-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Ασταμάτητη Σταματία
Είναι κάποια έργα τα οποία, χωρίς να διεκδικούν
δάφνες πρωτοτυπίας, κερδίζουν την αποδοχή του κόσμου. Ως πρόσφατο παράδειγμα
έχω το έργο του Κώστα Σωτηρίου Σταματία, το γένος Αργυροπούλου που
είδαμε στο «Άνετον», μια παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία
Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που μας ήρθε από την Αθήνα με καλές συστάσεις.
Ο συγγραφέας
Ο Σωτηρίου δεν ανήκει στους θεατρικούς συγγραφείς, αν και πλέον
αυτή η διάκριση τείνει να χάσει το νόημά της. Είναι μυθιστοριογράφος, με ένα
σύνολο επτά έργων. Πρωτοεμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 1996 με το
μυθιστόρημα Οι αχινοί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το οποίο έγραψε σε συνεργασία
με το Νίκο Θεοτοκά.
Όσο για τη Σταματία, ούτε αυτό είναι θεατρικό.
Είναι ένα αφήγημα ποταμός που εστιάζει στην ιστορία αυτού του τόπου στο δεύτερο
μισό του 20ού αιώνα. Είναι κάτι όπως η Πατριδογνωσία που είδαμε στο Black Box πέρυσι, με τον Γεννατά. Δεν μας λέει κάτι καινούργιο. Τόσο σε επίπεδο
ιδεολογικού όσο και θεματικού προσανατολισμού κινείται σε χώρους που πια έχει
κιτρινίσει ο χρόνος. Κάπου έχει κουράσει αυτή η εμμονή. Καιρός να γυρίσουμε
σελίδα. Τα ζητούμενα των σύγχρονων αδιεξόδων μας βρίσκονται αλλού, μα εντελώς
αλλού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η
γραφή του Σωτηρίου δεν έχει αρετές. Φυσικά διαθέτει. Η ανάμικτη γλώσσα, το
ύφος, η ρυθμικότητα, οι εικόνες, όλα δημιουργούν ένα ζωηρό σύνολο, το οποίο σε
καλά χέρια μπορεί να αποδώσει θεατρικά. Και αυτό έγινε.
Το στόρι
Η Σταματία έπεσε στα χέρια ανθρώπων που την
αγάπησαν. Της αφιέρωσαν χρόνο. Δεν την
κακομεταχειρίστηκαν. Της έδωσαν κάθε ευκαιρία να ξεμπλέξει το κουβάρι της ζωής της, να μας πει
πως γέρασε και χαρά στα σκέλια της δεν ένιωσε. Κάποτε, στα 17 της, κάτι πήγε να
γίνει με τον Μπάμπη, λοχαγό του Εθνικού Στρατού, παλικάρι απόλυτα ταιριαστό με
την τάξη της και την ιδεολογία της, μόνο που ο έρμος δεν πρόλαβε καλά καλά να
της βάλει χέρι και πάτησε μια νάρκη και σκοτώθηκε (οι κακές γλώσσες λένε πως
μάλλον πρέπει να ήταν και λίγο πιωμένος). Ο θάνατός του φέρνει τα πάνω κάτω
στην οικογένεια. Ο μπαμπάς της πεθαίνει πιστεύοντας ότι το γαμπρό το φάγανε οι
κομμουνιστές, η μητέρα της ψιλοτρελαίνεται και η ίδια εγκαταλείπει κάθε
προσπάθεια να φτιάξει τη ζωή της. Και σαν μην φτάνουν όλα αυτά, σαν κερασάκι
στην τούρτα έρχεται και η σχέση που συνάπτει η αδερφή της με έναν κομμουνιστή.
Όλες αυτές οι αλλαγές σιγά σιγά οδηγούν τη Σταματία στο περιθώριο. Μοναδική
φίλη της μια γειτόνισσα, η Ζωή, η οποία πού και πού ψάχνεται ακόμη, σε αντίθεση
με τη Σταματία, η οποία, όπως πικρόχολα σχολιάζει το ανιψάκι της, «έχει τζαζέψει από το λιβάνι και την
αγαμία». Αλλά και έτσι η Σταματία ξέρει να δίνεται. Αγαπά τον κόσμο και την
οικογένειά της. Ακόμη και το πατρικό της πουλάει για να βοηθήσει οικονομικά την
αδερφή της να μεγαλώσει τα παιδιά της. Παρόλο το συντηρητισμό της είναι κατά
βάθος ψυχούλα. Όλοι βολεύονται εκτός απ’ αυτήν, που μένει πίσω να σηκώσει τον σταυρό. Και το
κάνει χωρίς κλάψες και μοιρολόγια. Είναι δική της απόφαση.. Μέσα από την
απόλυτα συνειδητοποιημένη επιλογή της αποδεικνύεται δυνατή, ευαίσθητη και πολύ
αξιοπρεπής.
Αυτά ως προς το στόρι. Όπως είπα, δεν κρύβει
εκπλήξεις. Δεν ανανεώνει τη γνώση που έχουμε για το παρελθόν. Μετά τα πρώτα
δέκα λεπτά μπορείς να φανταστείς την εξέλιξη. Όμως, καμιά φορά, το σανίδι είναι
εκείνο που κάνει την έκπληξη. Και ιδού:
Η παράσταση
Ηθοποιός με πλαστικότητα, γρήγορα
αντανακλαστικά και καλά εφόδια, η Ελένη Ουζουνίδου έδωσε ρεσιτάλ (από τα
καλύτερα στην καριέρα της). Επί ενενήντα λεπτά γλιστρούσε ταχύτατα και
φυσικότατα από τη μια κατάσταση στην άλλη, υφαίνοντας βελονιά βελονιά ένα
γλυκόπικρο ανθρώπινο πορτρέτο, κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα. Η πολύμορφη
ερμηνεία της μας γνώρισε μια Σταματία δυνατή αλλά και φοβισμένη, ένα πλάσμα
μπερδεμένο, αλλά εσωτερικά πολύ ανθρώπινο και με κατασταλαγμένες ιδέες γύρω από
τη ζωή και τους άλλους. Εκείνο που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι ότι εστίασε σ’
αυτήν ακριβώς την πτυχή της ηρωίδας της και δεν τη γελοιοποίησε. Την αγάπησε,
δίνοντάς της έτσι το δικαίωμα να είναι αξιοπρεπής. Το παίξιμό της απελευθέρωνε
μια ζεστασιά που σε κέρδιζε. Το σκηνικό της Αυγερινού, πολύ απλό, σχεδόν
«αόρατο», άφησε όλο το χώρο στην ηθοποιό να απλώσει τα κεντητά σεμεδάκια της,
μέχρι που φόρεσε όλο το σκηνικό και έγινε ένα μαζί του. Συμβολικά ήταν σαν να
την κατάπιε η ίδια η περφόρμανς της, οι ίδιες οι λέξεις, η επιτελεστική τους
δύναμη. Την κατάπιε η Ελλάδα και η ιστορία της. Από αφηγήτρια έγινε η ίδια η
αφήγηση.
Δεν ξέρω αν μια άλλη ηθοποιός θα έβγαζε αυτά
που έβγαλε η Ουζουνίδου. Ο ρόλος τής πήγαινε γάντι, λες και γράφτηκε γι’ αυτήν.
Ήταν κυριολεκτικά μια Σταματία ασταμάτητη. Είμαι πολύ περίεργος να δω το ρόλο
αυτό παιγμένο και από άλλη ηθοποιό. Τότε ίσως καταλάβουμε καλύτερα τις πραγματικές αντοχές του.
Η σκηνοθεσία
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κράτησε μια
ευανάγνωστη όσο και καλά εστιασμένη γραμμή στη διδασκαλία του ρόλου. Πουθενά
λύσεις βεβιασμένες. Ούτε περιττά τερτίπια ούτε λιλιά ούτε φρου φρου και αρώματα. Όλα καλά και απλά
(ισο)ζυγισμένα. Λόγος και κίνηση σε μία αρμονική ευθεία, φυσική, αβίαστη,
καθημερινή. Σαν σε παραμύθι με αύρα από τα παλιά.
Συμπέρασμα: ερμηνεία για σεμινάριο από την Ελένη Ουζουνίδου, με τη σκηνοθετική
φροντίδα και αγάπη του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
3/05/2015
Βίαιος ρεαλισμός
Η συνεχής έκθεσή μας σε παραστάσεις/περφόρμανς που βασίζονται σε έργα που γράφουν οι ομάδες ή σε έργα που πηγάζουν από συνεντεύξεις ή ντοκουμέντα ή αυτοβιογραφικές μαρτυρίες μας έχει κάνει να ξεχάσουμε ότι υπάρχουν ακόμη συγγραφείς θεάτρου που εξακολουθούν να γράφουν για το θέατρο χρησιμοποιώντας παλιές και δοκιμασμένες συνταγές. Και για να μην πάει ο νους σας στο «κακό», δεν εννοώ έργα ρετρό, έργα που γυρίζουν τα μέσα έξω σε παμπάλαιες φόδρες γραφής και μυρίζουν ναφθαλίνη από μακριά. Κάθε άλλο. Ο ρεαλισμός, αρκετά παρεξηγημένος από όλους μας (δεν απαλλάσσω τον εαυτό μου από το «αμάρτημα» αυτό) έχει εκατοντάδες πρόσωπα και μακάρι να είχαμε τρόπους να τα γνωρίζαμε όλα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαία η δυναμική επιστροφή των βασικών εκπροσώπων του, όπως ο Ίψεν και ο Τσέχοφ, και μάλιστα χωρίς τη «ρετσινιά» του παλιομοδίτη ή του συντηρητικού.
Επανεκτιμώντας το "Σωσία"
Είχα πρωτοδεί το Σωσία τον χειμώνα στην
Αθήνα (θέατρο Ροές). Σε γενικές γραμμές μου είχε αρέσει, χωρίς να ισχυρίζομαι
ότι ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Ξαναείδα την παράσταση τρεις μήνες αργότερα,
στο θέατρο «Αυλαία» στη Θεσσαλονίκη. Η εντύπωση δεν ήταν ακριβώς η ίδια. Για
αρκετή ώρα μετά την παράσταση προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που
άλλαξε, εκτός από την ίδια τη σκηνή, η οποία στη Θεσσαλονίκη ήταν κατά τι πιο
μικρή, σε σύγκριση με την αθηναϊκή, και λιγάκι υπερυψωμένη. Αλλά και πάλι δεν
θεώρησα ότι αυτός ήταν ο λόγος ν’ αναθεωρήσω μέρος των πρώτων μου απόψεων. Η
μόνη εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι άλλαξαν οι δικοί μου ρόλοι.
Βόυτσεκ των θραυσμάτων: Ο Μπύχνερ στο Black Box
Πολλοί λένε πως εάν ο Γκέoργκ Μπύχνερ
(1813-1837) είχε ζήσει πιο πολλά χρόνια θα ήταν στην ίδια συνομοταξία με τον
Γκαίτε και το Σίλερ. Διατύπωση η οποία, στ’ αφτιά ορισμένων ίσως ηχήσει
παράξενα, όμως δεν είναι διόλου ανεδαφική. Σκεφτείτε ότι πέθανε 23 χρονών
από τύφο και πρόλαβε να αφήσει πίσω του
τρία κορυφαία έργα: τον Θάνατο του Δαντόν (1835), με θέμα τη γαλλική
Επανάσταση, το Λεόντιος και Λένα (1836) μια σάτιρα της αριστοκρατίας και το
ανεπανάληπτο Βόυτσεκ (1837), η οδύσσεια του νέου ανθρώπου της εργατικής τάξης,
που ενέπνευσε και τον
Μια υποσχόμενη αυλαία
Έγραφα στις 10.04.2015 για την «Ανοιχτή Σκηνή 2015», πώς αυτά τα τέσσερα χρόνια της λειτουργίας του θεσμού δείχνουν ότι υπάρχει έμψυχο υλικό στη θεατρική Θεσσαλονίκη, το οποίο θα μπορούσε να καταθέσει σαφώς καλύτερα πράγματα εάν έδειχνε περισσότερη εξωστρέφεια και τόλμη. Από τους περισσότερους σκηνοθέτες της νέας γενιάς που μνημόνευσα στο εν λόγω κείμενο απουσιάζει ακόμη η διάθεση να κάνουν εποικοδομητικό διάλογο με αυτά που γίνονται γύρω τους. Και αυτό το αποδίδω στο γεγονός ότι δεν έχουν βρει ακόμη τρόπο να μετατρέψουν τα σκόρπια δάνειά τους σε μέρος μιας προσωπικής αισθητικής. Και όσο αυτό δεν γίνεται το τελικό αποτέλεσμα δεν θα πείθει, στο βαθμό που θα ήθελαν και αυτοί και εμείς.
Ποιος ελέγχει ποιον;
Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς γίνεται και αυτά που ονομάζουμε ποιοτικά θεάματα παίζουν σε σχεδόν άδειες αίθουσες και λαϊκοί καλλιτέχνες όπως o Σεφερλής, o Λαζόπουλος κ.ά διώχνουν κόσμο; Τι είναι εκείνο που κάνει όλο αυτό το ετερόκλητο, το διαταξικό πλήθος, να πληρώνει ένα τσουχτερό, για την εποχή, εισιτήριο για να τους δει; Μήπως θέλγεται από αυτά που λένε; Από τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους; Από την υψηλή αισθητική τους; Τις καινοτομίες τους; Τις «αλήθειες» τους; Δεν νομίζω.
Αφηγηματικό θέατρο : Παγίδες και υποσχέσεις στο θέατρο «Αυλαία»
Η μόδα του θεάτρου αυτολεξεί (ad verbatim) δεν δείχνει για την ώρα σημεία κόπωσης. Αν και είδος πολλαπλώς
κακοποιημένο, υπό την έννοια ότι πολλά από αυτά που εκλαμβάνονται (ή είναι) ή
προβάλλονται ως ντοκουμέντα είναι εντελώς αδιάφορα ή ποιοτικά ελέγξιμα, συνεχίζει
να θέλγει συγγραφείς και πρακτικούς του θεάτρου. Και ενμέρει αντιλαμβανόμαστε
το γιατί.
Είναι μια επιλογή που προσφέρει μια αλλιώτικη επικοινωνιακή
δυναμική. Ο κόσμος υποδέχεται τα ντοκουμέντα με λιγότερη «δυσπιστία» σε ό,τι
αφορά τις «αλήθειες» τους από ό,τι υποδέχεται τις κατασκευασμένες ιστορίες, εξ
ου και το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές το θέμα τους είναι πολιτικό.
Ιστορικά
Την αρχή την έκαναν ο Μπρεχτ και ο Πισκάτορ τη δεκαετία του 1920,
σε μια εποχή κατά την οποία οι απτές αποδείξεις είχαν αντικαταστήσει τις νεφελώδεις
«βεβαιότητες» της θρησκείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι η πρακτική αυτή επιβιώνει
και σήμερα, μια εποχή πολύ επιφυλακτική απέναντι στην ιδέα του «αληθινού» ή του
«πραγματικού». Και ένας από τους λόγους που ενισχύουν αυτήν την ανθεκτικότητά στον
χρόνο είναι η προφορικότητά της, το ότι δηλαδή λειτουργεί σαν μια αποθήκη
πολιτιστικής γνώσης ισάξιας με τη λογοτεχνική, χωρίς ωστόσο το «κλείσιμο» και
τους παγιωμένους κανόνες της λογοτεχνικής γραφής.
Εδώ βέβαια εγείρεται και ένα μεγάλο ζήτημα που
έχει να κάνει με το βαθμό αξιοπιστίας του προσωπικού ντοκουμέντου. Θέλω να πω
ότι, ενώ ένα δημόσιο έγγραφο μπορεί να
επαληθευτεί, δεν μπορεί να επαληθευτεί στον ίδιο βαθμό κι ένα προσωπικό. Ας μην
ξεχνάμε ακόμη ότι, πολλές φορές, το προσωπικό είναι και μια μορφή ατομικής περφόρμανς,
η οποία ξαναγίνεται περφόρμανς από τον ηθοποιό. Δηλαδή, διαρκώς αποδομείται και
αναδομείται σύμφωνα με τους στόχους ή τις βλέψεις του επιτελεστή.
Ο Γιώργος Χατζόπουλος και η Ελευθερία Τέτουλα
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έχει σημασία
είναι ότι το θέατρο αυτολεξεί
εξακολουθεί ακόμη να διατηρεί τα επικοινωνιακά πυρομαχικά του. Και σε αυτόν τον
ευρύ χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας τοποθετώ και τη Βγερού γλυκά φανού του
Γιώργου Χατζόπουλου που είδαμε στο θέατρο «Αυλαία».
Το έργο
Έχοντας ως πυξίδα τη Χιώτισσα Βγερού (την
«Αληθινή») και τις αναμνήσεις της από τη σφαγή των Ελλήνων στη Χίο από τους
Τούρκους το 1822, ο Χατζόπουλος, επιδιδόμενος σ’ ένα σλάλομ χρόνων και τόπων, ανοίγει
το αφηγηματικό διάφραγμα της καλά ερευνημένης ιστορίας του, και καταλήγει σε μια
σύνθεση χωρίς γραμμική διάταξη, που τη διατέμνουν οι μνήμες, τα τραύματα, και τα
βιώματα του τόπου, της ελληνικότητας, των ριζών. Από την ιστορία της Βγερούς
του 19ου αιώνα φτάνει ίσαμε τους απογόνους της, την Αγγελική, την
Ελληνίδα του σήμερα, που πασχίζει να βάλει τα θραύσματα σε μια ενιαία σύνθεση,
ώστε να διαμορφώσει την ταυτότητά της και τη θέση της στην ιστορία του τόπου.
Ο Χατζόπουλος διαθέτει λόγο πλούσιο, χυμώδη, ρυθμικό, ζωντανό, που σαφώς
βοηθά ώστε να ενισχυθεί η επικοινωνιακή δυναμική των ιστοριών που πλέκονται και
διαπλέκονται σ’ ένα ατέρμονο ποδοβολητό αναμνήσεων, εντυπώσεων, εικόνων. Ταυτόχρονα
όμως, είναι και ένας λόγος ο οποίος, στην προσπάθειά του να μας κερδίσει, κατά
τόπους υπερβάλλει εαυτόν και φορτώνεται αχρείαστα
ποιητικίζοντα λιλιά και κλισέ που τον ψευτίζουν. Σε κάτι τέτοιες στιγμές, η επικοινωνιακή
δυναμική της αφήγησης μπαίνει στο γύψο μιας πιεσμένης κατασκευής, η οποία εκ
των πραγμάτων αντιμάχεται (άθελά της βεβαίως) τα ηχοχρώματα και τη ρυθμικότητα της
προφορικότητας και κυρίως τις «αυτολεξεί» (ad verbatim) αλήθειες της.
Σκηνοθεσία
Όπως και να το δει κανείς, από τη στιγμή που δεν έχουμε να κάνουμε με δραματικό θέατρο,
αλλά με διήγημα, απαιτείται ανάλογη
σκηνοθετική και υποκριτική διαχείριση ώστε να βγουν οι όποιες δραματικές
πτυχώσεις του. Η Κορίνα Βασιλειάδου στην αρχή, καθώς προσπαθούσε να βρει τις
συνισταμένες του εγχειρήματός της, μου φάνηκε ότι δεν πατούσε γερά. Και το λέω
αυτό γιατί απουσίαζε από τις λύσεις της η ευρυθμία, η ευρηματικότητα και η
πειθώ από τον αρθρωμένο λόγο. Καθώς, όμως, το γαϊτανάκι των αναμνήσεων πύκνωνε,
η σκηνοθεσία της αποκτούσε αυτοπεποίθηση, οπότε και άρχισε να ξεκαθαρίζει κάπως
η διακλάδωση των φωνών, η μοιρασιά των ρόλων, τα πεδία εντάσεων και
αποσυμπιέσεων και γενικά η πλέξη των μονολόγων άρχισε να αποδίδει καρπούς και
πιο στρογγυλεμένα και συναισθηματικά λαξεμένα νοήματα. Και εκεί που το νερό πήγε
να μπει στο αυλάκι, και χωρίς να το καταλάβουμε, τελείωσε το έργο. Δηλαδή,
τελείωσε εκεί που βρήκε τα σκηνικά του πατήματα και μπορούσε πλέον να χτίσει επάνω
σε πιο στέρεες και ευανάγνωστες βάσεις.
Ερμηνείες
Το θέατρο-ντοκουμέντο ζητεί ηθοποιούς «ετοιμοπόλεμους»,
δηλαδή ηθοποιούς που να μπορούν να διανύσουν γοργά και με άνεση την απόσταση
ανάμεσα στα δύο επίπεδα σήμανσης, εκείνο του αφηγητή της ιστορίας και εκείνο
του ήρωα της αφήγησης. Η Μελίνα Αποστολίδου αποδείχτηκε σε γενικές γραμμές πιο
έτοιμη να διαχειριστεί τη διπλή αφηγηματική φυσιογνωμία του ρόλου, την ιδιοτυπία
των εξάρσεων και των κλιμακώσεων. Εκεί όπου έχανε την πλαστικότητά της (πιο
πολύ στην αρχή) φυλάκιζε και την αφήγησή της σε μια επίπεδη επιφάνεια, άκαμπτη,
άχρωμη και άνευρη.
Η Ελευθερία
Τέτουλα είχε το ρόλο, όχι όμως πάντα και τις ευεργετικές λύσεις. Η φωνή της,
καθώς προσπαθούσε να εικονίσει ακουστικά
τον σπαραγμό και το ξεριζωμό της, ενίοτε φάλτσαρε (ιδιαίτερα στο τραγούδι —δεν
το είχε καθόλου), καταφεύγοντας σε ξέπνοα ξεσπάσματα. Εκεί όπου πατούσε γερά
ανάμεσα στα διαστήματα των λέξεων και στην ουσία της αφήγησης είχε έλεγχο και
λειτουργούσε με πειθώ άλλοτε αφέντρα και
κυρά κι άλλοτε λαβωμένο πλάσμα. Μνεία οφείλω στη μουσική του Βόμβολου. Καλό
σχόλιο.
Συμπέρασμα: μια
παράσταση που βιάστηκε να τελειώσει.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
10/04/2015
Η νέα θεατρική γενιά της Θεσσαλονίκης (σκηνοθέτες)
Αγγελόπουλος, Αθηναίου, Βαρβαρέσος, Βασιλειάδου, Δαλλές, Δανιηλίδης, Δεληνικόπουλος, Δούσης, Δράγκου, Ευθυμίου, Θεοχάρογλου, Ισσόπουλος, Καλπενίδου, Κωχ, Λάππα, Μιχαήλ, Μιχαηλίδου, Μποσταντζής, Νίκας, Παπαδόπουλος Γρηγόρης, Παπαδόπουλος Δημήτρης, Παρασκευαΐδου, Πετροπούλου, Πεχλιβανίδης, Πλατιώτη, Ράμογλου, Ράπτης Αλέξης, Ράπτης Δημήτρης, Σιώνας, Στρατάκη, Συριόπουλος, Σωτηρίου, Σφυρής, Τσάκου, Χαρέλα, Χατζηαδαμίδης, Χατζηβασιλείου, Χατζηδημητρίου, Χριστοπούλου. Δεν πρόκειται για τηλεφωνικό κατάλογο. Είναι ορισμένα από τα ονόματα των σκηνοθετών κάτω των σαράντα ετών (εξ ου και η απουσία από τη λίστα γνωστών ονομάτων όπως: Παρασκευόπουλος, Μπεκρή, Βελισσάρης, Κωνσταντινίδης, Ορτετζάτος, Αμοιρίδου, Αϊβαζίδου, Ζηβανός, Καλαϊτζή, Γεράρδος κ.λπ), που πρωτοεμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη και δραστηριοποιούνται σ’ αυτήν την τελευταία δεκαετία περίπου.
Μια αδιάφορη «πόρνη» στο «Εγνατία»
Τα
μεγάλα έργα είναι εκείνα που επιβιώνουν των ιστορικών στιγμών που τα
ενέπνευσαν. Και δεν είναι πολλά. Τα περισσότερα θαμπώνουν μόλις περάσει το
ιστορικό περιβάλλον που τα στήριξε. Και σε αυτήν την κατηγορία βάζω και το Επάγγελμα πόρνη της Λιλής Ζωγράφου. Κάποτε
είχε και ενδιαφέρον και ειδικό βάρος. Όχι πια, τουλάχιστον για μένα. Οι
ιστορίες για τη Χούντα, οι εξευτελισμοί και όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί τόσες φορές που πλέον
δεν παρουσιάζουν κανένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον.
Ένα χοροθεατρικό ταξίδι με σταθμούς
Γράφω διαρκώς για την ανάγκη να αναπτύξει η Θεσσαλονίκη μια εναλλακτική θεατρική φυσιογνωμία, γιατί ακριβώς το θεωρώ πολύ σημαντικό κεφάλαιο για τη θεατρική ζωή του τόπου. Πολλές φορές γκρινιάζουμε για την ποιότητα που προσφέρει το αποκαλούμενο ως "καθιερωμένο" θέατρο ή "mainstream", και ξεχνάμε ότι για να έχει ένας τόπος καλό θέατρο (οποιασδήποτε κοπής) προϋποθέτει και την ύπαρξη ενός χώρου off off. Όσο και να ακούγεται αντιφατικό, το εναλλακτικό θέατρο είναι ο δοκιμαστικός σωλήνας του κατεστημένου. Από πού αλλού θα αντλήσει ιδέες, ταλέντα, καινούργιες προτάσεις; Και νομίζω πως ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η θεατρική Θεσσαλονίκη είναι ακριβώς, όπως είπα, η απουσία ενός τέτοιου θεάτρου.






















