The course of human history carries the visible footprints of millions of people who, for various reasons, found themselves displaced. There is no phase in human history that does not carry stories of all these “other” people. This paper has two parts. Τhe first examines Aeschylus’ The Suppliants, the first play in drama history that interweaves issues of otherness, nationality, religion, body politics, love and sexuality, society and individual decision. Τhe second part examines how 21st century artists appropriate this ancient myth in order to discuss similar burning issues of our times, like immigration and uprootedness. Among the contemporary examples used is Peter Sellars’ production of Euripides’ The Children of Hercules and Charles Mee’s Big Love , an adaptation of Aeschylus The Suppliants.
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Το θέατρο της πόλης: ελπίδες και πολλές ανησυχίες
Όσοι παρακολουθούν τα θεατρικά πράγματα της
Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια πρέπει να έχουν διαπιστώσει ότι το κοινό που
γεμίζει πλέον συστηματικά τις αίθουσες ελάχιστη σχέση έχει με το προ 30ετίας ή
ακόμη και 20ετίας κοινό, εκείνο το μεσοαστικό, κάπως συντηρητικό και, όπως
συνηθίζαμε να λέμε τότε ειρωνικά εμείς οι νεότεροι, το
"σαββατολουσμένο" κοινό, που πριν πάει στο θέατρο περνούσε και από το
πλησιέστερο κομμωτήριο για να
ολοκληρώσει εμφάνιση εξόδου.
Η γοητευτική «Ωραία του Πέραν»
Η σαπουνόπερα
είναι “η τσίχλα των ματιών”. Το μελόδραμα “ η ηχώ του ιστορικά άφωνου
υποκειμένου”. Και πάει λέγοντας. Τα
τσιτάτα και τα γνωμικά δεν έχουν τελειωμό. Και δικαίως. Το μελόδραμα είναι το καθημερινό μας ψωμί, κατά πως
λέει και ο σπουδαίος Κουβανός μυθιστοριογράφος, Αλέχο Καρπεντιέ. Δεν περνά
στιγμή χωρίς να το ζήσουμε στο πετσί μας. Μας πολιορκεί: από την τηλεόραση
μέχρι τους δακρύβρεχτους λόγους των πολιτικών.
Το μελόδραμα
είναι ένα περίεργο είδος. Από τη μια οι ιστορίες του σε εγκλωβίζουν και, από την άλλη, αισθάνεσαι άβολα
όταν αφήνεις τον εαυτό σου να εγκλωβιστεί. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο είδος το οποίο οι
κριτικοί αγαπούν για να μισούν τόσο.
Εκλογικεύοντας την τρέλα: Κατερίνα
Το
μυθιστόρημα Το βιβλίο της Κατερίνας, του 37χρονου Θεσσαλονικιού
Αύγουστου Κορτώ (πραγματικό όνομα: Πέτρος Χατζόπουλος), είναι ένα πόνημα που
έχει να κάνει με την ψυχική περιπέτεια της διπολικής μητέρας του. Η ιστορία
εξελίσσεται μετά τον θάνατό της, το πτώμα της οποίας θα βρει ο 24χρονος γιος
της. Αφηγητής, ωστόσο, η ίδια η νεκρή μάνα, η οποία κάνει εκ των υστέρων ταμείο
ζωής, όπου παίρνουμε μια γεύση από την κολασμένη ζωή της, τον εγκλωβισμό της
στο αλκοόλ, στα χάπια, και στα ισχυρά φάρμακα, που αντί να τη βοηθήσουν θα
ενισχύσουν πιο πολύ τον κερματισμό της όσο και τις αυτοκαταστροφικές της
τάσεις.
Περί φεστιβάλ, ανανέωσης και BITEF
Είναι πάρα
πολλά τα θεατρικά φεστιβάλ. Τόσο πολλά που ακόμη κι αν κάποιος διέθετε όλο το
χρόνο του και τα λεφτά του θα ήταν αδύνατο να καλύψει ακόμη και το εν δέκατο.
Έχουμε φτάσει στο σημείο κάθε πόλη να έχει το δικό της φεστιβάλ. Και
αντιλαμβάνομαι το γιατί. Είναι μια βιτρίνα προβολής. Και δεν είναι κακό αυτό. Κακό είναι όταν αυτή η
βιτρίνα εξελίσσεται σε showcase
αγοραπωλησίας, σ’ ένα τεράστιο σουπερμάρκετ, όπου εκτίθενται προϊόντα
τελευταίας κοπής. Και πολύ φοβούμαι πως αργά αλλά σταθερά εκεί οδεύουν τα
περισσότερα από αυτά. Είναι μέσα στο zeitgeist της εποχής.
Το αισθάνεσαι με το που πατήσεις το πόδι σου σ’ ένα από αυτά.
Εμφύλιος σπαραγμός προ των πυλών
Το έργο του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας» είναι ένας δύσβατος δραματικός
τόπος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο γεγονός ότι το τέλος του είναι παράταιρο
—αφού αποτελεί κατοπινή προσθήκη και σαφώς δεν είναι στο ύψος της ποίησης και
της στοχαστικότητας του αισχυλικού— αλλά είναι και η ίδια η υφή της σύγκρουσης
και η μυρωδιά της αρρώστιας και της σήψης που δημιουργούν ερμηνευτικά
προβλήματα.
Περί αριστοφανικών παραστάσεων
Σε αντίθεση με τους μεγάλους μας τραγικούς, ο χρόνος για τον Αριστοφάνη δεν λειτουργεί πια υπέρ του. Όλο και θαμπώνει η λάμψη των έργων του, και τούτο γιατί οι περισσότερες παραστάσεις που βλέπουμε δεν έχουν να μας πουν πια απολύτως τίποτε. Ή μάλλον, ό,τι έχουν να μας πουν έχει ήδη ειπωθεί. Πλέον έχουν πάρει τη μορφή εμποροπανηγύρεως, που στήνεται τσάτρα-πάτρα μέσα από συνεργασίες που πουλάνε τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, με απώτερο σκοπό, φυσικά, το κέρδος. Τα περί πολιτισμού, περί σεβασμού του θεατή, περί βελτίωσης του γούστου του κοινού που μας αραδιάζουν στις συνεντεύξεις τους οι εμπλεκόμενοι είναι λόγια του αέρα. Λέγονται για να λέγονται.
Αντιγόνης αγώνα άγονος
Το
να ξαναγράψει κανείς ή να σκηνοθετήσει ένα μύθο που όλοι γνωρίζουν είναι έργο
επίπονο και άκρως ολισθηρό. Και τούτο γιατί η οικειότητα του δέκτη αυξάνει τις
απαιτήσεις και κατά συνέπεια την πίεση που ασκείται στον όποιο φιλόδοξο «μετα-γραφέα».
Αυτό συχνά οδηγεί σε εκδοχές του τύπου «μία από τα ίδια», που στόχο έχουν να πέσουν
στα μαλακά, ικανοποιώντας τις ήδη δεδομένες προσδοκίες του «μέσου» θεατή.
Άλλοτε έχουμε εκδοχές που στόχο έχουν να αναστατώσουν τις προσδοκίες του θεατή
και, στη χειρότερη περίπτωση, σε εκδοχές που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί
είδαν τα φώτα της ράμπας.
Μια «Ορέστεια» σε μεταμοντέρνα σύγχυση
Εξαρχής αυτό: Ήταν στιγμές κατά τη διάρκεια της παράστασης της Ορέστειας του Λυκόφωτος, σε σκηνοθεσία
Γιάννη Χουβαρδά, που σκέφτηκα να φύγω. Όμως, κάτι με κρατούσε και δεν έφευγα.
Αισθανόμουν πως κάτι έκρυβε ή κάτι προσπαθούσε να βγάλει η πειραγμένη ανάγνωση
του σκηνοθέτη και απλά ήθελε τον χρόνο της. Και της τον έδωσα. 135 λεπτά στις
άβολες κερκίδες του Θεάτρου Δάσους μαζί με 2000 θεατές. Έμεινα ακόμη και στο
χειροκρότημα. Ναι, πάντα μένω στο χειροκρότημα και πάντα το προσέχω. Είναι το
καλύτερο δείγμα κοινωνιολογικής μελέτης του θεάτρου. Πώς χειροκροτούμε, ποιους,
πόσο και πότε;
Εδώ αισθάνθηκα, τόσο από τη διάρκεια του χειροκροτήματος όσο και από την
έντασή του, μια γενικότερη αμηχανία, ή μάλλον καλύτερα, ένα διχασμό.
















