Κατά τη διάρκεια της χειμερινής
σεζόν θεατές και κριτικοί βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματική χιονοστιβάδα θεατροποιημένων
εκδοχών πεζών έργων. Ειδικά φέτος σπάσαμε κάθε ρεκόρ. Κάθε δεύτερη παράσταση ήταν
και μια μορφή μεταποιημένης πρώτης γραφής.
Και η αναμενόμενη ερώτηση: γιατί αυτή η μανία εμπλοκής με έργα που
γράφτηκαν για να διαβαστούν κι όχι να παιχτούν;
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Πόσο κοστολογείται η κριτική;
Είναι
γνωστή σε όλους η όχι ιδιαίτερα ευχάριστη κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της
θεατρικής κριτικής. Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι είναι ένας χώρος «απροστάτευτος»,
υπό την έννοια ότι όλοι πια πιστεύουν ότι δικαιούνται να δημοσιοποιούν τις
απόψεις τους για μια παράσταση που έτυχε να δουν (κάτι που, ούτως ή άλλως,
κάνουν ελέω των ευκολιών που παρέχει
τεχνολογία), αλλά είναι ένας χώρος που έχει γίνει «μπαλάκι» στα χέρια νέων
και παλαιότερων εκδοτών, σχετικών και μη σχετικών διαχειριστών μεγάλων ιστοσελίδων,
οι οποίοι έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να την αντιμετωπίζουν ως εκμεταλλεύσιμο
εργαλείο, στο όνομα της «έγκυρης» (όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται) ενημέρωσης του
καταναλωτή.
Γλυκόπιοτο δηλητήριο
Είναι κάποια έργα που, χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, κρύβουν μέσα
τους μικρές ωρολογιακές βόμβες που κάθε λίγο και λιγάκι σκάνε και προκαλούν απρόσμενες εκτινάξεις. Και ένα τέτοιο έργο
είναι το βραβευμένο Δηλητήριο, της
Ολλανδής Λοτ Φέικεμανς που σκηνοθέτησε για λογαριασμό του ΚΘΒΕ ο Γιάννης
Μόσχος, τον οποίο φαίνεται να δελεάζουν πολύ οι ψιλοβελονιές και οι «αλήθειες»
του «ψυχολογικού ρεαλισμού», εκείνο του ρεαλισμού του ανάμικτου με ποίηση,
εκείνου του ρεαλισμού που γοήτευσε συγγραφείς όπως ο Ο’ Νηλ, ο Τ. Γουίλιαμς
και, βεβαίως και πρωτίστως, ο Τσέχωφ, που διόλου τυχαία απασχολεί τον Μόσχο.
Απειλή με viewpoints
Εκείνο που ίσως «ξενίσει» τον ανυποψίαστο θεατή στην παράσταση του βραβευμένου έργου της Άρτεμης Μουστακλίδου Απειλή (Μικρή Σκηνή της Μονής Λαζαριστών), είναι η σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη. Μα γιατί φωνάζουν τόσο πολύ οι ηθοποιοί, θα διερωτηθεί; Γιατί τέτοιος σωματικός πόνος; Προς τι όλο αυτό το πηγαινέλα; Γιατί χτυπιούνται κάτω; Πώς ανταμώνει όλο τούτο το σωματικό βασανιστήριο με το περιεχόμενο της ιστορίας, όπως μας την παρέδωσε η ικανή για ακόμη καλύτερα πράγματα νεαρή συγγραφέας;
Πριν όμως επιχειρήσω ν’ απαντήσω, ας δούμε πολύ σύντομα περί τίνος πρόκειται.
Εμφύλιος πόλεμος για μια γάτα
Η θεατρική αγορά έχει
αλωθεί κυριολεκτικά από την περφόρμανς, σε σημείο να έχουμε ξεχάσει τι πάει να πει
καλό κείμενο γραμμένο από ικανό δραματικό συγγραφέα. Μου έχει λείψει αυτό το θέατρο,
εννοώ το δραματικό θέατρο. Μου έχει λείψει ο ανήσυχος συγγραφικός νους που ξέρει να μας ξαφνιάζει, να μας γοητεύει
μέσα από το απρόβλεπτο, να μας μορφώνει μέσα από το καινούργιο. Ο νους εκείνος που
αρέσκεται να δοκιμάζει τις αντοχές της θεατρικής μεταφοράς αλλά και της θεατρικής
μας επάρκειας. Που ξέρει να μετρά σωστά τη θερμοκρασία των λέξεων, τη δυναμική τους,
που ξέρει να χτίζει με καλή δοσολογία μια (μυθ)ιστορία του κόσμου αλλιώτικη αλλά
συνάμα και τόσο δική μας, όπως εν προκειμένω ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, ο Ιρλανδός παραμυθάς
που πήρε το θέατρο εκεί που το άφησε η γραφή της Σάρα Κέιν και του Μαρκ Ρέιβενχιλ
και το πήγε ακόμη πιο πέρα, με έργα όπως: Η τριλογία του Λινέιν, ο Πουπουλένιος και η Τριλογία
του Αράν (όπου ανήκει και ο «Υπολοχαγός του Ίνισμορ, 2001).
Θεατρική κριτική και αγορά
Για κάποιους ο ρόλος του κριτικού είναι να
μορφώσει τις μάζες και ο ρόλος των καλλιτεχνών να μορφώσουν τον κριτικό. Για
κάποιους άλλους ο μόνος έγκριτος κριτικός είναι το κοινό. Κάποιοι άλλοι
πιστεύουν ότι ο κριτικός είναι ο μόνος που δεν πηγαίνει στη «μάχη», αλλά
εμφανίζεται αργότερα και πυροβολεί τους τραυματίες. Άλλοι πάλι βλέπουν τον
κριτικό σαν ένα ευνούχο σε χαρέμι ανάμεσα σε ωραίες γυναίκες που τις παίρνει
μάτι αλλά δεν μπορεί να τις έχει. Γνωστά όλα αυτά. Απλά τα αναφέρω αναζητώντας
έναν εύκολο τρόπο να αρχίσω το σχόλιό μου γύρω από τη θέση της θεατρικής κριτικής σήμερα.
Γελώντας με τις νευρώσεις της ζωής
Ο Κρίστοφερ Ντουράνγκ, ένας από τους
καλούς εκπροσώπους της σύγχρονης αμερικανικής κωμωδίας, έγινε γνωστός στην
Ελλάδα με το έργο Γελώντας άγρια, που μετέφρασαν σε καλπάζοντα ελληνικά και ανέβασαν για
πρώτη φορά το 2000 ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και η Χριστίνα Παπαδάκη.
Έκτοτε είδαμε κάποιες σκηνικές εκδοχές
του, μα πιο πολύ είχαμε χρήσεις του στις εισαγωγικές εξετάσεις δραματικών
σχολών, κάτι που ομολογώ ξενίζει κάπως γιατί είναι ένα κείμενο δύσκολο στη
διαχείρισή του, και μάλιστα από νέα παιδιά χωρίς καθόλου πείρα.
Μια “αρρώστια” χωρίς ψυχή
Πρώτη επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη (θέατρο Αμαλία) της
αθηναϊκής ομάδας Tempus Verum, με το
γνωστό (και χρονολογικά πρώτο) έργο του
Φέρντιναντ Μπρούκνερ Η αρρώστια της
νιότης (1926), γραμμένο στην καρδιά του εξπρεσιονιστικού κινήματος και
στον προθάλαμο της ανόδου του φασισμού. Ένα έργο «κραυγή», γνώριμο μοτίβο στους
περισσότερους πολιτικοποιημένους συγγραφείς της περιόδου του Μεσοπολέμου.
Ξεβρακώνοντας την «ιερή» οικογένεια
Το Festen: Οικογενειακή γιορτή (των Τόμας Βίντερμπεργκ,
Μόγκενς Ρούκοφ, και Μπο Χρ. Χάνσεν) οι περισσότεροι κριτικοί
το αντιμετώπισαν σαν μια σύγχρονη τραγωδία. Ίσως όχι άδικα, αφού η ίδια η
ιστορία δείχνει διαρκώς προς τα πίσω, στις αφετηρίες των δραμάτων εκδίκησης,
εκεί όπου η αγία οικογένεια πρωτοστατεί σ’ ένα δράμα όπου όλα τα έλκη
κουκουλώνονται μέσα από μια πεισματικά ανακυκλούμενη φαρισαϊκή τυπολατρία.
Απιστίες και πόλεμοι
Η ζωή μερικές φορές φαντάζει (ή είναι) πιο αληθινή σε
δισδιάστατη παρά τρισδιάστατη μορφή. Αυτό περιπου βγαίνει ως γενικό συμπέρασμα από
τη «σεξοκωμωδία» της Κέιτ Ρόμπιν, «Πίστη/Faith”, όπου
πλέκονται και εμπλέκονται αποκαλύψεις, συγκαλύψεις, παραλήψεις, επικαλύψεις, επαναλήψεις,
μίξεις, συμμίξεις κ.λπ.















