοποιητικούς του χρωματισμούς, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για να αποκτήσει το θέαμα αμεσότητα. Επίσης, απουσίαζε από την παράσταση μια γενναία δόση εξπρεσιονισμού ώστε να διευκολυνθεί η εξωτερίκευση του εσωτερικού κόσμου. Η απόλυτα ρεαλιστική γραμμή της σκηνοθεσίας αντιπάλευε την άτακτη φυγή της ψυχής, ακυρώνοντάς την στο τέλος. Τα σκηνικά της Ιουλίας Σταυρίδου (ένα κρεβάτι και ένα τραπέζι) τα βρήκα πολύ φτωχά σε έμπνευση. Θεωρώ πως το έργο ζητούσε μια πιο στρεβλή και ανοίκεια όψη, δηλωτική επιθυμιών, διαθέσεων και προθέσεων. Το ίδιο και οι φωτισμοί: αδιάφοροι από την αρχή μέχρι το τέλος, τη στιγμή που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν πολλά στο σκιτσάρισμα τουλάχιστον μιας εξπρεσιονιστικής ατμόσφαιρας.
Συμπέρασμα: τελικά έπληξα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
4/6/2010