Εν αρχή κάτι
κοινότοπο: Πολύ σπάνια θα περάσει παράσταση από την Επίδαυρο που δεν θα διχάσει
το κοινό. Είτε στην ορχήστρα είναι οι τραγικοί είτε ο Αριστοφάνης, η κερκίδα
είναι πάντα ετοιμοπόλεμη. Προοδευτικοί από τη μια συντηρητικοί από την άλλη, κουλτουριάρηδες
από δω λαϊκιστές από κει, γνώστες και άσχετοι, φανατικοί του χώρου και
τουρίστες των πολιτισμών, πολίτες και κοσμοπολίτες, κλασικοί και μεταμοντέρνοι.
Όλες οι θεατρικές φυλές ραντεβού στην
Επίδαυρο, το απόλυτο καλλιτεχνικό και
εθνικό site. Άρα,
σημειολογικά ο ιδανικός τόπος να εκφραστούν θέσεις και αντιθέσεις, εθνικές και διεθνιστικές
αντιπαραθέσεις.
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Online Θέατρο και εκπαίδευση
Τεχνολογία, θέατρο και τα σφαχτάρια της Κιτσοπούλου
Από την εποχή της βαριάς
βιομηχανικής παραγωγής, της μαζικής κατανάλωσης, της γραφειοκρατικής οργάνωσης
και του κοινωνικού κομφορμισμού, περάσαμε σε μια μεταβιομηχανική (για την
ακρίβεια τεχνολογική) εποχή, η οποία έχει
ξεφύγει από τον έλεγχο του συγκεντρωτικού (και τοπικού) εργοστασίου, με
κατεύθυνση πιο ανοικτούς, πλανητικούς χώρους, πιο ευέλικτους σε ό,τι αφορά τις
επιλογές στρατηγικής, πιο ασαφείς ως προς τα όριά τους και σαφώς πιο
επεκτατικούς και πολιορκητικούς ως προς τις δυνατότητες και τις προθέσεις τους.
Περί ονόματος και ταυτότητας: Αφρικανο Αμερικανός ή Αφροαμερικανός
Τελικά ποιος όρος είναι
ο σωστός (ή ο πιο αποδεκτός); Διαβάζοντας τα εκτενή ρεπορτάζ με αφορμή τη δολοφονία του
Τζωρτζ Φλόυντ, είναι προφανές πως στη χώρα μας συνεχίζει να κυριαρχεί ο όρος «Αφροαμερικανός». Δεν είναι
λάθος. Δεν είναι όμως και ο πολιτικά ορθότερος , καθώς εδώ και πολλά χρόνια,
τουλάχιστο τριάντα, έχει αντικατασταθεί από τον όρο African
American
(Αφρικανο Αμερικανός).
Ποιοι δικαιούνται να κρίνουν τη (θεατρική) τέχνη;
Η Γιολάντα Μπονέλ, (κατά το ήμισυ Ινδιάνα Anishinaabe και κατά το άλλο ήμισυ Νοτιο-ασιάτισσα) , συγγραφέας
και ηθοποιός από το Βορειοδυτικό Οντάριο του Καναδά, σε πρόσφατη συνέντευξή της
στη μεγάλη εφημερίδα του Τορόντο Globe (21 Φεβρ. 2020), δήλωσε ότι η όποια κριτική ασκείται στο έργο της είναι καλοδεχούμενη εφόσον προέρχεται
από άτομα που γνωρίζουν σε βάθος τον ευρύτερο κοινωνικό και ιδεολογικό χώρο μέσα
στον οποίο γεννιέται και αρθρώνει ένα έργο.
Δραματικές περιπέτειες: από το σανίδι στο ZOOM
Εδώ
και αρκετά χρόνια ακούμε διαρκώς βαρύγδουπες εξαγγελίες «θανάτων»: της ιστορίας, της θρησκείας, του
μαρξισμού, του φροϋδισμού, του έθνους, του
καπιταλισμού, της ιδεολογίας, της μεταφυσικής, του Θεού, της ταυτότητας, του
είδους, του γένους, της οικογένειας, του ανθρώπου. Παντού πλανάται σαν φάντασμα πάνω από τα κεφάλια μας μια διάχυτη αίσθηση κάποιου τέλους, που γίνεται πιο έντονη σε ιδιαίτερες στιγμές,
όπως λ.χ. η πρόσφατη (για πρώτη φορά: παγκόσμια) πανδημία η οποία πυροδότησε, μεταξύ άλλων, και έναν έντονο
διάλογο με αφορμή τις διαδικτυακές προβολές θεατρικών παραστάσεων (και δράσεων). Ωφελούν ή
ζημιώνουν την υπόθεση θέατρο; Ακυρώνουν ή προαναγγέλλουν την άφιξη ενός άλλου
θεάτρου; Πού πάει τελικά το γνώριμό μας δραματικό θέατρο; Η οντολογία του; Το "εδώ και τώρα" του. Μήπως σε ένα καινούργιο "Μετά" το "Μεταδραματικό", που τόσο εύστοχα το προσδιόρισε ο Γερμανός θεωρητικός Λέμαν; Και αν "ναι", πού μπορεί να είναι αυτό; "Μετά" το θέατρο ή "πριν" από το θέατρο ή σε "άλλο" θέατρο;
To αύριο που είναι σήμερα
Όταν
ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με ένα σημαντικό γεγονός (π.χ. μια σπουδαία ανακάλυψη, μια επαναστατική εφεύρεση, ένα πόλεμο, μια βιβλική καταστροφή κ.λπ) έχει την τάση να το συνδυάζει και με κάποιο "τέλος" και κάποια "αφετηρία". Για παράδειγμα, όταν το 1826
ο ερευνητής Νικηφόρος Νιέπς (Nicéphore Niépce), με τη
βοήθεια του αδελφού του, Κλαύδιου,
κατάφεραν να αποτυπώσουν απευθείας σε "θετικό" την πρώτη
φωτογραφία της ιστορίας, χάρη στην χρήση ενός παραγώγου του πετρελαίου, καλλιτέχνες και σχολιαστές του πολιτισμού θορυβημένοι μίλησαν
για τον επερχόμενο θάνατο της ζωγραφικής, το τέλος του θεάτρου και το τέλος της
αποστολής όλων εκείνων των «ευλογημένων» καλλιτεχνών (ζωγράφων, ποιητών,
πεζογράφων, δραματικών συγγραφέων, γλυπτών κ.λπ) τους οποίους ο Θεός προίκισε με το
χάρισμα να μπορούν να «αντιγράψουν» τη μοναδικότητα της Φύσης του και όσων την κατοικούν. Τώρα, με τη φωτογραφική μηχανή αρκεί ένα ανεπαίσθητο "κλικ" και όλη η θεϊκή Φύση καταγράφεται, απλώνεται μπροστά σου χωρίς κατ' ανάγκη να συνοδεύεται είτε από έμπνευση είτε από ευλογία.
Όταν η εκβιομηχάνιση ανέβασε ρυθμούς στα τέλη
του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού και πάλι θορυβημένοι καλλιτέχνες
(κυρίως από τον χώρο του εξπρεσιονισμού) μίλησαν για τη ρομποτοποίηση του
ανθρώπου (βλ. χαρακτηριστικά δραματικά κείμενα όπως Μαλιαρός πίθηκος, Μάκιναλ, Αθροιστική μηχανή κ.λπ.).
Μετά ήρθε η ατομική βόμβα. Πάλι η ίδια έντρομη κουβέντα.
Μας τελείωσε ο Άνθρωπος. Ο Μπέκετ δεν του αφήνει τίποτα στη σκηνή, παρά μόνο
την ανάσα του. Κι αυτή για λίγα μόνο δευτερόλεπτα.
Μετά έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπολογιστές.
Πάλι οι εξαγγελίες για το τέλος του Ανθρώπου, πάλι φωνές αγωνίας για την άλωσή
του Ανθρώπου από την τεχνολογία. Την ίδια στιγμή η κυριαρχία της τηλεόρασης εκπέμπει νέα s.o.s για τον Άνθρωπο και την ποιότητα ζωής του. Ξανά οι κινδυνολογίες, οι τελεολογίες, και οι αφορισμοί.
Όπως και να το δει κανείς, είναι άξιον σχολιασμού το γεγονός ότι σε κάθε καμπή της η ζωή καλλιεργεί
σχέσεις αγάπης/μίσους με τα ίδια τα επιτεύγματά της. Τη μια τα καμαρώνει και
την άλλη διερωτάται εάν καλώς έπραξε και τα δημιούργησε. Ο ίδιος πάντοτε φαύλος
κύκλος.
Προσωπικά δεν πιστεύω σε
αφετηρίες και σε τερματικά, σε γενέθλιες ευχές και επικήδειους λόγους ειδικά στις
τέχνες. Τίποτα δεν γεννιέται από το τίποτα και τίποτα δεν καταλήγει στο τίποτα.
Πάντα κάτι προηγείται και πάντα κάτι μένει, το οποίο διοχετεύεται μεταλλαγμένο
και προσαρμοσμένο κάπου αλλού. Και εννοείται πως ο βαθμός μεταλλαγής εξαρτάται
πάντοτε από τη τεχνολογική και οικονομική φυσιογνωμία του περίγυρου. Η νομοτέλεια των πραγμάτων. Στις τέχνες, στη βιολογία, στη γεωλογία, παντού και
πάντοτε η ίδια "μεταλλαγμένη" ιστορία. Μια συνεχής επανάληψη αναπροσαρμογών.
Όντας στον προθάλαμο μιας νέας εξελικτικής φάσης,
είναι απόλυτα κατανοητές οι σκέψεις (και οι φοβίες) που εκφράζονται όλες αυτές τις μέρες του πανδημικού εγκλεισμού μας και αφορούν άλλες το τέλος της παγκοσμιοποίησης, άλλες το τέλος
του καπιταλισμού, άλλες τον «Μεγάλο Αδερφό» και τον επερχόμενο έλεγχο του
ανθρώπου, άλλες τη διαφαινόμενη αυτοματοποίησή μας, την απο-ανθρωποποίησή μας, τη
μοναξιά μας, την κατ’ οίκον εργασία μας,
την αλλοίωση του θεάτρου μας, των τεχνών μας κ.λπ.
Από
την άλλη, εκτιμώ πως το πρόβλημα με όλους εμάς που είμαστε ακόμη πολιτιστικά μάχιμοι,
παλαιότεροι και νεότεροι, είναι ότι στοχαζόμαστε για το άγνωστο μέλλον κάτω από
το βάρος μιας μεταβατικής περιόδου που κατά βάση μας «μιλά» και μας «ορίζει»,
παρά τη μιλάμε και την ορίζουμε. Είμαστε ακριβώς μέσα στο τούνελ που οδηγεί από
την Τρίτη Βιομηχανική (Τεχνολογική, για την ακρίβεια) Επανάσταση στην Τέταρτη.
Και όντας στο τούνελ όλα είναι θαμπά, μετέωρα, αδιαμόρφωτα. Όλα ένα Work-in-progress. Όλα εν αναμονή του
δικού τους Γκοντό. Ακόμη και αυτός ο Άνθρωπος βρίσκεται στη φάση της
εργαστηριακής μετεξέλιξής του. Ο Άνθρωπος του σωλήνα. Ο Άνθρωπος που πλέον έχει
αποκτήσει την τεχνογνωσία και «κατασκευάζει» ζωή, όπως κατασκευάζει θέατρο.
Έτσι
λοιπόν, ως νέοι Τειρεσίες, κάνουμε ριψοκίνδυνες
υποθέσεις και λογής-λογής εξαγγελίες,
άλλοτε σε τόνους αποκαλυπτικούς, άλλοτε οργισμένους, άλλοτε απελπισμένους,
γκρίζους, σκοτεινούς και σπανίως ευχάριστους. Και μέσα σε όλο αυτό τρελό
σκηνικό ξεχνάμε το πιο βασικό: ότι κάνουμε υποθέσεις για ένα «αύριο» του
θεάτρου το οποίο δεν θα μας συμπεριλαμβάνει (τουλάχιστο τους πιο πολλούς από
εμάς), δεν θα μας αφορά μιας και θα είναι ένα «αύριο» πολύ πέρα από το δικό μας
«σήμερα». Ένα «αύριο» που ίσως και να μην ακούσει ποτέ ότι κάποτε μιλούσαμε και
αγωνιούσαμε γι’ αυτό.
Εάν, λοιπόν, πραγματικά θέλουμε να κάνουμε
προτάσεις για το μέλλον του θεάτρου, ας αφήσουμε κατά μέρος τα δικά μας
αδιέξοδα, τα δικά μας κρίματα, τις δικές μας αναστολές, τις δικές μας επιθυμίες, τον δικό μας θυμό, τις δικές μας αγωνίες,
απογοητεύσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, τις δικές μας απόψεις που αφορούν τον
ορισμό του θεάτρου, και ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε, όσο μπορούμε, το
θέατρο του «αύριο» μέσα από τα μάτια
αυτών που θα αναλάβουν σε δεκαπέντε και είκοσι χρόνια την τύχη του. Δηλαδή, των
σημερινών παιδιών.
Μέσα
από αυτά τα μάτια, ας αναρωτηθούμε: γιατί να τα τρομάζει η πολύ δική τους και απόλυτα οικεία υψηλή
τεχνολογία; Από τη στιγμή που αυτή η τεχνολογία θα είναι η ζωή τους, η
αυτονόητη ζωή τους, γιατί να μην είναι και η παρουσία της στη σκηνή, ας πούμε ακόμη
και με την ιδιότητα ρομπότ-ηθοποιών (ήδη έχουμε δείγματα από τώρα);
Τι αλήθεια θα ταράξει τον αυριανό και
τεχνολογικά εξοικειωμένο θεατή το ενδεχόμενο μιας απόλυτα διαμεσολαβημένης
εμπειρίας; Μήπως το μετα-ανθρώπινο (posthuman) στοιχείο, όταν ο ίδιος θα ζει με
μετα-ανθρώπινα μέσα;
Γιατί να βρει απωθητική ή «κρύα» την ιδέα του live streaming;
Γιατί να πει όχι στο online θέατρο και γενικά στη διαδικτυακή ψυχαγωγία, που σήμερα μας προβληματίζει τόσο πολύ, όταν τα πάντα στη ζωή του θα γίνονται μέσω της τεχνολογίας;
Γιατί να πει όχι στο online θέατρο και γενικά στη διαδικτυακή ψυχαγωγία, που σήμερα μας προβληματίζει τόσο πολύ, όταν τα πάντα στη ζωή του θα γίνονται μέσω της τεχνολογίας;
Γιατί
να μην δεχτεί το ιντερνετικό χειροκρότημα σε μορφή “like” ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό;
Γιατί να πει όχι στη φαντασιακή κοινότητα θεατών που ούτως ή άλλως θα τη βιώνει και στον εργασιακό του χώρο (στο σπίτι του);
Γιατί να πει όχι στη φαντασιακή κοινότητα θεατών που ούτως ή άλλως θα τη βιώνει και στον εργασιακό του χώρο (στο σπίτι του);
Αυτά
και άπειρα άλλα «γιατί», που δεν χωράνε σε ένα απλό σημείωμα σαν κι αυτό, μου
έρχονται στο μυαλό καθώς γράφω. Σημειώνω κάποια επιλεκτικά για να πω πως ό,τι
σήμερα φαντάζει περίεργο αύριο θα είναι, το πιθανότερο, η «πραγματικότητα»,
αποδεκτή τουλάχιστο από τους περισσότερους. Και κάτι ακόμη.
Κάποιος
ενδεχομένως αντιτείνει πως με όλα αυτά απειλείται
με κατάργηση το περίφημο «εδώ και τώρα», η ίδια η οντολογία του θεάτρου, μια οντολογία
που κρατήθηκε ζωντανή, παρά τις όποιες αντιξοότητες, για 2500 χρόνια. Σωστά. Όμως,
καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα όρια και οι ουσίες αυτής της οντολογίας
ορίζονται, σε ένα μεγάλο βαθμό, από τον περίγυρο, τη φιλοσοφία του, τις απόψεις
του περί τέχνης, περί επικοινωνίας, περί μίμησης, περί αυθεντικότητας (σημειώστε αυτή τη
λέξη). Και τι μας λέει η κατάσταση σήμερα;
Εν
πρώτοις έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση την οποία χαρακτηρίζει
η έντονη «αντι-ουσιοκρατική» και «αντι-οντολογική» ερμηνεία των τεχνών (και όχι μόνο). Μια
κατάσταση η οποία δεν δέχεται αυταπόδεικτες
αλήθειες και αμετακίνητες ουσίες. Όλα τα πραγματεύεται από την αρχή: τι είναι άνθρωπος, τι είναι έθνος, τι είναι φύλο,
τι είναι ταυτότητα και φυσικά τι είναι θέατρο. Άρα τα περί "αμετακίνητης" οντολογίας του είδους δεν θα μετρήσουν και πολύ.
Επίσης,
είναι μια κατάσταση η οποία φιλοξενεί τις πλέον ισχυρές μηχανές αναπαραγωγής
του «πραγματικού». Μπορεί να αναπαραγάγει τα πάντα. Κάτι αδιανόητο για τις «μηχανές»
των προηγούμενων Επαναστάσεων. Και αυτό δεν είναι δυνατό να μην επηρεάσει την
αναπαραγωγική δυναμική μιας άλλης μηχανής, που είναι το θέατρο (ο καθρέφτης της
Φύσης, όπως λέει ο Άμλετ), καθώς επίσης και τις συνθήκες υποδοχής των παραγώγων
αυτής της μηχανής.
Τίποτα
βέβαια δεν γίνεται εν μία νυχτί. Όλα παίρνουν τον χρόνο τους. Και γίνονται
ανεπαίσθητα, ώστε να τα υποδεχτούμε ως αυτονόητα. Γι’ αυτό αφήνω για την ώρα την
όποια μελλοντική «ανησυχία» και κοιτάω το «τώρα» του θεάτρου που μας αφορά
άμεσα, το «τώρα» αυτής της επικίνδυνης και ακόμη αδιαμόρφωτης μεταβατικής
περιόδου, η οποία μπορεί να κρατήσει και μια δεκαπενταετία μέχρι να ξεκαθαρίσει
τους στόχους της και την αγορά της. Τότε
θα κάνει την εμφάνισή της και η γενιά του «μετά», η οποία θα κληθεί να
καταθέσει τις δικές της αγωνίες. Το πόσο θα συγκλίνουν με τις δικές μας είναι άγνωστο.
Σημ. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε με ορισμένες αλλαγές στις
30/04/2020 στο GreekPlay
Project.
Η πανδημία της μοναξιάς και κάποιες σκέψεις για την «επόμενη μέρα» του θεάτρου
Καθώς διάβαζα την ανακοίνωση του Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου για το αβέβαιο μέλλον της φετινής
διοργάνωσης θυμήθηκα τα διαβάσματά μου σχετικά με το πώς εξελίχθηκε ο θεσμός
των φεστιβάλ αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δηλαδή μετά από ένα γεγονός
που, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει με την
πανδημία που βιώνουμε σήμερα.
«Ανεκτικότητα»: μια λέξη-κλειδί στο θέατρο του 21ου αιώνα
Σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί ο πολιτιστικός, γλωσσικός
και θρησκευτικός πλουραλισμός, αξίζει να δει κανείς με ποιο τρόπο οι πολιτειακοί
θεσμοί διαχειρίζονται τις υπερβάσεις, προκειμένου να μην ενοχλούνται ή να
προκαλούνται οι ευαισθησίες και τα δικαιώματα των κοινωνικών ομάδων που
βρίσκονται στη δικαιοδοσία τους. Πώς διαχειρίζονται
τις περιπτώσεις εκείνες όπου μια κοινωνική ομάδα αισθάνεται ότι η καλλιτεχνική
ελευθερία έχει περάσει κάποιες «κόκκινες
γραμμές», είτε αυτές αφορούν θέματα ηθικής είτε ιδεολογίας, γλώσσας κ.λπ.;

















