Η Λένα Κιτσοπούλου είναι από τις δημιουργούς που τους αναγνωρίζω ένα πράγμα: την ικανότητά τους να γράφουν με μια γλώσσα που κάθε ανάσα της απελευθερώνει θέατρο. Θα τολμούσα να πω μάλιστα πως, αυτή τη στιγμή, δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιον άλλο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα που να της παραβγαίνει σ’ αυτόν τον τομέα. Ο λόγος της, αβίαστος, φυσικός, ασθμαίνων, με καλά ρυθμισμένη δοσολογία κενών, εύστοχα και εύστροφα στρεβλωμένος και στραμπουληγμένος, εντυπωσιάζει, γιατί είναι ο απόλυτα «δικός μας» λόγος.
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Tα κλισέ και το θέατρο της Κιτσοπούλου με αφορμή τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α
Η Λένα Κιτσοπούλου είναι από τις δημιουργούς που τους αναγνωρίζω ένα πράγμα: την ικανότητά τους να γράφουν με μια γλώσσα που κάθε ανάσα της απελευθερώνει θέατρο. Θα τολμούσα να πω μάλιστα πως, αυτή τη στιγμή, δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιον άλλο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα που να της παραβγαίνει σ’ αυτόν τον τομέα. Ο λόγος της, αβίαστος, φυσικός, ασθμαίνων, με καλά ρυθμισμένη δοσολογία κενών, εύστοχα και εύστροφα στρεβλωμένος και στραμπουληγμένος, εντυπωσιάζει, γιατί είναι ο απόλυτα «δικός μας» λόγος.
Περφόρμανς: παγίδες και υποσχέσεις "Από πρώτο χέρι"
Περί περφόρμανς
Είναι πράγματι ενδιαφέρουσα η διάθεση που επιδεικνύουν ολοένα και
περισσότεροι καλλιτέχνες μας να εγκαταλείψουν τα γνώριμα συστατικά του
θεάτρου και να δοκιμαστούν ποικιλοτρόπως με υλικά της περφόρμανς
(επιτέλεσης).
Βέβαια, αυτή η αγάπη για το συγκεκριμένο χώρο δεν είναι κάτι
πρωτόγνωρο. Οι σελίδες της θεατρικής ιστορίας είναι γεμάτες από ανάλογα
παραδείγματα. Αρκεί μια ματιά στην ιστορική πρωτοπορία (αρχές του 20ού
αι.) για να μας πείσει, τότε που σουρρεαλιστές, φουτουριστές,
ντανταϊστές και εξπρεσιονιστές είχαν μετατρέψει την ποιητική της
περφόρμανς στο απόλυτο must της θεατρικής εμπειρίας και πρακτικής.
Καλό και κατανοητό μάθημα
Το κατά πόσο αξίζει κανείς να ασχοληθεί με το Μάθημα του Ιονέσκο, έχοντας ήδη την εμπειρία θέασης ή και ανάγνωσης δεκάδων παρόμοιων ή ακόμη και καλύτερων έργων, η απάντησή μου είναι: «ναι». Αν όχι για τις ιδέες του, τουλάχιστον για τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο και τις σημασίες του. Χωρίς να δηλώνω φαν του Ιονέσκο, πιστεύω πως το έργο αυτό αντέχει. Και θ’ αντέχει όσο η ανθρώπινη επικοινωνία θα συνεχίσει να είναι ένας γρίφος, ένα σταυρόλεξο για πολύ λίγους (ή και καθόλου) λύτες.
Πάρτι χωρίς υπόγειες διαβάσεις
Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το Πάρτι γενεθλίων (στις 19 Μαϊου του 1958), ο Χάρολντ Πίντερ τ’ άκουσε πολύ χοντρά από τους κριτικούς. Όλα τους έφταιγαν: ο λόγος, η έλλειψη ενιαίας πλοκής, το μυστήριο που δεν λύνεται, οι αινιγματικοί χαρακτήρες, ποιοι είναι, τι συμβολίζουν, από πού κρατάει η σκούφια τους. Απόλυτα κατανοητή η στάση τους.
Η (μετα)μοντέρνα οδύσσεια του Βόυτσεκ
Το γεγονός και μόνο ότι ο Γκέοργκ Μπύχνερ μπήκε στο ανθολόγιο των
μεγάλων ονομάτων του παγκόσμιου θεάτρου με τρία μόνο έργα (Λεόντιος και
Λένα, Ο θάνατος του Δαντόν και Βόυτσεκ), και μάλιστα το ένα, το
τελευταίο, ημιτελές, λέει πολλά σε ό,τι αφορά το εύρος και το βάθος του
προβληματισμού του. Αν δε αναλογιστεί κανείς και το γεγονός ότι πέθανε
μόλις στα 23 του χρόνια από τύφο, τότε μιλάμε για ιδιοφυΐα.
Χορογραφώντας τη βία: Κουρδιστό πορτοκάλι
Το Κουρδιστό πορτοκάλι (1962), το γνωστό διήγημα του Άντονι Μπέρτζες (Anthony Burgess), είναι ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα της αναδυόμενης αντικουλτούρας των 60s, ένα απόλυτα δυστοπικό σκιτσάρισμα μιας κοινωνίας η οποία μπαίνει δυναμικά στον άγνωστο χώρο του μεταμοντέρνου και της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ακριβώς τι την περιμένει. Μιας κοινωνίας όπου όλος ο Τρίτος Κόσμος βρίσκεται σε αναβρασμό, με τις αποικίες πρώτες να σέρνουν τον χορό.
Ο Φάουστ μένει από ψυχή
Ο Γκαίτε άρχισε να γράφει το magnum opus του, τον Φάουστ, το 1773 σε ηλικία 25 ετών και το ολοκλήρωσε μετά από πολλές περιπέτειες το 1831. Σε αυτό το διάστημα είχε χρόνο και χώρο να καταθέσει όλους τους προβληματισμούς του, τις θεωρητικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές του σκέψεις και ανησυχίες. Αν και ο ίδιος το ονόμασε τραγωδία, υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία, κωμικά, οπερατικά, σατιρικά, ρομαντικά και, βεβαίως, ρεαλιστικά, που το κάνουν να φαντάζει σαν θεατρική εγκυκλοπαίδεια.
Πόσο αντέχει η Αγγέλα;
Η “Αγγέλα είναι ένα κείμενο που δεν σταματάει να ανθίζει». Τάδε έφη ο Γιώργος Παλούμπης, ο σκηνοθέτης του έργου που είδαμε στην πολυσύχναστη πλέον Μονή Λαζαριστών (ΚΘΒΕ). Και, βεβαίως, δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω μαζί του. Απλά, δίκην συμπληρωματικού σχολίου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι τίποτα δεν ανθίζει από μόνο του, γιατί, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, και το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, πρέπει να ενισχυθεί με το σωστό λίπασμα για να δώσει καρπούς.Που και πάλι ούτε αυτό εγγυάται άνθη, εάν το ίδιο το έργο δεν φέρει στα σπλάχνα του τον ανθεκτικό σπόρο της επιβίωσής του. Και το ερώτημα είναι: το έργο του Σεβαστίκογλου διαθέτει αυτή την ποιότητα ώστε να ξεπεράσει τις αυλακιές του χρόνου; Ή μήπως μαζί με το τέλος της εποχής που το ενέπνευσε εξέπνευσε και αυτό;
Μακμπέθ της όψης όχι της ουσίας
Αν και θεωρώ τον Άμλετ αρτιότερο και πιο σύνθετο έργο, ο Μακμπέθ είναι το έργο που με συναρπάζει πιο πολύ, ίσως γιατί είναι πιο «αληθινό», υπό την έννοια ότι βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που ποθεί ο κάθε (ειλικρινής) άνθρωπος: δύναμη, εξουσία. Ο Μακμπέθ είναι ο σκηνικός μας εκπρόσωπος. Ένας δαρβινιστής πολύ πριν από το Δαρβίνο. Εκείνο που τον διαφοροποιεί από τον απλό άνθρωπο είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί για να φτάσει εκεί που θέλει. Είναι αδίσταχτος.
Απολογισμοί ζωής που δεν ευτύχησαν
Πήγα στο BlackBox και είδα το έργο του Ισπανού Φερνάντο Ρενχίφο, Ρέκβιεμ (που πρωτογνωρίσαμε το 2009, σε σκηνοθεσία τότε της Γεωργίας
Μαυραγάνη) από την ομάδα Όμπερον.
Πρόκειται, κατά βάση, για έναν ποιητικό μονόλογο
οποίος, δίκην travelling camera, ζουμάρει και αποτυπώνει φευγαλέα ερεθίσματα, μνήμες, απογοητεύσεις και
διαδρομές από την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Θα έλεγε κανείς ότι
είναι ένα είδος προσωπικού απολογισμού, κάτι σαν το αμλετικό «να ζει κανείς να
ζει ή να μη ζει».
Το θεατρόμορφο παιχνίδι εξουσίας του Ριχάρδου Γ’
Με πολιτικούς
όρους θα μπορούσε κάποιος να τον ονομάσει Στάλιν της Αναγέννησης:
δικτατορικός,, αμείλικτος, υπόγειος. Με ψυχολογικούς όρους, ένα υβρίδιο
θάρρους, ευφυίας και απύθμενης κακίας. Με μεταφυσικούς όρους, η προσωποποίηση
του διαβόλου και με θεατρικούς, ο απόλυτος υποκριτής, ο άνθρωπος που υπέταξε
την τέχνη του θεάτρου στην υπηρεσία της απάτης και της εκδίκησης. Η αναφορά μας
είναι στον Ριχάρδο Γ’, της δυναστείας των Τυδόρ, τον σωματικά παραμορφωμένο και
αδίστακτο ηγέτη, τον οποίο η θεατρική ιστορία έχει αναδείξει σε ένα από τα
απόλυτα celebrities ανάμεσα στους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Εκείνο που δεν
έχει ακόμη ξεκαθαρίσει είναι κατά πόσο και η ίδια η ιστορία συμφωνεί.
















