Η Ομόνοιά μας: περί τόπων και ουτοπιών




Κανένα έργο, πολλώ δε μάλλον ένα κλασικό έργο, δεν σημαίνει από μόνο του. Δεν είναι ούτε αυτο-κινούμενο ούτε αυτο-τροφοδοτούμενο. Το νόημα μπορεί να κατοικοεδρεύει στο σώμα του, όμως παράγεται και αναπαράγεται από συγκεκριμένα άτομα και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Η εξόρυξη γίνεται σε χρόνο ενεστώτα, εδώ και τώρα, και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων εάν το μέταλλο θα είναι πολύτιμο ή όχι,  αποδεκτό ή όχι. 
Αυτό ακριβώς κάνουμε κι εμείς αυτές τις δύο μέρες στο φόρουμ σύγχρονης δραματουργίας: σκαλίζουμε κείμενα  που σκάλισαν ήδη κάποια άλλα κείμενα, τα οποία με τη σειρά τους σκάλισαν κάποια άλλα. Και βεβαίως όχι για να κλείσουμε το θέμα, αλλά για να το κρατήσουμε ανοικτό και για άλλες παραναγνώσεις.
Και εκτιμώ τα αρχαία κείμενα ευτύχησαν στον τομέα αυτό. Έγιναν αποδέκτες χιλιάδων παραναγνώσεων, ανάμεσά τους και η παρανάγνωση της Αμερικανίδας Stephanie Fleischman, η οποία μπήκε πολύ πρόσφατα στο σπίτι της τραγωδίας και έκανε ό,τι κάνουν και οι άλλοι προσωρινοί ένοικοι: άλλαξε κάποια πράγματα ώστε να νιώθει σαν στο σπίτι της.  Άλλαξε κουρτίνες, χρώματα, πόρτες, καναπέδες, και πού και πού λίγα ...φώτα. Για να καταλήξει σε αυτό το έργο που έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας: ένα έργο καθαρά μεταμοντέρνων προδιαγραφών, έργο εικονολάγνο, έκκεντρο, παιγνιώδες, υβριδικό, διασπορικό, μπάσταρδο, ασταθές, πολυφωνικό, ερμαφρόδιτο, σαφέστατα πολιτικό (ό,τι πιο πολιτικό έχει γράψει η συγγραφέας). Έργο οικείο και αλλότριο, αρχαίο και σημερινό. Έργο που αναζητεί τον χαμένο ρεαλισμό, την πραγματικότητα μέσα και πίσω από τις αναπαραστάσεις της. Έργο που διαρκώς πορεύεται απορώντας πού είναι η ομόνοιά (του). Και η δική μας.
Αν με ρωτάτε τώρα κατά πόσο ανησυχώ με τις υπερβάσεις, παραβάσεις, ακόμη και αυθαιρεσίες της δημιουργού, η απάντηση είναι: Όχι. Άλλωστε η ιστορία των τραγικών κειμένων έχει δείξει πως κάθε εποχή, άλλοτε κομψά και άλλοτε όχι,  ανακαλύπτει σε αυτά κάτι που ακόμη κι αν δεν το ενστερνίζεται την προβληματίζει. Οι φεμινίστριες ανακάλυψαν την ιδεολογία του φύλου, οι μαύροι τη σημασία της φυλής και του χρώματος, οι περιθωριακοί και πολλοί “άλλοι” ανακάλυψαν τους Πέρσες, τις Τρωάδες  (τους)  και την ετερότητα.
Γενικά, κάθε εποχή πιστεύει πως μέσα από την επαναπροσέγγιση των κλασικών κειμένων θα απαντήσει και στα δικά της αδιέξοδα. Η δική μας διασπορική εποχή, για την ώρα τουλάχιστο, βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία της εξόρυξης και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πού θα καταλήξει. Εκείνο που καλωσορίζουμε είναι την προσπάθεια.
Η Fleischman ακούμπησε στην αρχαία μυθιστορία --στην Ορέστεια και την Ιφιγένεια στην Αυλίδα--, για να μιλήσει για την κατάσταση στον κόσμο σήμερα, μα πιο πολύ για την Αμερική της εικονολαγνείας και τρομολαγνείας, των ομοιωμάτων και των πτωμάτων, της πραγματικότητας και της υπερπραγματικότητας. Την Αμερική της αγάπης και του μίσους, των εμφανίσεων και εξαφανίσεων. Γι’ αυτό ταιριαστός και ο τίτλος: Ομόνοια. Ένας τόπος πολιορκημένος από εικόνες in transito. Από θύτες και θύματα. Μια «εμπόλεμη» ζώνη στην καρδιά μας μητρόπολης, εκείνης που πρώτη υποδέχτηκε τις Ιφιγένειες και τις Κλυταιμνήστρες του κόσμου. Ένα ρημαγμένο τοπίο παθών και παθημάτων.
Στη διασκευασμένη μυθιστορία της Stephanie Fleischmann, πρωταγωνιστούν  ένας Έλληνας μπόγιας του 21ου αιώνα, ο Αγαμέμνονας, μια βιβλιοθηκάριος από τη Δυτική Βιρτζίνια (Κλίτια), μια 13χρονη Ιφιγένεια, η Τζέσικα (φαντάρος στο Ιράκ), πέντε 13χρονες δύτριες, ένας πράκτορας του FBI και ένα βίντεο. Ένας μεταβιομηχανικός κόσμος-μωσαϊκό, όπου τέμνονται η Μέση Ανατολή και η Δύση, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Τεντ Χιουζ, το Κοράνι και οι πύρινοι λόγοι του Αμερικανού προέδρου Τζωρτζ Μπους, η αρχαία Ελλάδα και η Ελλάδα των Ολυμπιακών αγώνων, η κλασική φιγούρα της Ιφιγένειας και οι σύγχρονες εκδοχές της, o πόλεμος στην Τροία και ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία.
Με οργανωτικό στοιχείο τις επιστολές που ανταλλάσσουν ο Αγαμέμνονας και η Κλίτια, η συγγραφέας απο-εδαφοποιεί τον πρωτότυπο καμβά και τον  επανασυναρμολογεί με ανανεωμένα αισθητικά και ιδεολογικά συστατικά, ώστε να δείξει πως η ιστορία συνεχίζεται. Αφορμή της νέας γραφής, ο πόλεμος στο Ιράκ. Ένας πόλεμος βρώμικος που ελάχιστοι κατάλαβαν, πολλοί όμως σκοτώθηκαν (διάβαζε: θυσιάστηκαν). Κεντρική ιδέα του έργου, η βία: Από πού πηγάζει και πού οδηγεί; Τι επιδράσεις μπορεί να έχει στην ψυχοσύνθεση των παιδιών;
Η Fleischmann καταφεύγει στην χρήση των κλισέ ώστε να ενισχύσει την αναγνωσιμότητα και αναγνωρισιμότητα του έργου της και να παρασύρει τον θεατή σε ένα οδοιπορικό αποδόμησης οικείων πραγμάτων. Από την άλλη όμως, είναι αρκετά προσεκτική ώστε να μην βυθιστεί στην κοινοτυπία και ακυρώσει τις απομυθοποιητικές της στοχεύσεις. Έτσι, καθώς μας «τρίβει στα μούτρα» το οικείο, με έντεχνο τρόπο το δυναμιτίζει, και σιγά σιγά μας οδηγεί σε ένα τελικό αποτέλεσμα που σαφώς δεν προσφέρεται για εύκολη κατανάλωση, γιατί απλούστατα δυσκολεύει οποιαδήποτε «τακτοποιημένη» αφήγηση με τα αναμενόμενα αίτια και αιτιατά. Από το έργο της απουσιάζουν οι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, η εφησυχαστική γείωση της δράσης, τα σταθερά σημεία αναφοράς, το ξεκαθάρισμα. Όλα τελούν ατελώς και σκοπίμως «ανισόρροπα». Σε κάθε εικόνα του έργου η συγγραφέας αφήνει ερωτηματικά να αιωρούνται, ώστε να αναβάλλεται επ’ αόριστον το όποιο κλείσιμο. Πώς να κλείσουν, άλλωστε, διερωτάται η Fleischmann, όταν η ίδια η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά και βασανιστικά παγιδευμένη στις στρεβλές παραμυθίες των πολιτικών, των στρατιωτικών, των αξιωματούχων, των ΜΜΕ; Πρέπει κάποια στιγμή να μάθουμε, μας λέει, ποιοι είναι εκείνοι που υπούλως οδηγούν τους νέους στα άσκοπα πεδία των μαχών, που θυσιάζουν Ιφιγένειες.
Η Fleischman διοχετεύει σπαράγματα της αρχαίας μυθολογίας στους δρόμους της σύγχρονης Ολυμπιακής Αθήνας, θέλοντας να δείξει πώς οι πάλαι ποτέ αθλητικοί αγώνες μετατράπηκαν από γεγονός συμφιλίωσης των λαών, σε μια φιέστα οικονομικής επίδειξης. Μα πιο πολύ αφήνει αυτά τα μυθικά θραύσματα να μπουν στο σώμα της Αμερικής, της Αμερικής του Μπους ο οποίος, σαν ένας σύγχρονος καουμπόι, έχει τον τρόπο του να δημιουργεί μύθους ώστε να ορίζει τις πραγματικότητες που τον αφορούν και τον βολεύουν.
Ένας κόσμος θραυσμάτων, ο κόσμο μας. Ένας κόσμος από χαμένα λόγια και φαγωμένα μισόλογα, από κείμενα λέξεων και κείμενα εικόνων. Από ιρακινά νανουρίσματα και μπόλικες Ιφιγένειες. Μια συνεχής (μετα)κίνηση με αλλοπρόσαλλη διάθεση η οποία, σε συνδυασμό με τους ήχους, τη μουσική που περιλούζει τη δράση, δημιουργούν ένα σκηνικό, θα έλεγα καλύτερα κινηματογραφικό παρόν που κινείται μπρος πίσω, εντός και εκτός ιστορίας, εντός και εκτός μνήμης, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ένα κόσμο παρόντα και διαρκώς απόντα και άρα διαρκώς διαφεύγοντα. Εξού και η νοσταλγία για το σπίτι που εκφράζει ο Αγαμέμνονας και η Τζέσικα. Θέλουν να ανήκουν κάπου. Θέλουν την «Ομόνοιά» τους. Και δεν είναι οι μόνοι. Όλοι και όλα βρίσκονται σε αναζήτηση ενός σταθερού προορισμού, μιας πραγματικής φιλειρηνικής εστίας. Το πού θα τη βρούνε είναι άγνωστο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι μέχρι τότε ο άνθρωπος θα συνεχίσει να αυτοκαταστρέφεται στο όνομα κάποιας πραγματικότητας είτε λέγεται Ιράκ, είτε Δυτική Βιρτζίνια, και κάποιας πανανθρώπινης ιδέας. Ας κρατήσουμε την επιλογή της συγγραφέως: ομόνοια.
Ο τόπος εντέλει δεν έχει και τόση σημασία, αφού δεν υφίσταται καν. Διαμορφώνεται. Διαρκώς. Μόνη σταθερά είναι η βία που τον διατέμνει. Αυτή θα συνεχίσει απτόητη τις διεκδικήσεις της. Δεν της ανήκουν εδαφη. Της ανήκει το σύμπαν. Ο ορισμός της απο-εδαφοποίησης.
Η ομόνοια θα παραμένει ένα όνειρο μακρινό: ένας μη-τόπος, η ουτοπία, η δική μας και των ξένων.

Παράρτημα

Η Fleishmann ακουμπά στην κλασική μυθιστορία ώστε να κάνει θέατρο την υστερία που άρχισε να σαρώνει την Αμερική μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Να θυμίσω ότι ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία θα οδηγήσει στην έγκριση από τη Βουλή της λεγόμενης «Πατριωτικής πράξης», σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε αξιωματούχους της κυβέρνησης να έχουν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα χωρίς προηγούμενη έγκριση των δικαστικών αρχών. Αντιδρώντας σ’ αυτή την απόφαση πολλοί βιβλιοθηκάριοι θα αρνηθούν να δημοσιοποιήσουν τα προσωπικά δεδομένα που τους ζητήθηκαν. Ένας από αυτούς τους αντιρρησίες είναι και η πρωταγωνίστρια του έργου, η Κλίτια, από τη Δυτική Βιρτζίνια, η οποία θυσιάζει τον εαυτό της για το καλό της κοινότητάς της. Προστατεύει την Ιφιγένεια όσο μπορεί —πράξη που την κάνει να μοιάζει με την Κλυταιμνήστρα.
Όσο για την άλλη πρωταγωνίστρια, τη  Τζέσικα Λυντς, πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο που υπηρέτησε στο Ιράκ πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου, για δυο λόγους: πρώτον, γιατί πίστεψε ότι έτσι θα βοηθούσε να επικρατήσει η ειρήνη στην περιοχή, και δεύτερο, γιατί έτσι θα βοηθούσε οικονομικά και τον εαυτό της, αφού ο στρατός θα αναλάμβανε να καλύψει τα έξοδα των κολεγιακών της σπουδών. Το 2003 τραυματίστηκε, υποτίθεται σε μια μάχη με τους Ιρακινούς, και πως την έσωσαν οι Ειδικές Δυνάμεις, χάρη στις πληροφορίες που τους είχε δώσει Ιρακινός πληροφοριοδότης. Στην αρχή διαδόθηκε μέσω  του Τύπου ότι την κακοποίησαν οι Ιρακινοί, ενώ στην πραγματικότητα της συμπεριφέρθηκαν καλά και την περιέθαλψαν σε νοσοκομείο της περιοχής. Τελικά η όλη επιχείρηση διάσωσής της από τους συμπατριώτες της ήταν σκηνοθετημένη, μιας και δεν υπήρχε αντίσταση. Όταν οι Αμερικανοί έφτασαν στην περιοχή του νοσοκομείου οι Φενταγίν είχαν ήδη φύγει. Έπεσαν ορισμένοι πυροβολισμοί με άσφαιρα πυρά για να δημιουργηθούν τα ηχητικά εφέ και οι εντυπώσεις, ενώ στην ομάδα κρούσης ήταν και ένας δημοσιογράφος, εξοπλισμένος με κάμερα νυχτερινής όρασης, ο οποίος ανέλαβε να περιγράψει τη «μάχη». Ο Τύπος την ηρωποίησε, ενώ η ίδια είχε ονομάσει τον εαυτό της επιζήσαντα και διόλου ηρωικό: «Δεν έσωσα κανένα», θα πει. Για το κράτος, όμως, ήταν εντέλει μια κατάλληλη φιγούρα που μπορούσε να διοχετευτεί στις μάζες ώστε να δημιουργηθεί η θετική εικόνα του πολέμου, δηλαδή, να κατασκευαστεί η έννοια του πραγματικού.
Τέλος, είναι και μια Ελληνίδα γριά που ενώ γίνονται όλα αυτά στην Αμερική, αυτή ταϊζει πεισματικά και υπομονετικά τις αδέσποτες γάτες της στην Αθήνα. Δεν κάνει τίποτε άλλο. Και από αυτή την άποψη θα μπορούσε να δει κανείς το συγκεκριμένο ενδιαφέρον της σε σχέση με το ενδιαφέρον που δείχνει η Κλίτι στην Αμερική για τους συμπατριώτες της. Ποιος θα προστατεύσει τις τόσες και τόσες Ιφιγένειες που καταστρέφονται από τα ψέμματα των πολιτικών, διερωτάται η συγγραφέας μέσω της Κλίτι;
Όσο για τον  Αγαμέμνονα, ονειρεύεται να πάει κάποια στιγμή στην Αμερική, όχι ως κατακτητής, όπως το κλασικό του πρότυπο, αλλά ως επισκέπτης. Θυμάται ακόμη, πιτσιρικάς που παρακολουθούσε μαζί με άλλους συγχωριανούς του το ταξίδι των πρώτων αστροναυτών στη Σελήνη. Τώρα, ασχολείται με τη διάσωση των αδέσποτων σκυλιών. Όταν δεν βρίσκει τον ιδιοκτήτη τους, τα πηγαίνει σε κάποιο νησί όπου τα αφήνει ξανά ελεύθερα. Τουλάχιστον εκεί είναι πιο προστατευμένα. Η συγγραφέας δημιουργεί ένα συμπαθητικό πορτρέτο του πάλαι ποτέ πολέμαρχου, ο οποίος κουβαλά μέσα του κάτι από το παρελθόν αλλά και μπόλικο παρόν, με αποτέλεσμα να νιώθει διαρκώς άβολα με τον κόσμο και τη θέση του μέσα σ’ αυτόν.


Η  Στέφανι Φλάισμαν,γεννήθηκε στην Αγγλία, μεγάλωσε στο Λος Άντζελες και τώρα ζει στη Νέα Υόρκη. Τα έργα της παρουσιάστηκαν σε διάφορη μέρη, όπως η Ολλανδία, η Γαλλία, ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε πολλά φεστιβάλ καθώς και πανεπιστημιακούς χώρους. Υπήρξε αποδέκτης υποτροφιών από το New York State Council on the Arts, the National Endowment for the Arts, New York Foundation for the Arts και άλλαΤα έργα της δημοσιεύτηκαν από γνωστούς εκδοτικούς οίκους όπως Smith and KraussHeinemannMerriwether Press, ιστοσελίδες όπως η Playscrpts.com κ.λπ. Έχει γράψει μιούζικαλ (The Secret Lives of Coats, The Hotel Carter), έργα πολυμέσωνόπως  το Red Fly/Blue Bottle και δραματικά έργα (Tally Ho, What the Moon Saw κ.ά). Σήμερα διδάσκει δημιουργική γραφή στο Skidmore College. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος MA από το Broooklyn College.

Σημ. Το κείμενο  γράφτηκε ειδικά για την εκδήλωση που διοργάνωσε το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου, σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο, με θέμα την αρχαία θεατρική γραμματεία και τη σύγχρονη δραματουργία. Αθήνα, 4/5/2010.