-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Tο θέατρο του πάσχοντος σώματος και η περίπτωση της Ιθάκης του Δημητριάδη
Ο Δημήτρης Δημητριάδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1944. Το 1963, με υποτροφία του βελγικού κράτους, σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στις Βρυξέλλες. Το 1968 παρουσιάστηκε στο Παρίσι, από τον Patrice Chéreau, το πρώτο του θεατρικό έργο Η Τιμή της ανταρσίας στη μαύρη αγορά (1965-66). Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1971, ασχολήθηκε με τη μετάφραση (Jean Genet, Maurice Blanchot, Georges Bataille, Molière, Shakespeare, G. de Nerval, Marguerite Duras, M Maeterlinck, Balzac, Β. Μ. Koltès, T. Williams, Αισχύλος, Ευριπίδης, μεταξύ άλλωνΤο 1978 γράφει το πεζογράφημα Πεθαίνω σαν χώρα και ακολουθεί, το 1980, η ποιητική ενότητα Κατάλογοι 1-4. Παράλληλα, προχωρά στη συγγραφή των θεατρικών έργων: Η νέα εκκλησία του αίματος (1983), Το ύψωμα (1991), Η άγνωστη αρμονία του άλλου αιώνα (1993), Η αρχή της ζωής (1995), Η ζάλη των ζώων πριν την σφαγή (2000), Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι (2002), Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών (2003), Οδυσσέας (2003), Ιθάκη (2004).
Η «πέτρινη» φόρμα της εξουσίας
Όταν ρωτήθηκε κάποια στιγμή ο Ράινερ
Βέρνερ Φασμπίντερ να κατονομάσει τις δέκα καλύτερες ταινίες στην ιστορία του
Γερμανικού κινηματογράφου έβαλε στη λίστα και δυο τρεις δικές του, όχι όμως τα Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ. Το
γιατί είναι δική του υπόθεση και δεν μας αφορά. Εκείνο που μας αφορά είναι να
μας πείσουν εκείνοι που επαναφέρουν το έργο γιατί το κάνουν. Τι έχει που να
δικαιολογεί μια νέα παραγωγή του;
Βουκολικά πειράματα
Είναι πραγματικά άξιον κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής μελέτης το ενδιαφέρον που δείχνουν πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες μας (βλ. Κακάλας, Καραθάνος, Ζούλιας, Φασουλής κ.ά) για έργα που ανήκουν στην παράδοση του δραματικού ειδυλλίου. Και το λέω αυτό γιατί πρόκειται για μια παράδοση «περίεργη», υπό την έννοια ότι ναι μεν άφησε κάποιες επιτυχίες στο διάβα της (και εννοώ τις επιτυχίες με όρους λαϊκής υποδοχής), όμως δεν άφησε πίσω της κάποια αξιόλογη (υγιή) πρόταση που να σχετίζεται με την πρόοδο του ελληνικού θεάτρου. Εκείνο που άφησε είναι μια παράδοση νόθα, που εμπορεύθηκε την έννοια της ελληνικότητάς, σε μια εποχή που το θέμα του έθνους, των ριζών κ.λπ. κυριολεκτικά έκαιγε.
Δυνατή καταιγίδα
Είδα στο μικρό θέατρο της Μονής Λαζαριστών ένα από τα
τελευταία έργα του πολυγραφότατου Άκη Δήμου, «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» (2016), σκηνοθετημένο για
λογαριασμό του ΚΘΒΕ από τον Πάνο Δεληνικόπουλο. Ένα έργο-διασκευή της νουβέλας του
Ιωάννη Κονδυλάκη «Η πρώτη αγάπη»
(1919), που θα μπορούσε κανείς να το κατατάξει στο μοντερνίστικο ρεύμα
συνειρμικής γραφής (stream of consciousness), όπως το είχαν υπηρετήσει τότε πολλοί αμφισβητίες του
ρεαλισμού (βλ. Τζόυς, η Γουλφ, ο Προυστ κ.α).
Το κλασικό χειροκρότημα, η μοντέρνα σιωπή και τα μεταμοντέρνα likes
Ταμείο διά της απελπισίας
Είδα στο
Αριστοτέλειο την πολυσυζητημένη και προβεβλημένη (απόλυτα αναμενόμενα και τα
δύο) δουλειά του Λάκη Λαζόπουλου με τον τίτλο, Απελπισίτο. Μια επιθεώρηση η οποία έχει να κάνει με τη φτώχεια, τα
ζόρια που τραβάει ο Νεοέλληνας να επιβιώσει, γι’ αυτό και σκέφτηκα ν’ αρχίσω το
σχόλιό μου κάπως ανορθόδοξα, από το ταμείο πριν μπω στην αίθουσα. Έχουμε και
λέμε:
Θεατρική Θεσσαλονίκη: απολογισμός 2017
Να πω
εξαρχής ότι δεν είδα όλες τις φετινές παραγωγές που παρουσιάστηκαν στις
θεατρικές σκηνές της πόλης. Ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο. Είδα όμως τις
περισσότερες. Περίπου ένα 80%. Και με βάση αυτό το ποσοστό πορεύτηκα. Αν έπεσα έξω
στη γενική αποτίμηση, ο χρόνος θα δείξει. Μέχρι τότε, ας δούμε πώς διαμορφώθηκε
η χρονιά που πέρασε, αρχίζοντας με κάποια ποσοτικά στοιχεία και κάποιες
(μοιραία) αναπόφευκτες συγκρίσεις.
Επικοινωνώντας με τον νέο θεατή
Από
τη στιγμή που δεχόμαστε ότι το θέατρο υπάρχει μόνο στα μάτια του κάθε θεατή
ξεχωριστά, εκτιμώ πως ο ασφαλέστερος τρόπος να αρχίσουμε τη συζήτησή μας είναι
να αναλύσουμε τη φυσιογνωμία αυτού του θεατή, εν προκειμένω του ηλικιακά νέου,
πώς διαμορφώνεται, κάτω από ποιες συνθήκες και πώς επηρεάζει τελικά και την
ίδια τη φυσιογνωμία του θεάτρου, καθώς και την εκπαιδευτική του
αποτελεσματικότητα.















