Είδα την παράσταση πριν από έντεκα χρόνια.
Τη βρήκα άθλια. Πριν γράψω αυτό το σημείωμα την ξαναείδα. Σκέφτηκα μήπως έκανα
λάθος τότε. Και πάλι άθλια τη βρήκα. Όχι όμως και ο κόσμος, ο οποίος επιμένει
να τη στηρίζει μαζικά. Ποιος τελικά δικαιώνεται; Και εν πάση περιπτώσει, ένα
δημοφιλές θέαμα είναι απριόρι ένα κακό ή, έστω, ποιοτικά «ύποπτο» θέαμα; Η
κουβέντα μας, όπως καταλαβαίνετε, είναι για το «αθάνατο» «Σεσουάρ για
δολοφόνους».
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Αναζητώντας τη νέα Ευρώπη
Συνεχίζεται και φέτος η εντυπωσιακή
στροφή του θεάτρου μας σε εγχώρια έργα, θέματα και παραδόσεις. Kάποιοι μιλούν για αναγέννηση, άλλοι για
περίεργη εσωστρέφεια. Στο μυαλό μου, ούτε το ένα συμβαίνει ούτε το άλλο. Ούτε
πρόκειται για κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα –ανάλογες τάσεις παρατηρούνται στις
περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πιο πολύ το βλέπω ως αντίδραση των εθνικών
θεάτρων στις νεφελώδεις σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί με το ευρωπαϊκό
οικοδόμημα.
Η οθόνη της τεχνολογίας και του θεάτρου
Οι επιχειρήσεις κλείνουν η μία
μετά την άλλη, κόσμος απολύεται, σπίτια χάνονται και το ελληνικό θέατρο, αντί
να συρρικνώνεται και να μαραζώνει, μεγαλώνει. Πέρυσι είχαμε στην Αθήνα γύρω
στις 500 παραστάσεις. Πρόπερσι κοντά στις 450. Φέτος, όπως τις υπολογίζω από τα
διάφορα ρεπορτάζ και δελτία τύπου που άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν, θα κυμανθούν
περίπου στα ίδια επίπεδα.
Πολύ κακό για το τίποτα
Κάθε φορά που οι «γιουχαϊστές» της
Επιδαύρου γίνονται πρωτοσέλιδο (με πιο πρόσφατο παράδειγμα στους «Πέρσες» σε
σκην. Γκότσεφ) επανέρχεται και το ερώτημα: τελικά πώς θέλουμε να λειτουργεί η
Επίδαυρος, ανοιχτή μόνο σε παραστάσεις γνώριμων προδιαγραφών ή και σε
πειραματικές αναγνώσεις; Επειδή κανένας χώρος που θέλει να λέγεται ζωντανός δεν
μπορεί ταυτόχρονα να είναι και
«ιερός» (= κλειστός, άρα νεκρός), θα έλεγα πως το θέατρο κερδίζει με μια
Επίδαυρο ανοιχτή και προς το μη προβλέψιμο, έστω κι αν το τίμημα είναι τα
αναμενόμενα παρατράγουδα.
Η «Ευρώπη» των φεστιβάλ
Για όσους αγαπούν τα θεατρικά φεστιβάλ, ο Μάιος, ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι
οι καλύτεροι μήνες. Κι αν η κλωνοποίησή τους συνεχιστεί στους ίδιους ρυθμούς,
σε λίγα χρόνια όλοι οι μήνες θα «παίζουν». Το «γιατί» είναι ένα σύνθετο θέμα με
πολλές παραμέτρους. Στέκομαι επιλεκτικά σε ορισμένες.
Κρατικές εκθρονίσεις και ενθρονίσεις
Για όσους γνωρίζουν το βίο και
την πολιτεία του ΚΘΒΕ, οι πρόσφατες αναταράξεις δεν πρέπει να ξάφνιασαν. Όσα
χρόνια θυμάμαι το Κρατικό, όλο σε κρίση βρίσκεται. Κάθε διευθυντής και κρίση.
Κάθε κυβέρνηση και κρίση. Δεν εξετάζω ποιος κερδίζει στο ζύγι των εντυπώσεων.
Το βέβαιο είναι ότι, όπως σε κάθε σχέση έτσι και στις σχέσεις που ρυθμίζουν την
πορεία του Κρατικού το φταίξιμο δεν πάει μονόπαντα.
Περί ιδεολογίας, αισθητικής και στερεοτύπων
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να
διαμορφώνεται ένα ενδιαφέρον ρεύμα στους κόλπους του θεάτρου μας, το οποίο
συνειδητά επικεντρώνεται σε «άλλα» πρόσωπα και «άλλους» πολιτισμούς (Βλ. «Φωτιά
και νερό», «Εξόριστοι», «Σφαγείο», «Ένας στους δέκα», «Αραβοϊσραηλινός
τσελεμεντές», «Μαυρομάτες», «Το όνομά μου είναι Κόρι» κ.λπ).
Η (αν)αισθητική της βίας: Περί πλαισίων
Eύστοχα και επίκαιρα τα σχόλια του
συναδέλφου κ. Δ. Τσατσούλη γύρω από τη βία. Πράγματι, εάν υπάρχει μια λέξη που
δίνει το στίγμα των περισσότερων έργων που παίζονται φέτος στις σκηνές της
χώρας είναι η βία. Η βία βέβαια ήταν πάντοτε παρούσα σε όλες τις εξελικτικές
φάσεις του θεάτρου. Απλώς σήμερα, η εξοικείωση του καταναλωτή με τις πλέον
ακραίες εκδηλώσεις της (ελέω τηλεόρασης, ίντερνετ, κ.λπ), σπρώχνει και το
θέατρο σε εξίσου ακραίες και συχνά αμφιλεγόμενες επιλογές.
Θεατρική Θεσσαλονίκη σε τούνελ χωρίς φως
Σε πρόσφατο αφιέρωμα ενός εντύπου free press στη Θεσσαλονίκη παρατήρησα το εξής ενδιαφέρον. Ενώ είχε σχόλια για τα
πάντα, από τα τσουρέκια γνωστού ζαχαροπλάστη μέχρι τα in ψυχαγωγικά στέκια, δεν έκανε κουβέντα για θέατρο.
Παράληψη που αναμφίβολα αδικεί ορισμένα σχήματα που επί σειρά ετών προσπαθούν
για το καλύτερο, όμως ως γνωστό η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα που λέει ότι
η θεατρική Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας.
Τα εθνικά θέατρα της Νέας Ευρώπης: η στιγμή της ανασύνταξης
Τον τελευταίο καιρό έχουν πυκνώσει
εντυπωσιακά οι μελέτες και τα συνέδρια που αφορούν τα εθνικά θέατρα και το ρόλο
τους στον υπό διαμόρφωση πολιτιστικό χάρτη της Νέας Ευρώπης. Παλιότερα, και
εννοώ στις αφετηρίες του θεσμού, τα πράγματα ήταν σχετικά ευανάγνωστα μιας και
το κύριο βάρος της αποστολής των θεάτρων αυτών ήταν να βοηθήσουν στη
σφυρηλάτηση της εθνικής ταυτότητας του τόπου. Κύριοι αποδέκτες και εκτιμητές
των σκηνικών (μυθ)ιστοριών ήταν οι αστοί.
Από το θέατρο των εικόνων στο θέατρο των αφτιών
Οι έμποροι του
πρωτοεμφανιζόμενου στην Ελλάδα Ζοέλ Πομμερά (το είδαμε σε μια φροντισμένη
παράσταση από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη)
είναι ένα έργο που κάλλιστα θα μπορούσε να ενταχθεί στην ίδια κατηγορία με έργα
δημιουργών όπως ο Χάινερ Μίλλερ, ο Χάουαρντ Μπάρκερ, ο Κολτές, ο Μάρτιν Κριμπ,
και ανάμεσα στους δικούς μας






